29/3/09

Πετεφρής:Συναλληλία

Ενας γείτονας, τώρα που ο καιρός γυρίζει από καρεκλοπόδαρα σε σκονοθύελλα, θυμήθηκε παλαιές ιστορίες που μου μετέφερε η Φαραώνα, διότι το έχω σε κακό, μέρες που είμαι γρουσούζης (δηλαδή συνήθως) να σταυρώσω βλέμμα με άλλον ζωντανό άνθρωπο.
Θυμήθηκε λοιπόν ότι πρίν από τις εκλογές του 1963 στο χωριό ήρθε από το Σκριπερό ένας διοικητής του τμήματος γιά να μιλήσει στους κατοίκους υπέρ της εθνικοφροσύνης.
Δεν ήταν τότε η μόδα των πνευματικών κέντρων, δεν χωρούσε τους κατοικους ένα καφενείο, τους μάζεψε στον αυλόγυρο της εκκλησίας.
Ωστόσο, ένας θυμωμένος, ανέβηκε στο καμπαναριό της Κουκκιώτισσας και θορυβούσε.
Ο διοικητής του ζήτησε να κατέβει. Μάταιος κόπος.
Κάποια στιγμή, που αγρίεψαν τα πράματα,ο θυμωμένος κατούρησε τον χωροφύλακα και δεν έγινε καμία ομιλία.
Εως εδώ ,όλα καλά. Τα έχει γράψει εξάλλου ο Θεοτόκης στον καιρό του.Κατά το ύφος εννοώ.
Σε λίγες μέρες, ήρθε ο Ανδρέας περαστικός, τότε συσπειρωτής πολλών νέων που τους έλεγαν "ανδρεικούς" και ήταν ένα είδος επίστρατων που δεν γούσταραν τις πολιτικές του πατέρα Γεωργίου.
Οι δικοί του στο χωριό, του είπαν την ιστορια με το καμπαναριό και τον κατουρημένο.Προς τέραστίαν έκπληξιν των πάντων, ο Ανδρέας ενήργησε αρμοδίως και ο διοικητής βρέθηκε με δυσμενή μετάθεση μεταξύ κόκκινης μηλιάς και δροσουλιτών.
Ο δημοκρατικός κόσμος ενθουσιάστηκε, η ιστορία μέσα σε 45 χρόνια φούσκωσε, τροποποιήθηκε, έγινε μέρος της λαϊκής παράδοσης, ακόμη και τώρα, που σας την μεταφέρω κατά λέξη, δεν θέλει πολύ μυαλό γιά να καταλάβει κάποιος ότι υπάρχουν μπερδέματα σε γεγονότα, ημερομηνίες, ίσως και σύγχυση στην διαδοχή των επισκέψεων.
Σημασία έχει ότι έπιασα τον μίτο, από τα δικά μου μέρη, ίδια εποχή.Οταν ο Καραμανλής τσακώθηκε με το παλάτι, ο ανακτορικός μηχανισμός (ένα ισχυρό μόρφωμα με άκρες στην αστυνομία, στο υπουργείο εξωτερικών και κυρίως στον στρατό) χωρίς να ταχτεί άμεσα με τον γέρο της Δημοκρατίας, δεν έστελνε τους τραμπούκους να δέρνουν πρίν λαλησει ο πετεινός, όποιον δεν ήντουνε ΕΡΕτζής, αλλά βγαίνανε και λέγανε "δεν μας νοιάζει αν ψηφίσετε ΕΡΕ ή Ένωση Κέντρου, μόνον τους κομμουνιστάς να μη ψηφίσετε".
Σε αυτά, δεκαπενταετής, ήμην ουκ ολίγες φορές αυτήκοος μάρτυρας. Εξάλλου μάθαινα και παρασκήνιο διότι όπως είχα συγγενείς κόκκινους του Οκτώβρη 1917, είχα και οργανωμένους τραμπούκους.Στην νεοελληνική οικογένεια, ξέρετε καλά, ότι δεν ισχύει κανένα απόρρητο.Γι΄αυτό και πολλά ευρύτερης εκπροσώπησης οικογενειακά τραπέζια, βαπτίσεων, γάμων και αρρεβώνων, διαλύονταν με τις φωνές ¨είσαι μπουραντάς" "βγάλε το κονσερβοκούτι, παλιόπουστα" "χίτης και ταγματασφαλίτης και παοτζής θα πεθάνεις, κακόψοφο νά΄χεις" "σκάσε που έκλεψες τους εβραίους" "και σένα η γυναίκα σου πουτάνα είναι" "και σένα την κόρη σου την γαμάει ο κουκούλας ο καραβανάς". Οι λέξεις "φασίστας"και "κουμούνι" εφυλάσσοντο γιά πνευματικες συζητήσεις υψηλού επιπέδου.
Όταν οι δύο εμπειρίες συνενώθηκαν μέσα μου, το ζήτημα δεν βρισκόταν εκεί οπου το ήθελε ο γείτονας, αλλά σε ακόμη πιό τραγικά συμπτώματα.
Σε ποιόν διαμαρτυρήθηκε ο Ανδρέας και γιατί του έκαμαν την χάρη; είναι σαφές ότι ο διοικητής δεν ανήκε στον κύκλο των βασιλικών ή άργησε να πάρει σαφείς οδηγίες, ή δεν τις κατάλαβε. Οι χωρικοί κατάλαβαν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να υπάρξει συνεταίρος στην εξουσία.
Γι΄αυτό και το 1981, μετά τις εκλογές, στο χωριό που κατοικώ, έφεραν ξύλα, σταυρούς και μιά μεγάλη φωτογραφία του Καραμανλή(κατανοητό, αφού ήταν πρωθυπουργός ο κερκυραίος Ράλλης) και ήβαλαν φωτιά στην είσοδο του οικισμού,με πρωτοβουλία του κατουρλή. Στο δικό μου το χωριό, Γιαννιτσά περιφέρεια, ήταν πιό εικαστικοί: έφτιαξαν πολλά κιλά πράσινο τσιμεντόχρωμα και έβαψαν την άσφαλτο, γιά να περάσει ο νεαρος ,τότε, Γιωργάκης.
Και οι δύο τοπικές κοινωνίες, τόσο διαφορετικές, τόσο όμοιες,απορρόφησαν τούς δοσίλογους, κρατάνε ως ανάμνηση των χρόνων της εμφύλιας σύρραξης ένα παγωμένο βλέμμα, αλλά του γέρου το βλέμμα και να παγώσει μοιάζει θαμπωμένο, ενώ οι αριστεροί λένε δυό τρείς κουβέντες, όλο και πιό άκεφα και μπρεχτικά. Ενας νέος κόσμος σκεπάζει τις παλαιές ιστορίες και τις κάνει έρμαιο των λογογράφων.
Αυτό που ενώνει τα δυό χωριά, είναι η κοινή υποτέλεια στην διαδικασία διορισμού των παιδιών τους, μετά την μεταπολίτευση.Άλλοι έγιναν στελέχια, άλλοι πλήρωναν. Και σήμερα, που τα διορισμένα τότε, κοντεύουν να θεμελιώσουν ώριμο συνταξιοδοτικό δικαίωμα, έχουν τραβήξει ένα σουτ σε καμιά εκατοστή λέξεις που δεν τις χρειάζεται κανένας. Εκείνα τα τραπεζώματα που διαλύονταν από καβγάδες, σε λίγο θα θεωρηθούν τα τελευταία δείγματα ενός λαικού ζωντανού διαλόγου.
Οι μόνοι που νίκησαν ήταν οι οικειοθελώς βουβοί και οι ξεχασιάρηδες.

27/3/09

Χοιροβοσκός: Χαιρετισμοί.



To να κάνεις το υπό, είναι σχεδόν ακατόρθωτο, για "πράγματα προσκρούοντα εις την ημετέραν λογικήν". Απαλύνει τον κόπο η «προσευχή της αγίας Ταϊσίας» της εκ των εταιριδών προερχομένης, και η Μαρίνα Σισέ με την ερμηνεία της στο κομμάτι αυτό του Μασνέ.

26/3/09

παίω δι' οργής τον τροχηλάτην



Η εφηβεία μου είναι ευτυχώς πολύ μακριά πια. Από όποια απόσταση και να τη δω, μία και μόνο λέξη μου έρχεται στο μυαλό, κι αυτή όχι ελληνική: disaster, και μάλιστα με ελληνική προφορά: ντιζάστερ, όπως το λατινικό aster και των ινδαλμάτων μας η Stratocaster. Η ανακούφιση για το τέλος της εφηβείας με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δεκαετίες μετά.

Η εφηβεία έληξε με την είσοδο στο πανεπιστήμιο, ας πούμε. Η αδεξιότητα, η ανασφάλεια, ο πανικός, η πλήρης σύγχυση (για όλα) τερματίστηκαν τελετουργικά τη μέρα που μπήκα στη σχολή δέκατος από το τέλος. Στην πραγματικότητα, οι συνέπειες της εφηβείας θα συνεχίζονταν μέχρι τα τριάντα. Αλλά την ανεξαρτησία τη γιορτάζεις, ρε αδερφέ, επετειακά και σαν μια στιγμή. Έτσι είναι. Einigkeit und Recht und Freiheit, που αντηχούσε στην εφηβεία μου.

Τα προεόρτια της λήξης της εφηβείας ξεκίνησαν στο φροντιστήριο, αυτό το καθαρτήριο για την ενηλικίωση από το οποίο τόσα και τόσα ελληνόπουλα περνάν και βγαίνουν αποκαθαρμένα και βαμμένα σαν ατσάλι ή (απλώς) καμένα. Εκεί ερωτεύτηκα μιαν Έλενα, που μοσχομύριζε σαπούνι κι ησυχία -- μέχρι και ο φροντιστηριάρχης-εκθεσάς με δούλευε που καθόμουν δίπλα της χαζός και σοβαρός σαν γάτος. Εκεί έμαθα ιστορία. Εκεί παραλίγο να τα φτιάξω με την πρώτη από τις τρελές τρελιάρες γυναίκες της ζωής μου, την ανεπανάληπτη Λ. Κ. Education sentimentale και βάλε.

Η μεγάλη χαρά όμως ήτανε το "γνωστό", το διδαγμένο, κείμενο, το οποίο έπρεπε να ξέρουμε μέσα-έξω. Ήμουν τυχερός: ήταν ο Οιδίπους Τύραννος. Το κείμενο το έφαγα και το κατάπια σαν μπέργκερ καλό: με μεγάλες δαγκωματιές και σε μπουκιές αμάσητες. Ήμουν πανευτυχής που ήξερα ότι θα ξαναγυρίζαμε σε κάθε στίχο, κάθε στιχομυθία, κάθε μονωδία, κάθε οτιδήποτε ξανά και ξανά. Ο Οιδίπους Τύραννος κατέληξε να ζυμώνεται και να χωνεύεται στο στομάχι μου, επώδυνα, αργά, λίγο πιο πολύ μετά από κάθε ανάγνωση, μετά από κάθε πέρασμα. Το κείμενο -- όπου η πλοκή πλάθει τους χαρακτήρες και το ήθος των χαρακτήρων σπρώχνει την πλοκή -- με οδήγησε στον Σαίκσπηρ και στο περί Ποιητικής. Ό,τι πρέπει να ξέρω για την εξουσία το έμαθα από τη στιχομυθία με τον δύστροπο σχεδόν πορνόγερο ξεκούτη Τειρεσία. Η Ιοκάστη μου άφησε ένα δέος για την στρατηγική δεινότητα και την τακτική ευελιξία των μεγαλύτερων γυναικών, των οποίων το ερωτικό κέλυφος τόσο δύσκολα θραύεται (ενώ είναι τόσο κωμικά εύκολο να βγάλεις το νήπιο μέσα από έναν άντρα), και το οποίο ευελπιστώ να έχω κατανοήσει πλήρως αφού η ανθρωπότητα θα έχει εντοπίσει το μποζόνιο του Χιγκς και προτού ο προστάτης μου γίνει σαν ακτινίδιο.

Τα πάντα μού φαίνονταν ανατριχιαστικά ισορροπημένα στον Οιδίποδα. Η πελώρια παγίδα των θεών, ο πλεκτός ιστός, η πλεκτάνη τους (κάτι που ακόμα μάς γοητεύει τελικά, από το Μάτριξ και τον Γκέιμαν μέχρι το πώς μιλάμε για τους Κέννεντυ και τους Ωνάσηδες). Η εμμονή για την αλήθεια και οι συνέπειές της. Η αφορμή των πάντων: ούτε μοιραία ζευγαρώματα, ούτε επικές μάχες, ούτε καταραμένα δαχτυλίδια, ούτε αρχέγονες κατάρες. Τον μηχανισμό τον βάζει σε κίνηση ένας καβγάς για την οδική προτεραιότητα. Αυτό που λέμε road rage. Ενός στρεσαρισμένου νεαρού που του θίξανε τη μάνα (τη Μερόπη) και παίρνει τους δρόμους. Οι θεοί άφαντοι αλλά παρόντες.

Η ώρα του Οιδίποδα ήταν η ώρα που έβγαζα το κεφάλι έξω από τη φωτιά της μπίχλας, από την κόπωση και το άγχος που περνούσαμε στο καθαρτήριο. Αντί να κυνηγάμε χαμένα κατηγορούμενα στον παγκοσμίως άγνωστο Μενέξενο του Πλάτωνα (που λένε ότι μπορεί και να 'ναι και παρωδία), αντί να απομνημονεύουμε τη θλιβερή πρόζα της μπλε ιστορίας (για όσους ανακάλυψαν την ξύλινη γλώσσα των ιστορικών βιβλίων με τα πλήθη που συνωστίζονταν στην προκυμαία της Σμύρνης -- ποιο Lycée βγάλατε;), αντί για τα κατάκουλα κείμενα των λατινικών (γραμμένα από τα 'παιδιά μπιφτέκια', όπως τους έλεγε ο φροντιστηριάρχης), διαβάζαμε τέχνη, ρε παιδί μου. Και χωρίς ενοχές: μέρος της προετοιμασίας ήταν κι αυτό, στο μενού του καθαρτηρίου.

kukuzelis: Τετάρτη Καθαρή

Το μοναδικόν της ζωής μου ποίημα. Το βρήκα να σκονίζεται. Παράξενο, αλλά θυμάμαι ότι μου έφαγε ώρα να το φτιάξω. Ιανουάριος 2001.
*
Β.: Θες να ζήσουμε Θοδώρα
μ’ αγκαλιές φιλιά και δώρα;
Θ.: Βάγγο πήρες πολύ φόρα
και δεν μου περ’σεύει η ώρα.

ΧΟΡΟΣ: Βάγγος-Τεό,
σημειώσατε δυο.

Β.: Εν πάση περιπτώσει,
θάθελα να σας βλέπω
περιοδικώς.
Θ.: Θα με αναστατώσει,
προτιμώ να βγαίνουμε
τηλεφωνικώς.

ΧΟΡΟΣ: Αλλοίμονο τα πράματα ‘ς τον κόσμο πως περνούνε
άλλες ‘ποδιώχουν τα πουλιά κι άλλες τα κυνηγούνε.

Β.: Αλί και Τρι-
μήπως με αποκρούετε;
Θ.: Αμάν, αν έ-
χετε ώτα με ακούετε.

ΧΟΡΟΣ: Τον φουκαρά κλαίγων θυμίζει όνον,
ελπίς αεί βιότου κλέπτει χρόνον.

*
Τετάρτη καθαρή είναι το μουσικό διάστημα με το οποίο, συχνά, τελειώνει ένα τραγούδι. Το γνωστό Σου-Τιεν.

Ο τελευταίος στίχος.

*

25/3/09

Πετεφρής:ΠΛΟΥΣ ΚΑΙ ΜΠΛΟΥΖ


Πρωτάκουσα γιά μπλούζ περί το τέλος των φίφτις, όταν ψιλομάθαινα να χορεύω. Μπλούζ έλεγαν και εννοούσαν το σλόου, που επέτρεπε συμπλεκόμενους μηρούς με την κοπέλα, αλλά δεν είχε βήματα.
Στην πρώτη εφηβεία το να πείς στην ποθητή χορεύουμε αυτό το μπλούζ; σήμαινε διάθεση γιά μπλεξίματα. Με ξαδέρφες και συμμαθήτριες χορεύαμε τσατσά, καλύψω, μάμπο, βάλς και τανγκό- τουλάχιστον με τα υβρίδιά τους.
Το ροκ ήταν άλλη σωλήνωση. Απαιτούσε εξαντλητική παρακολούθηση έμπειρων χορευτών, που ήξεραν από φιγούρες.Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το ροκ, μας έπιαναν οι διαθέσεις προς ιδιωτική κόλαση.
Οταν το πάρτι είχε τσάρλεστον και τέτοια, δήθεν παλαιικά και χαριτωμένα, ήταν ασφαλής ένδειξη ότι το πάρτι γαμήθηκε και υποτάχτηκε στα κορίτσια.
Η δική μας σειρά (είναι υπερβολικό να μιλάς γιά γενιά...) γνώρισε το μπλούζ κυρίως από τους Στόουνς, που είχαν στα πρώτα LP τους, αρκετά κομμάτια.Θυμάμαι που είχα βάλει λόγια στο Spider and the fly,καθώς δεν εκάτεχα καλά αγγλικά, και οι ελληνικοί στίχοι ήταν ό,τι θεωρούσα έως τότε σεξουλιάρικο και καυλωτικό.
Προς το τέλος των σίξτις αρχίσαμε να ακούμε κανονικό μπλούζ, από κανονικούς μουσικούς, ίδια εποχή που μας μάγευε το ρεμπέτικο του μεσοπολέμου(δεν υπάρχει κι άλλο).

Ελάχιστα μπλουζ "κάθονται" με ελληνικό στίχο. Ισως επειδή κοντεύει τον ήχο του sweet home Chicago, o απόκληρος του Γερμανού ξεχώριζε από γενέσεως.

Στη "νύχτα καταστροφής" του Λουκιανού, προτίμησα την εκδοχή του Ραμ παμ παμ που φύτεψε και φυσαρμόνικα.

Αλλά η υπόθεση είχε κριθεί αρχές του 70 ,όταν ο Σβάρτσιχ μας έφερε το "Ζωντανοί στο Κύτταρο" και τρελαθήκαμε, τέρμα Καλαποθάκη, με τον ανεπρόκοπο, έργο του Πουλικάκου, στο LP οι στίχοι αποδίδονται στον Φαληρέα. Ο Πουλικάκος ήταν θρύλος για μάς το 1973. Δεν έχει φωνή μπλουζίστα, είναι παραδόξως γλυκύς, αλλά το αποδίδω στην συνέργεια του Πάλι, και στο ότι ήξερε τον Κουτρουμπούση, που ήταν επίσης θρύλος μας.Εκεί, στο δεύτερο κουπλέ, κάνει ένα γύρισμα που το ξανάκουσα σε κάτι τελειωμένα του Χάουλιν Γουλφ. Ο άλλος δίσκος έχει από Τζόνι Μίτσελ, έως Τζέθρο, Ζέππελιν και λοιπούς, αλλά ο ταχύς βηματισμός του Ζάππα ξεπερνάει την επαναληπτικότητα που ζήσαμε με το Hey Jude: ξέρω και μιά μελαχρινη, πολυ την κάνω κέφι /μα τ΄όνομά της δεν θα σας το πώ/που όλο μου γκρινιάζει γρουσούζη με φωνάζει/ τεμπέλη κι ανεπρόκοπο. Συνδυασμένο με το "κι αυτή θα με τρελάνει" του Γερμανού, μπορω να καταλάβω γιατί περίμενα να μπεί στον βίο μου ο Ζάικος γιά να καταλάβω κάτι ελάχιστο απο το μπλούζ. Μα πόσες γκρινιάρες γυναίκες ανταμώσαμε και συντροφέψαμε εκείνες τις παλαιές δεκαετίες; εντάξεις ,ήμεσθεν κι εμείς αφόρητοι, αλλα σκάγαμε και κανένα γελάκι. Η καλύτερα, μόνον γελάκια σκάγαμε, από την πολλή σαχλαμπίχλα.

Αναμείνατε δυό συναφή κείμενα, ένα γιά τον Πετεφρή ως μπράσερ, κι ένα γιά τις ημέρες του Θόδωρου Παπαντίνα. Ας όψεται ο Μπερεκέτης που έγραψε υποκάτωθεν αυτό το παπαδιαμαντικό γιά το παιδικό του θέατρο. Μπορεί να μη ζηλεύω, αλλά παθαίνω κάτι χειρότερο: φιλοτομούμαι. Συνεργεί και η επέτειος της 25ης, οπότε εκεί συνεχίζω να παθιάζομαι με τον Δυσσέα. Θεωρήστε το μιά απάντηση στο στιχηρό του Χριστιανόπουλου νά ξερες Μακρυγιάννη γιατί τζάκισες το χέρι σου. Το τζάκισες γιά να χορεύουν σέικ τα κωλόπαιδα.

Μπλουζ ακούγαν τα κωλόπαιδα. Κοκκαλωμένοι στην ασπρόμαυρη εικόνα. Χόρευαν η Δυναμό και η Νταίζη και η Ελσα σε φοβάμαι. Αλλά όχι σέικ. Σέικ δεν χόρευε μήτε ο Πασχάλης.

μπερεκέτης: Η ΑΠΑΤΗ ΕΝΟΣ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΗΡΩΟΣ ΤΟΥ '21 (επετειακόν)


Τετάρτη Δημοτικού. Είχαμε μια δασκάλα κέρβερο, την κυρία Ν. Η πρώτη της προς νουθεσίαν χειρονομία ήταν να σου πιάσει με τα δυό της δάχτυλα (αντίχειρα, δείκτη) το αυτί και να σου μπήξει τα νύχια της τόσο βαθειά ώστε μετά να μπορείς να φορέσεις σκουλαρίκι. Ο δεύτερος βαθμός νουθεσίας ήταν ξύλο με το χάρακα στο μαλακό μέρος της παλάμης, ο τρίτος να σου πει «γύρνα το χέρι κι απ’ την άλλη», οπότε την έτρωγες στα κόκκαλα και από ‘κει και πέρα ξυλιές στα μπούτια, στον πισινό, στα γόνατα, άνευ ιδιαιτέρας διαβαθμίσεως. Παιδιόθεν επιδεικνύω εξαίρετον προσαρμογήν σε συνθήκες αυστηράς πειθαρχίας, οπότε εξ αυτού με είχε συμπαθήσει, απόδειξη ότι μόνο το αυτί μού είχε στρίψει δυο τρεις φορές και μια φορά με είχε δείρει με το χάρακα στο μαλακό μέρος της παλάμης.

Πλησίαζε 25η Μαρτίου. Και θα γινόταν η γιορτή, με τραγουδάκια, σκετσάκια κλπ. Θυμίζω σε όσους γνωρίζουν την εποχή του ’60, ότι ένα αγαπητό παιχνίδι όλων των αγοριών ήταν οι ξιφομαχίες, επηρεασμένοι καθώς είμαστε από κινηματογραφικά έργα, αφηγήσεις ιστορικές δασκάλων και παππούδων, και γενικά από μια τάση να μοιάσουμε τα μεν ιστοριομαθή παιδάκια στον Αχιλλέα ή στον Νικηταρά, τα δε σινεφίλ στον Ζορρό. Στο διάλειμμα ξιφομαχίες, στη γειτονιά ξιφομαχίες, παντού ξιφομαχίες, με ξίφη υπόλοιπον από κρεμάστρες, ξύλα οικοδομής, βελόνες πλεξίματος……

Ένα λακωνικό "Ναι" διαδέχθηκε την ερώτησή μου:
-Κυρία έχω βρει από την εγκυκλοπαίδεια της Αντιγόνης Μεταξά (θείας Λένας) ένα θεατρικό του Σπύρου Μελά για την 25η Μαρτίου. Να το φέρω να το παίξουμε;
Όντως υπήρχε βάση στα όσα της είπα, διότι δεν μπορεί να ξεκινήσει μια καλλιτεχνική πράξις χωρίς εμπνευστική αφορμή. Είχα βρει στην εγκυκλοπαίδεια ένα απόσπασμα ενός θεατρικού του Σπύρου Μελά, όμως χωρίς να το λάβω ουδόλως υπ’ όψιν έγραψα - «έγραψα» που λέει ο λόγος - ένα άλλο τελείως δικό μου έργο πατριωτικόν, μια κόλλα διαγωνισμού όλο κι όλο το οποίον το παρουσίασα ως παιδικόν θεατρικόν του Σπύρου Μελά. (Τώρα που το σκέφτομαι εάν τότε είχαν διαδοθεί τα φωτοτυπικά μηχανήματα, μια τέτοιου είδους απάτη δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει). Η κυρία Ν. το ενέκρινε - φαίνεται ως ψευδεπώνυμος συγγραφεύς είχα αγγίξει τον πατριωτισμό της. «Κυρία όμως θα χρειαστούμε με τα παιδιά πολλές πρόβες», της είπα – ω, του θράσους, πριν καν της ζητήσω την άδεια είχα αυτοαναγορευτεί σε σκηνοθέτη, διότι σε αυτό εξ αρχής απέβλεπα. Οι πρόβες, παρόλο που ήμουν προετοιμασμένος για παζάρια, ενεκρίθησαν επίσης λακωνικώς: «Να ξεκινήσετε από αύριο κάθε απόγευμα».

Τώρα πλέον μπορούσα να είμαι ασύδοτος. Πέρασα όλους τους άρρενες συμμαθητές στο καστ, διότι ήθελα να συνδυάσω την εύνοιά τους με την αίγλη της υπερπαραγωγής. Και πηγαίναμε κάθε απόγευμα στην αυλή του σχολείου, μέχρι και την προγενική της 23ης Μαρτίου 1968 και κάναμε πρόβες τις ξιφομαχίες του έργου. Λίγο πριν την γενική, η οποία έλαβε χώρα ενώπιον της κυρίας Ν. και του διευθυντού δύο ώρες πριν την σχολική γιορτή, μάθαμε και τα λόγια μας: αλλεπάλληλοι μικροί διάλογοι που κάθε πρότασή τους ξεκινούσε, ή οπωσδήποτε περιελάμβανε την κλητική προσφώνηση «ωρέ,…».

Λυπούμαι διότι ο ιστός των συμβάσεων, που καθώς μεγαλώνω γίνεται όλο και πιο πυκνός, συσκοτίζει την μνήμη μου. Ό,τι δεν έχω ξεχάσει σχετικά με το σενάριο, εκτός φυσικά από τις αλησμόνητες ξιφομαχίες, το γράφω παρακάτω με την ελπίδα γράφοντας να θυμηθώ κι άλλα:
Πρέπει να ήταν ένα έργο με θέμα τους Σουλιώτες. Γιατί είχα επιλέξει το πιο χοντρό παιδί της τάξης που μάλιστα είχε το επώνυμο (όχι παρατσούκλι) Μπάλας, για να κάνει τον Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς, σ’ αυτό το opus 1 και μοναδικό θεατρικό μου, ήταν σχεδόν βουβό πρόσωπο. Το μόνο που είπε κατά την πρόωρον κορύφωσιν της πλοκής διατάσσοντας την εκτέλεση ενός ήρωος κρατουμένου ήταν: «Πάρτε τον, ωρέ». Τότε, βεβαίως, οι γενναίοι Έλληνες, που λαθραίως πως είχον παρεισφρήσει στο παλάτι του, έβγαζαν τα κρυμμένα σπαθιά τους και μετά από ξιφομαχία η οποία είχε κατοχή χρόνου στα 4/5 του όλου έργου, εξολόθρευαν τη φρουρά του Αλή Πασά και προς δόξαν της ιστορικής επιστήμης και τον ίδιον τον Αλή Πασά. Βεβαίως, έμμεσα, με την έκβαση αυτή είχα αχρηστέψει και κάθε νόημα συνέχειας της γιορτής, γιατί ακόμα αναρωτιέμαι τι θέση είχε ο χορός του Ζαλόγγου που μετά τον «θεατρικό θάνατο του Αλή Πασά» χορέψαν οι συμμαθήτριές μου.Θυμάμαι επίσης, ότι το κάστινγκ το έκανα με βάση τις συνειδητές συμπάθειες. Στον ρόλο των Ελλήνων ήταν όλοι οι φίλοι, ενώ για τους ρόλους των Τουρκαλβανών είχα επιλέξει όσους δεν μου έκαναν ούτε κρύο, ούτε ζέστη, καθώς και μερικές αντιπάθειές μου. Ο μόνος που επελέγει αξιοκρατικά ήταν ο Μπάλας. Επίσης, ένα παιδάκι που ήταν μάρτυς του Ιεχωβά το είχα βάλει να κάνει τον προδότη, όχι όμως επειδή ήταν μάρτυς του Ιεχωβά, αλλά επειδή η φυσιογνωμία του ήταν κάτι προς το Αρτέμης Μάτσας, στο πιο καχεκτικό και μαυριδερό. (Πολύ αργότερα, λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία, αυτό το παιδάκι ανέλαβε όλη η τάξη να το προσηλυτίσει στην ορθοδοξία και μάλιστα σε ένα διάλειμμα το βαφτίσαμε στη γούρνα με τις βρύσες του σχολείου, έχω θολή την ανάμνηση, με ή και χωρίς τη θέλησή του). Αυτό το παιδάκι, ως προδότης ονόματι Ιβάν (κάτι θα είχα ακούσει και για σιδηρούν παραπέτασμα και τα μπέρδεψα στο έργο), προσποιούμενος αρχικά μέλος της Φιλικής Εταιρείας κατόπιν κατέδωσε όλους τους Έλληνες ως επαναστάτες και ο Αλή Πασάς, παρότι ωφελήθηκε από την προδοσία , τον εξετέλεσε τον Ιβάν με το ίδιο του το σπαθί, γιατί στους προδότες μόνον ο θάνατος αρμόζει, (κάπου αλλού το είχα δει αυτό). Ακόμα, σε ρόλο Τουρκαλβανού αξιωματούχου, είχε επιλεγεί και ο συμμαθητής μου ο Νίκος Βελλής, ο οποίος μολονότι φίλος μου, διέθετε δύο απαράμιλλα προσόντα για το ρόλο, πρώτον ότι Βελλής λεγόταν, γνωστόν από τον Καραγκιόζη, ο γαμπρός του Αλή Πασά, και δεύτερον η φιγούρα του Βελλή στο θεάτρο σκιών ήταν ένας ξερακιανός, όπως και ο συμμαθητής, που αν και ως φίλος μου εδικαιούτο να είναι στο ελληνικό στρατόπεδο, δέχτηκε ωστόσο τον ρόλο του γαμπρού του Αλή Πασά, υπό τον όρο να ξιφομαχήσει περισσότερο απ΄ όλους και να σκοτωθεί τελευταίος. Συμφώνησα, και βεβαίως ξιφομαχήσαμε μαζί, καθόσον είχα προβλέψει επίσης να ξιφομαχήσω περισσότερο από κάθε άλλον και συνεπώς κατά μία σπαθιά περισσότερο από αυτόν. Κρατούσα ένα ξύλινο γιαταγάνι που είχα φτιάξει με τη βοήθεια του παππού μου, διότι θέλει τέχνη να πριονίσεις κυρτά μία σανίδα ξύλο και να φτιάξεις ένα γιαταγάνι μονοκόματο με τη λαβή του. Όμως, όσο κι αν βασανίζομαι, δεν θυμάμαι ποιόν ρόλο έπαιζα στο έργο. Το βέβαιον είναι ότι ήμουν Έλληνας.

24/3/09

kukuzelis: Σημειώσεις για τα μεγαλεία και τις δυστυχίες των διανοουμένων.

*
Φιλοδοξεί να γίνει συμπλήρωμα του προηγουμένου.

«Τέλος, έχω ξαναπεί
για τους διανοούμενους
της Τουρκίας.
Αξιοθαύμαστοι άνθρωποι
»

[Στο ποστ παρεμβάλω βιντεάκια (όλα με τη Γκρέης Τσάνγκ) από το Χονγκ Κόνγκ, την εποχή που ο Μάο ετοίμαζε το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός. Έτσι, για να θυμόμαστε ότι πάντα ο κόσμος (οι διανοούμενοι;) θυμόταν να διασκεδάζει. Το θέμα δεν είναι η «η ασφάλεια, η ησυχία, η ζεστασιά».]


*

Η γραμμή του ορίζοντος. Διεύρυνε λιγάκι, χρονικά ή ιδεολογικά, τον ορίζοντα και ιδού, το τοπίο μεταλλάσσεται.

*

Εκείνο το βιβλίο που μ’ αρέσει. Πολύ! Πάρα πολύ! Το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου.

*



Δεκαετία του 50 [ ; ]. Η Καίτη Δρόσου παίρνει ένα δελτάριο από την Λήμνο. Από τον Άρη Αλεξάνδρου. Της γράφει :
«Εδώ τρώω κλωτσιές απ’ τους δικούς μας»
«-και δεν κατάλαβα λέξη», προσθέτει η Δρόσου.

*

Ο Τάσος Λειβαδίτης εξομολογείται στον Αλεξάνδρου:
«Θα παρατήρησες βέβαια ότι ο κύκλος στένεψε γύρω σου· οι σύντροφοι σε αποφεύγουν και όχι μόνο εγώ. Θυμήσου την τελευταία συνεδρίαση: […] ένας φίλος μάς διάβαζε την εισήγηση του Ζαχαριάδη. Μας δόθηκαν πέντε λεπτά στον καθένα να εκφραστεί. […] Ακούω καλά, ξεστόμισες, ή έχω παραισθήσεις; […] Παραδεχτείτε την ήττα, πέστε στους συντρόφους πως θα κάτσουν εδώ πέρα άλλα είκοσι ή τριάντα χρόνια. Εγώ έκαψα τη γούνα μου, μα είμαι μόνος· υπάρχουν όμως ανάμεσά μας φαμελίτες, σπιτικά ρημαγμένα. Πέστε τους πως νικηθήκαμε, να πάρει ο καθένας την απόφασή του.»

Η συνέπεια, εκ στόματος Λειβαδίτη:
«Κι έπεσε η κατηγορία για ηττοπάθεια ως στοιχείο που διαβρώνει συνειδητά το αγωνιστικό πνεύμα των συντρόφων»

Καίτη Δρόσου:
«Η απόφαση να απαγορευτεί κάθε επαφή μαζί του, να απομονωθεί, κοινοποιήθηκε σε όλη την επικράτεια, δηλαδή σε όλους τους τόπους εξορίας, φυλακές, κρατητήρια, τμήματα μεταγωγών. Ο [Γιάννης] Ρίτσος […] μόλις τόμαθε ταράχτηκε και ανέλαβε την υπεράσπιση του Άρη.»


Λίγο αργότερα, στον Άγιο Ευστράτιο, ρήξη Άρη Αλεξάνδρου – Γιάννη Ρίτσου.

Καίτη Δρόσου:
«[…] κρατούμενοι ή όχι, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, ανταλλάσσουν γραφτά και το ποίημα που […] δείχνει ο Άρης [στον Γιάννη Ρίτσο] απορρίπτεται [Ρίτσος:] ‘Πώς αφέθηκες σε τόση απαισιοδοξία, τώρα που τα πράγματα μαλακώνουν, τώρα που […]’.
Ο Άρης, κατά το συνήθειό του, δεν έβγαλε μιλιά. Πηγαίνει όμως την επόμενη ή την μεθεπόμενη στο καλυβάκι του Γιάννη, με ένα άλλο ποίημα. Όχι άλλο, αλλά το ίδιο, σε αισιόδοξη εκδοχή. Όπου ο Γιάννης ενθουσιάζεται: ‘Το ‘ξερα, ήμουν βέβαιος ότι δεν θα το βάλεις κάτω· έτσι μπράβο Αρίκο μου, να το ποίημα, να το’. –‘Εάν’, η απάντηση του Άρη, του μουζίκου […] ‘εάν εσύ ο φίλος μου ο ποιητής, ο δάσκαλος μου που με ξέρεις βρίσκεις το ψεύτικο καλό και το αληθινό σκάρτο, δεν είμαι απλώς ένας επιδέξιος ταχυδακτυλουργός […] αλλά ένας κοινός και αδίστακτος απατεώνας, και δεν ξαναδείχνουμε τα γραπτά μας.’»
*

Ο Αλεξάνδρου έχει καταδικαστεί από το στρατοδικείο σε «δέκα χρόνια ειρκτή για ανυποταξία».



Οι αποφάσεις όμως, αποφάσεις. Καίτη Δρόσου:
«Η απομόνωση [του Άρη Αλεξάνδρου από τους ‘συντρόφους’ του] είναι του λοιπού οριστική, έως την αποφυλάκισή του. Έως το τέλος του 1958 ο Άρης βρίσκεται στα Γιούρα.»
Και πώς αντιδρά ο Άρης, εξορισμένος στον Άγιο Ευστράτιο; Καίτη Δρόσου:
«Ξύρισε το κεφάλι του, δεν ξανάραψε τα κουμπιά στο παλτό του, στη θέση τους έβαλε μια παραμάνα. Το αντίσκηνο όπου έζησε από κει και πέρα χαρακτηρίστηκε ως το αντίσκηνο των ελαφρώς σαλεμένων διανοητικά. […] Στη μεγάλη πλημμύρα που ξεσήκωσε και παρέσυρε τα πάντα στη ρεματιά παρέμεινε ξαπλωμένος στο κλινάρι του, από όπου παρατηρούσε με βιβλική αταραξία και περίμενε να ανέβει η στάθμη του νερού ίσαμε το στρώμα του»
Αργότερα. Γιούρα. Καίτη Δρόσου και πάλι:
«Στη διάρκεια της εκεί παραμονής του ζει μόνο τη νύχτα. Την ημέρα κουκουλωμένος με μια κουβέρτα, κάνει πως κοιμάται διότι δεν του μιλάει κανείς. Κανείς από τους συγκρατούμενούς του, ογδόντα τον αριθμό, σ’ έναν θάλαμο χωρίς προαυλισμό. Δεν τον θεωρούν δικό τους.»



Αναζητείται επειγόντως Πέρυ Άντερσον, να καταδικάσει τον Αλεξάνδρου για «pensée unique, ιδρυματοποίηση, επανάπαυση και αυτισμό.» Η γνώμη μου είναι ότι κάθε εποχή ζει αυτήν την ιστορία, μόνο που σήμερα το παιχνίδι παίζεται, χωρίς άλλοθι, σε υπαρξιακό επίπεδο.

*

Όλα τα αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου: «Γιάννης Ρίτσος, Τροχιές σε Διασταύρωση, επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, πρόλογος Καίτη Δρόσου, επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις: Λίζυ Τσιριμώκου, εκδόσεις Άγρα»

*

ΥΓ. Η σύγκρουση του Άρη Αλεξάνδρου με τον Γιάννη Ρίτσο ξεπεράστηκε τελικά.

Έχουν γυρίσει και οι δυο από την εξορία. Η Καίτη Δρόσου συζεί με τον Άρη.

Καίτη (στον Άρη): Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, εγώ, εξακολουθώ να συναντιέμαι με τον Ρίτσο.
Άρης: Ε, τότε γιατί δεν του λες να 'ρθει. Πες του να 'ρθει.

Και η Καίτη συνεχίζει: "Αυτό ήταν. Στο μπαλκόνι της οδού Σπετσών ξανάρχισαν οι συζητήσεις και οι μονόλογοι, και από τις δυο μεριές. Η γειτονιά βούηξε από τη στεντόρεια φωνή και τον λεκτικό χείμαρρο του Ρίτσου. Μόνον όταν πήγαινε να ξημερώσει, γύρω στις πέντε το πρωί, έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι του. Με τα πόδια. Από την Κυψέλη ως τα Λιόσια."

*

23/3/09

Ο Sraosha για τη μαλακία των διανοούμενων



(ξεκίνησε ως σχόλιο-απάντηση στη Μαντάμ εδώ.)

Η αναλυτική κατηγορία 'οργανικός διανοούμενος' δεν υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό του έγκλειστου Γκράμσι, αποτελεί απεναντίας ένα ιδανικό εργαλείο προσέγγισης του πώς σκέφτονται και λειτουργούν οι διανοούμενοι και οι λεγόμενοι άνθρωποι του πνεύματος.

Δεν υπαινίσσομαι ότι όλοι μας πρέπει να είμαστε μαχητικοί, γενναίοι και αγέρωχοι. Ούτε μπορούμε, ούτε χρειάζεται. Δε λέω ότι θα πάμε να γίνουμε ιερομόναχοι της επανάστασης, φορώντας ένα σακί, τρώγοντας Κάββουρα και Σάββα και πίνοντας άμστελ και χασίσια. Αντιλαμβάνομαι ότι όσο πιο ελκυστική γίνεται η ζωή, τόσο λιγότερο θες να τη θυσιάσεις. Όσο ευχερέστερη γίνεται η ασφάλεια, η ησυχία, η ζεστασιά, τόσο δυσκολότερο είναι να κατεβεί κανείς στον δρόμο.

Το αστείο όμως είναι όμως ότι ειδικά οι διανοούμενοι / λεγόμενοι άνθρωποι του πνεύματος έχουν τα λιγότερα να χάσουν από όλους τους υπόλοιπους: κανείς δε θα απολύσει τον συγγραφέα Χ επειδή επικρίνει την εξουσία (μια εξαίρεση ήταν ο Περικλής Κοροβέσης, που τράβηξε κάμποσα όταν του καταλόγισαν ότι ήταν ο αρχηγός της 17Ν), δε γίνεται να παυθεί ο καθηγητής Ψ για την όποια πολιτική του δράση (βεβαίως, ίσως χάσει το τραίνο της προαγωγής γιατί σεκλέτισε τις νεολαίες, τις γερουσίες και τους Εφόρους), δεν περιμένουν στη γωνία τον καλλιτέχνη Ω για να του κάψουν τη BMW με ποτάσα, ακουαφόρτε ή βιτριόλι. Κι όμως, δεν είναι αυτοί που βγαίνουν μπροστά -- είναι ο κάθε υπάλληλος, εργάτης, ντελιβεράς κτλ.

Επιπλέον, δε χρειάζεται ο Χ, ο Ψ και ο Ω να είναι (γκουχμ) αριστεροί. Δε χρειάζεται καν να κατέβουνε στον δρόμο: αρκεί να πούνε μια κουβέντα, να γράψουν δυο λέξεις, να κάνουν ένα χάπενινγκ: έτσι και το ανασφαλές και αδηφάγο εγώ τους θα ταΐζαν και και τη σπάθη του Δικαίου θα κραδαίναν προς εκταμίευση δόξας κι υστεροφημίας.

Απεναντίας, βλέπουμε μια κάστα ανθρώπων με τη δυνατότητα να δημοσιεύουν αλλά με προβληματική κατάρτιση και ελλειμματική καλλιέργεια (όχι απαραιτήτως, ωστόσο), να ξιφουλκεί με σθένος και ορμή υπέρ της συγχρονης εκδοχής της καταστολής του σώματος, κατά της ελευθερίας, υπέρ της ιδιώτευσης, κατά της στοιχειώδους αλληλεγγύης, υπέρ του δικαιώματος στο κέρδος αλλά κατά του δικαιώματος στη ζωή και στην αξιοπρέπεια. Διακατέχονται όχι πια από ψυχαναγκαστική επιθυμία για αρχάρια νεαρά κορμάκια και παρτούζες, αλλά από μια τρελή λαγνεία για την εξουσία, τον κυνισμό, τον σχετικισμό που παριστάνει τον ορθολογισμό. Είτε αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ότι σήμερα 'οι άλλοι' αύριο εγώ, είτε πιστεύουν ότι η προστασία που τους παρέχει η παρδαλή οιονεί τήβεννος του διανοούμενου / πνευματικού ανθρώπου είναι απροσμάχητη. Θα έπρεπε να τσεκάρουν τα πτυχία και την καλλιέργεια του ιρακινού μπακαλόγατου, της Μολδαβής παραδουλεύτρας τους, του Αιγύπτιου μπογιατζή και της Λετονής που πηδάνε επί χρήμασι: κάποιοι από αυτούς -- όχι όλοι, κάποιοι -- ξέρουνε έως και πέντε γράμματα παραπάνω από αυτούς. Θα έπρεπε να θυμούνται ότι δεν καταρρέουν μόνον οι οικονομίες των άλλων, δεν αποσυναρμολογούνται μόνον οι κοινωνίες των άλλων.

Τέλος, έχω ξαναπεί για τους διανοούμενους της Τουρκίας. Αξιοθαύμαστοι άνθρωποι, σε μια χώρα όπου κάστανα δε χαρίζονται: θυμηθείτε απλώς και μόνο το τέλος του Χικμέτ και τη φυγάδευση και αφάνεια του Παμούκ (χωρίς να πούμε τίποτε για τους εκατοντάδες εκτοπισμένους, φυλακισμένους, δολοφονημένους -- γιατί έθιξαν είτε τον κεμαλισμό, είτε το Ισλάμ, είτε τον τουρκισμό: εμάς τουλάχιστον οι δαίμονές μας είναι ένας λιγότερος και λιγότερο δραστήριοι). Κι αν νομίζετε ότι συγκρίνω ανόμοια μεγέθη, κι αν νομίζετε ότι η Δημοκρατία μας ενθαρρύνει τη σιωπή και το consensus, θυμηθείτε τη θανατερή σιωπή της Επταετίας. Αναλογιστείτε τη ντεκαφεϊνέ εκδοχή της που μάς έρχεται. Θεωρήστε ότι κινδυνολογώ και άντε να πάτε σε καμμιά ταβέρνα με άλλους καλλιεργημένους ανθρώπους να συζητήσετε τα δεινά των Αμερικάνων, τη μονοκόμματη αφέλεια των Ρώσων, τον ασφυκτικό κομφορμισμό των Κινέζων, τη γενικευμένη χαζομάρα των Ισπανών, την τοτεμική διαφθορά των Ιταλών. Ως εδώ, όλα καλά.

Πετεφρής:Σημειώσεις χιλίων ημερών

Το πηγμένο κέντρο

Η κληρονομιά που αφήνουμε οι τελευταίοι ακμάσαντες τον εικοστό αιώνα προς τον ερχόμενο, δηλαδή εμείς που θα χαθούμε από την πόλη από σήμερα και έως το 2030,νεκροί ή υπέργηροι, είναι μιά κληρονομιά δυσβάστακτη. Το 1912, η Θεσσαλονίκη διέθετε ένα πηγμένο κέντρο με πεντέξη μεγάλες σχετικά αλάνες στην καρδιά της,και απέραντα τσαϊρια ανατολικά και δυτικά, που μόνον στο Χαρμάνκιοι και στην συνοικία των Εξοχών είχαν κάποια κατοικήσιμη ζώνη. Ίσως η πιό κρίσιμη περίοδός της ήταν η μεταπολεμική, που έχει διαστάσεις περίπου εμφύλιες. Και η πιό σκοτεινή περίοδός της είναι η κατοχική. Αυτά που συνέβησαν υπό γερμανική διοίκηση με εντόπιους υπεύθυνους διαφόρων θεσμών και μηχανισμών, δεν θα εξεταστούν με κάποια ψυχραιμία μήτε σε ολόκληρη την διάρκεια του 21ου αιώνα. Πονάνε πάρα πολύ.

Σε κάθε περίπτωση, η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, ειδικά η πόλη μετά το 1959,είχε μερικά χαρακτηριστικά: δυτικά, ήταν ένα άθροισμα από κοινότητες, μαχαλάδες και γειτονιές, από τα συμμαχικά έμπεδα και στρατόπεδα έως φαβέλες των Μετεώρων και μαζικές πολυκατοικιάσεις τρίτης κατηγορίας σε Συκιές και Νεάπολη, στα πρώτα χρόνια. Ανατολικά, ένα συμπαγές μπετόν με ελάχιστες ανάσες, μονοκοπανιά από ηλεκτρική εταιρεία έως Ντεπό. Καπάκι επάνω του το μεγάλωμα της Τούμπας και η ένωσή της, μέσω Μαλακοπής με την Καπουτζήδα. Ενα διαχρονικό έγκλημα, άν σκεφτεί κάποιος ότι την εποχή της μεγίστης ανοικοδόμησης, πρίν τριάντα και βάλε χρόνια, ο σχεδιασμός προέβλεπε και υλοποίησε το μέγα έργο των ανατολικών νεκροταφείων, εκεί όπου έπρεπε να σχεδιαστεί μιά ανατολική πλατεία Αριστοτέλους, δηλαδή ένα ανατολικό διοκητικό και κοινωνικό κέντρο.

Τέλος πάντων, και χωρίς μεγάλες γκρίνιες, η Θεσσαλονίκη κατάφερε να διατηρήσει, ακόμη και πριν είκοσι χρόνια, ένα σχετικά σπάνιο χαλάρωμα. Το μεγάλο κενό από την ηλεκτρική εταιρεία έως τον Λευκό Πύργο. Που έφτανε έως το τρίτο Σώμα στρατού. Ηταν σαφές ότι με τον αστικό θρύλο γιά την απομάκρυνση της ΔΕΘ, υπήρχε μιά αδιόρατη ελπίδα να υπάρξει ένας ευρύς μητροπολιτικός χώρος που θα μοίραζε την κυκλοφορία με σχετική δικαιοσύνη, που θα δημιουργούσε τις αποστάσεις γιά ένα ευπρεπές ιστορικό κέντρο, αυτό που περικλείεται στα τείχη που απόμειναν στην Σαλονίκη, και κυρίως, η ανατολική πόλη, που έως τότε ήταν ένα μπάζωμα από γειτονιές, μακριά από «κεντρομόλες» πολεοδομικές δυνάμεις, θα ήταν δυνατόν να αναπτύξει περιφερειακά σημαντικά κέντρα. Το πάρκο της Κρήτης, αλλά και το πάρκο της Μαρτίου. Την αλάνα της Τούμπας. Τα ανοίγματα στο Καυταντζόγλειο. Την παραλιακή ζώνη, χωρίς επέκταση της οικοδομικής γραμμής προς την θάλασσα.

Αντί γι αυτά, το πανεπιστήμιο ανοικοδομήθηκε μέχρι αποκρουστικής ασφυξίας, χτίστηκε το Βελλίδειο αλλά και ολόκληρη η η ΔΕΘ με μόνιμες εγκαταστάσεις, χτίστηκε το Μουσείο Βυζαντινού πολιτισμού και στο τέλος, καπάκι , το Δημαρχείο. Ο φόβος του κενού υπερίσχυσε παντός άλλου φόβου.

Τώρα διαθέτουμε μιά ενοποιημένη Θεσσαλονίκη, από το Δερβένι έως του Κόδρα κι από την Γεωργική Σχολή έως τα Διαβατά, αλλά εμείς δεν είμαστε πλέον οι κύριοι κάτοικοί της. Την πόλη την κατοικούν τα αυτοκίνητα. Τελεσιδίκως.

Το πηγμένο κέντρο, ήταν ζήτημα χρόνου να φέρει τα πηγμένα μυαλά. Σήμερα, χίλιες μέρες πρίν κλείσει ο ελλαδικός αιώνας της Θεσσαλονίκης (επειδή ο ελληνικός της αιώνας δεν άλλαξε ποτέ) μπορεί κάποιος να σκεφτεί μελλοντολογικά γιά την τύχη της πόλης, ή να κάνει απλώς την πλάκα του.Θα τα προσπαθήσω και τα δύο. Η πόλη μου το αξίζει εξάλλου. Ακόμη κι άν δεν υπάρχει.

Αυτά πρέπει να απαντηθούν. Από τους πολίτες. Από τους πολιτικούς. Από τους ειδικούς. Από τους διαβασμένους. Από τους αδιάβαστους. Και δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ευχάριστα.

Είναι δυνατή κάποια αυτορρύθμιση;

Οι αισιόδοξοι πολεοδόμοι μας λένε: ακόμη κι άν δεν πετύχαμε κανέναν σχεδιασμό, η πόλη καταφέρνει και αυτορρυθμίζεται. Θα πέσουν ιδιωτικά κεφάλαια, θα αυτονομηθούν οικιστικά γειτονιές, θα χωρίσει η ήρα από το σιτάρι, θα περάσει μιά περίοδος που κυριολεκτικά θα περπατάμε πάνω στις λαμαρίνες των αυτοκινήτων, αλλά λίγο το μετρό, λίγο κανένας προαστειακός, λίγο τα στρατόπεδα, δεν θα χαθούμε.
Αυτή η άποψη δεν είναι ανόητη,αλλά ανύπαρκτη, επειδή δεν παράγεται από τον μυαλό αλλά από το συναίσθημα. Μεγάλο μέρος της σημερινής Ελλάδας, είναι πλασμένο τεχνητά, πάνω σε φαντασιώσεις. Ας δούμε από κοντά τα πραγματικά προβλήματα.

Ποιά ιδιοκτησία;

Οι πολεοδομικές ρυθμίσεις απαιτούν σαφή εικόνα των ιδιοκτησιών, και δεν εννοώ μόνον το κτηματολόγιο.Παράδειγμα: η οικογένειά μου ήρθε από τα Γιαννιτσά το 1965, αγοράζοντας με δάνειο και δόσεις ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία.76 τετραγωνικά φορμάικας και πλαστικού, μαζί με 35 άλλες οικογένειες. Μόνον οι 3 η 4 ήταν από την πόλη.Η οικογένειά μου έχει ιδιοκτησία του 3% του οικοπέδου της πολυκατοικίας, που χτίστηκε από μπετόν το 1964 και μέσα στον 21ο αιώνα θα καταστεί οριακή η αντοχή της, λόγω της γήρανσης του σκυροδέματος και άλλων παραγόντων. Σήμερα, οι ιδιοκτήτες των 35 διαμερισμάτων δεν είναι 35, αλλα περίπου 120 και παλι λίγους λέω. Στη μέση του αιώνα, οι ιδιοκτήτες θα ξεπεράσουν τους 200. Επομένως, είναι πρακτικά αδύνατον να βρεθεί τόπος να κατοικήσουνε όλοι αυτοί στον ίδιο τόπο. Θα έχουν ένα μικρό κλάσμα οριζόντιας ιδιοκτησίας. Αν έρθει κάποιος να συνενώσει πολυκατοικίες γιά να χτίσει νέες κατασκευές, θα πρέπει οι 200 να δεχτούν ως αποζημίωση όχι κάποια αντιπαροχή, αλλά καμιά τηλεόραση της εποχής.Κανένας Σαλονικιός δεν έχει άποψη γιά την φθορά του μπετόν και την συντριβή της όποιας ελπίδας του να «σωθεί» από την γή που κατέχει. Αυτό σημαίνει κατά τη γνώμη μου ότι γύρω από το ιστορικό κέντρο, οι γειτονιές στην Ανάληψη, στην Τούμπα, στον Εύοσμο, στους Αμπελοκήπους,θα υποστούν δραματική υποβάθμιση. Ωσπου να αλλάξει η νομοθεσία περί ιδιοκτησίας νεοελληνικής γής, δηλαδή ποτέ.

Εκβιομηχάνιση και άλλα σαπάκια

Η Θεσσαλονίκη μοιάζει με δυό τρένα που επιτίθενται το ένα εναντίον του άλλου με ιλλιγγιώδη ταχύτητα σε μονή γραμμή

Από τη μιά το περιβάλλον, η πράσινη ανάπτυξη, η ήπια ανάπτυξη, οι κατηγορίες εναντίον του αυτοκινήτου, του πετρελαίου, ακόμη και των αιολικών πάρκων.

Από την άλλη, οι ρυθμίσεις στάθμευσης και κυκλοφορίας, η στοχευμένη έξωση του αυτοκινήτου(που παλαντζάρει μεταξύ κατάρας και ευλογίας) και αναρίθμητα ζητήματα ρύπανσης και κακής κοινωνικής ζωής.

Κυρίως, σε αυτό το τρένο ,ταξιδεύει η φανταχτερή πολιτική ρητορική του τίποτε.

Φαβέλες, γκέτο, γκέτο που αναδίδουν έγκλημα, άλλα γκέτο που αναδίδουν γοητεία, εισαγόμενος πολιτισμός, κρατικά κονδύλια, ακεφιά. Αν η Θεσσαλονίκη χτιζόταν κατά το πρότυπο μιάς μέσης ευρωπαικής πόλης, δηλαδή τριώροφη,θα έπιανε χώρο από τα Γιαννιτσά έως την Γαλάτιστα,κι από τον Λαγκαδά έως το Αιγίνιο. Ολες οι προβλεψεις εκβιομηχάνισης, εμπορικού κέντρου και συμπρωτεύουσας αποδείχτηκαν επικίνδυνα ανόητες. Οπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη βέβαια, με μιά διαφορά: εκεί, η αντιπαροχή είχε ήδη ξοφλήσει ως δόκιμος τρόπος ανάπτυξης ήδη εδώ και πενήντα βάλε χρόνια. Εδώ, υπάρχουν ακόμη αφελείς που ελπίζουν στην αναβίωσή της.Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ετοιμαζόμαστε να αγοράσουμε τεχνολογία ανακύκλωσης προ 30 ετών, και πάλι την θεωρούμε τολμηρή.

Από την άλλη, μέσα στην πόλη ,υπάρχει μιά υπερτέλεια μηχανή διανοουμένων πεπεισμένων γιά την οικολογική υπεροχή των όντων,αλλά που δεν θα καταφέρει ποτέ των ποτών να πείσει οποιονδήποτε ότι πρέπει να γίνει κάποιο τράμ ή να δοθεί κάποια προτεραιότητα στον δημόσιο χαρακτήρα της πόλης. Οπως και στον μεσοπόλεμο, όπου η σαλονικιά λογοτεχνία ήταν πράγματι σημαντική κα υπέρτερη, αλλα εδώ δρούσαν οι πιό αδίστακτοι τραμπούκοι. Η πόλη θα χωριστεί σε πολλά ,ανομοιογενή, θρύψαλλα.

Η αναβάθμιση του αστού

Είναι η πρώτη φορά, εδώ και πάμπολλα χρόνια, που η Θεσσαλονίκη δεν κατοικείται πλεον από καλά παιδάκια. Καλά παιδάκια ήταν και είναι οι μέτοικοι, οι παρεπιδημούντες, οι επαρχιώτες.

Εδώ και τριάντα χρόνια, οι Θεσσαλονικείς γεννούν σαλονικιούς.

Η πόλη διαθέτει μιά μεγάλη μικροαστική τάξη, που αναγνωρίζει ως ιστορική της τοπιογραφία τους λερούς δρόμους, τις απρόσωπες κατοικίες, ένα μαγαζί με πατάρι, ένα παγκάκι με τα πρώτα φιλιά. Έχουν λιγοστέψει αυτοί που έμεναν Σαλονίκη και επαινούσαν το Βλάτσι, τον Πολύγυρο, την Αριδαία. Τώρα η Θεσσαλονίκη έχει αστούς, έστω υπό ελαφρά γελοιογραφική επικάλυψη. Και οι αστοί δεν είναι καλά παιδάκια. Θα αντισταθούν σε ό,τι ταράζει το παρελθόν τους και την ιστορία τους. Ακόμη κι άν το παρελθόν τους είναι η ντίσκο «Μπαρμπαρέλα» και η ιστορία τους περιορίζεται στο πώς λέγεται το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής.

Η συγκρουσιακή λογική

Πρώτη επίπτωση, η δύναμη του «όχι». Ηταν που ήταν πανίσχυρο το «όχι» της Σαλονίκης, τώρα θα γίνει της Κορέας. Υπήρχαν ακριβώς τέσσερις άνθρωποι που γνώριζαν τι ακριβώς ήταν το Κελλάριον, αλλά εκείνο το οικοδομικό τετράγωνο, δεν χτίστηκε ποτέ. Χτίστηκε όμως Μέγαρο Μουσικής παραδίπλα .Ποιός θυμάται το «όχι» που εμπόδισε το χτίσιμο μιάς πολυκατοικίας στην περιοχή Ναυαρίνου, είκοσι χρόνια μετά την ολοκληρωτική του και βάναυση εξαφάνιση; Πώς δημιουργήθηκε ακριβώς ο αστικός μύθος της υποθαλάσσιας;

Απαντώ: όπως ακριβώς διαλύθηκε ο αστικός μύθος της «κακής» περιφερειακής.
Οι παλιές αξίες δεν παράγουν υπεραξία.Αλλα είναι απόλυτα αληθινό ότι βρήκαμε τον τρόπο να χαραμίσουμε την ζωή μας, γεμίζοντάς την με αγώνες που δεν έβγαλαν που-θε-νά.

Θυμηθείτε ότι οι ίδιοι άνθρωποι πήγαιναν στις διαδηλώσεις εναντίον της βιομηχανικής μόλυνσης και όταν άρχισε η αποβιομηχάνιση, στις διαδηλώσεις εναντίον της απομάκρυνσης των ρυπογόνων βιομηχανιών.

Τα ζόρικα

Αρνούμαι να δώ μιά Θεσσαλονίκη χωρίς αεροδρόμιο στα δυτικά, χωρίς μεγάλο πάρκο στη θέση της Μίκρας, χωρίς αλλαγή όλων των κοιτών των ποταμών Γαλικού, Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα, που θα δημιουργούσε το μεγαλύτερο πληρες οικοσύστημα από το Καλοχώρι έως τον Μακρύγιαλο, επικοινωνώντας με την Χαλκιδική μέσω γέφυρας ή σήραγγας από παλιομάνα σε Αγγελοχώρι. Να τελειώνει η σιχαμερή ιστορία με τα δάση και την σχετική υποκρισία και να ξεκινήσει ο ορισμός του Σέιχ Σου και ολόκληρου του Χορτιάτη ως άχτιστων αστικών πάρκων.Η Εγνατία να ενισχύσει την τάση γιά προαστειακή επικοινωνία, και οι Σαλονικιοί να ζούνε από την Έδεσσα και την Βέροια έως την Νιγρίτα και τας Σέρρας.Να ξεχάσουμε, με λίγα λόγια τον Καλατράβα και να εξελίξουμε τις ιδέες του Δοξιάδη και άλλων που δεν τους ξέρουμε επειδή τους φτύνουμε.

Τα πιστεύεις αυτά, τα πιστεύεις;

Κανένας μας δεν είναι προφήτης. Ακόμη κι άν δέκα λέξεις από τις παραπάνω πλησιάσουν την επαλήθευση, θα είναι τελείως τυχαίο.Αλλά θα ήταν θαυμάσιο να πλαθαμε πιθανά σενάρια. Αν πέσει φτώχεια γιά πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνια, τι κάνουμε, καρντάσια; Θα αρχίσουμε τις ρητορείες γιά τον μητροπολιτικό μας Δήμο; Άν η πόλη αρχίσει να ζαρώνει, επειδή η Λάρισα, η Κοζάνη ή η Δράμα θα έχουν καλύτερες ευκαιρίες, τι κάνουμε, παίδες; Κινδυνολογούμε;


['Ενα μέρος από αυτά τυπώθηκε στον χτεσινό Αγγελιοφόρο, γιά το αφιέρωμα "χίλιες μέρες πρίν το 2012".Δημοσιεύω εδώ την πρώτη ύλη]

22/3/09

Ξυδάκης για τους νετσαγεφικούς



αφιερωμένο σε πολλούς και διάφορους

Παραθέτω τρία αποσπάσματα από το τελευταίο κείμενο του Ξυδάκη -- πάρα πολύ καίριο και κατευθείαν για ανθολογία. Οι υπογραμμίσεις όλες δικές μου.
Μπορώ να αντιληφθώ τις αναγωγές, τους συμβολισμούς, πώς η βιτρίνα της οδού Σκουφά και το Audi συμπυκνώνουν την πλουτοκρατία και την αδικία· αδροί συμβολισμοί, αλλά αναλόγως αδρούς συμβολισμούς χρησιμοποιεί και η κοινωνία του θεάματος για να σαγηνεύσει και να εκμαυλίσει· μερικές ώρες τηλεθέασης σε μεσημεριανάδικα και εσπερινά παράθυρα αρκούν. Αυτή η αναλογία επί του συμβολικού και της ρητορικής, μας δείχνει ωστόσο το Σύστημα και τους Εχθρούς του επίσης ανάλογους· αντιστρόφως ανάλογους, ίσως, αλλά δομικά ανάλογους. Κατοπτρικούς, θα έλεγα. Το κυρίαρχο θέαμα κατασκευάζει χαύνους υπηκόους με τον φενακισμό, με το μόλις διακρινόμενο ψέμα, με την αντιστροφή του κόσμου, με την καλλιέργεια του φθόνου· δρα κυρίως συμβολικά, αποικίζει το φαντασιακό. Ο εχθρός του κυρίαρχου τού επιτίθεται αντιστρέφοντας και εντείνοντας τη ροή της βίας· παράγοντας βία επίσης συμβολική: η τσακισμένη βιτρίνα δεν αλλάζει τις σχέσεις εξουσίας, δεν μεταβάλλει τη διανομή του πλούτου, σπείρει όμως την ανασφάλεια, διαχέει αόριστο φόβο, θαμπώνει τα περιγράμματα. Ποιος είναι το Σύστημα; Ο καταστηματάρχης; Ο καφετζής; Συμβολίζουν την εξουσία ή το κεφάλαιο, όπως τα συμβολίζουν φερ΄ ειπείν οι τράπεζες ή τα κρατικά κτίρια; Οχι. Συμβολίζουν ενδεχομένως την κατανάλωση. Μα και ο κάθε σφυροκόπος σε κάποιο καφενείο καταθέτει τον οβολό του, καταναλωτής είναι και αυτός, σε εγχρήματη οικονομία κινείται.
Οπως περίπου έγραψε ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, το βίαιο ξέσπασμα των διαδηλώσεων του Δεκεμβρίου μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει και μπορεί να το ανεχθεί και να το αναχωνέψει, να το στοχαστεί και να προχωρήσει. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνες τις μέρες, και τις μέρες που προηγήθηκαν, ζούσαμε μια παρατεταμένη απονομιμοποίηση του κράτους, με τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και τον φόνο του 15χρονου. Αλλά η βία μεμονωμένων ολιγάριθμων ομάδων που στήνουν τη δική τους βεντέτα με το Σύστημα, τροφοδοτώντας το θέαμα της βίας, είναι άλλη ιστορία. Διότι εντέλει παράγουν εικόνες προορισμένες να καταναλωθούν, εικόνες προορισμένες να παράγουν αντισυσπείρωση και αντίδραση, εικόνες που δεν προσφέρουν ούτε δέος ούτε κάθαρση ούτε στοχασμό.
Ο μηδενιστής απαντά στον ζόφο με ζόφο, απλώνει τον ζόφο παντού, τον βαθαίνει, τον εντείνει· δεν κάνει διακρίσεις και διαφορισμούς, όλα είναι Σύστημα, για όλα είναι Εχθρός. Μόνο ο επαναστάτης κατέχει την αλήθεια, μόνο αυτός βλέπει τον Καλό Θεό, όλα τα υπόλοιπα είναι έργα του Μοχθηρού Θεού, έργα κακότητας, άξια μόνο για καταστροφή. Ο πυρήνας αυτού του εγωτιστικού μηδενισμού είναι θρησκευτικός, παλαιοδιαθηκικός· είναι παρόμοιος με ό,τι κινεί τον απεγνωσμένο Σαμψών εναντίον των αμαρτωλών, είναι παρόμοιος με τον καταστροφικό μεσσιανισμό του Ιησού του Ναυή που εξαφανίζει την αμαρτωλή Ιεριχώ. Ο,τι δεν είναι σαν εμάς, ό,τι δεν χωράει στο όραμα, καταστρέφεται. Με κάθε τίμημα.

Πετεφρής:ΛΥΣΑΡΙ

Πόθησα να χορέψω χάλι-γκάλι, αλλά όταν κατάλαβα πως αυτό ήταν δυνατό μόνον με μπαστούνι, κατέφυγα στα εύκολα: στην σπέκουλα δια του λόγου. Λοιπόν, η Ιλιάδα (και όχι η Οδύσσεια) γίνεται άκρως κατανοητή, εάν δεχθείτε την ακόλουθη ερμηνεία:
Οι θεοί είναι ενήλικα άτομα.
Οι ήρωες του έπους είναι μικρά, κακομαθημένα, αβάσταχτα παιδάκια.
Τίποτε άλλο.
Μόνον παιδάκια τσακώνονται αφού ανταλλάσσουν απειλές του τύπου "θαφασχώμαθαδεις" ή "εμεναοπατέλασμουειναικαλύτελος". Και μετά την νίκη, αποκτούν τα όπλα του νικημένου.
Μόνον παιδάκια δεκατριάχρονα πηγαίνουν στον πόλεμο με τα τέκνα τους, ώστε τελικά να συνυπάρχουν, όπως ο Αχιλλέας με τον Νεοπτόλεμο.
Διαβάστε μιά ραψωδία βασταζόμενοι στα πτερά αυτού του πνεύματος, και θα με θυμηθείτε.
Και τώρα, πάγω να εύρω την κατάλληλη βακτηρία, ίνα χορεύσω. Κρίση έχουμε, βάστα με να σε βαστώ, να πελνούμε τον καιλό.

Και πάλι την προσοχή σας, παρακαλώ



Ξεκίνησα να πάω σε μια συζήτηση για την οικονομική κρίση. Όλα κλειδαμπαρωμένα. Παίρνω αυτόν τηλέφωνο, "αναβλήθηκε η συζήτηση, είμαστε στα 'Καλά Καθούμενα' τώρα" λέει. "Α, έτσι τελειώνει η πολιτική εδώ, με καφέδες" έσπευσα να σκεφτώ. Όμως στα Καλά Καθούμενα είδα το άνθος της ελληνικής κυπριακής μπλογκοκοινωνίας μεσα σε πολύ κόσμο να πηγαίνει προς τα κάπου. Κατευθύνθηκαν στα σκαλάκια της Φανερωμένης. Μαζί τους δικηγόροι, πιτσιρίκια, νοικοκυρές, ανάρχες, δάσκαλοι, καλλιτέχνες, μαθητές, δημοσιογράφοι -- μέχρι και καθηγητές πανεπιστημίου. Έγινε μια πρωτότυπη πολιτική συζήτηση πρωτοφανούς ωριμότητας για το πώς θα αντιδράσουμε στα πρόσφατα αίσχη. Πάρθηκαν κάποιες αποφάσεις και ορίστηκε μια συντονιστική επιτροπή. Και μετά έγινε το απίστευτο.

Θα ανανεώσω μόλις δω ποστάκια κι άλλων. Αντιγράφω γραπτά μηνύματα που έστελνα κατά τη διάρκεια της πορείας:

19:36. Πορεία τώρα: Λήδρας-Μακαρίου.
19:50. Αυθόρμητη πορεία! Κατεβαίνουμε τη Μακαρίου. Δικηγόροι, καθηγητές, δάσκαλοι. Χαμός.
19:53. Σφυρίχτρες, συνθήματα: χαμός!
20:00. Καθιστική Μακαρίου και Διγενή Ακρίτα
20:05. Ήρθαν τα κανάλια.

Έπεται συνέχεια. Δείτε κι εδώ. Φωτογραφίες και ρεπορτάζ εδώ.

Ποστάκι του Γ. Στρατή εδώ.

21/3/09

kukuzelis: εκεί που είσαι, ήμουνα...

στον Πετεφρή.

συνέχεια, κατά κάποιον τρόπο, του προηγουμένου.

*
Στην εποχή της (όταν ήταν ωραία, στην ώρα της δηλαδή), κάθε χώρα φιλοδοξούσε να έχει μία:


τα λόγια, αν και δεν καταλαβαίνω γρυ.

*
Αλλά ήταν πολύ δύσκολο:


μέσω terr-bo

*

Τα χρόνια πέρασαν. Κι εγώ την πάω ακόμα.



Από την ταινία Μαρία Αντουανέτα.

*

Πετεφρής:Το δικαίωμα της ισηγορίας

Την είχα υμνήσει και παλαιότερα, την ηρωίδα ενός εσπρέσο. Τώρα την χτύπησα με την κάμερα, φροντίζοντας να βρίσκεται δίπλα στο πληκτρολόγιο, με γεμάτη μπαταρία. Τι κανίσκι να προσφέρω; την φωνή της πεθαμένης, σε μιά ταινία δεκαπενταετίας, γεμάτη υποδόρεια φιλοσοφία αντιγράφων, μπόσικη ταινία.

Πώς αυτό το μέλος έγινε Θεός άν είναι ,ένας θεός το ξέρει ,πάντως κανένας από τους γειτονικούς μου. Στην στιχουργό του χρωστάω εκείνο το μαύρα νερά λουστρίνια, που την αθωώνει ισοβίως στην κρίση μου. Μήτε εκείνο το δεύτε φώς της αποδίδω. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, δεν είναι που ο Γκόρανε χαραμίζει την τέχνη του γιά να περνάει καλύτερα.Δεν είναι που οι στίχοι των τραγουδιών του ελληνιστί χάνουν ένα απειρελάχιστο κλικ, που τα καθιστά μελούρες. Και τα ρόκ τραγούδια πάσχουν από τον ίδιο ανελληνισμό (με εξαίρεση τον νοσταλγό του ροκενρόλ , το τσικαμπούμ και τέτοια) αλλά δεν έχασε η βενετιά καρβέλα που δεν πέτυχε ο γάμος. Υποθέτω λοιπόν ότι μου την βαράει κατακέφαλα η λεγόμενη γυναικεία συσπείρωση σε αμφιθέατρα και συλλογές νυχτερινών κέντρων, και ο τρόπος που ανεμίζουν τα χέρια υμνώντας το θεός άν είναι. Ενώ το δικό μου το ξενάκι, η παινεμένη με την πλατυινία, κρατάει το φελτζάνι και φλυτζάνι και αργότερα το μπρίκι στα χεράκια της. Τόσο πολύ; τόσο πολύ. Αφού ο εσπρέσο μου αφανίζει το στομάχι από τον πόνο, αλλά κάθε φορά που αισθάνομαι πως θα τον αντέξω ,παραγγέλνω έναν, γιά να μετέχω στην ατμόσφαιρα.

20/3/09

Την προσοχή σας παρακαλώ

Η κυπριακή αστυνομία δέρνει, τα κυπριακά δικαστήρια αθωώνουν. Λαμπρό παράδειγμα μιας δικαιοσύνης που "βρίσκεται πολύ ψηλά" (και μακριά από τα πάντα, προφανώς). Είμαι βέβαιος πως θα μεταλαμπαδευθεί και στη μητέρα Ελλάδα.

19/3/09

μπερεκέτης: ΚΑΣΤΡΟΤΑΦΗ

Το άωλον ερατίζω
και περινίβεται η χλίβη μου
εις το βάλλος των νημενών.

Η αγχωνία ενός σμικτρού βάχου που αναβλυχάται
προφημεύει την έρχευσή των.

Και ήδη ναι!
Ο ορινίζων στεύει
απ' τους λωλοφρυγμούς του χόχλου:

"Οι Βάρδαλοι, οι βάρδαλοι......".

18/3/09

Πετεφρής:Η προστακτική

κλείσε τα μάτια(ΟΝΙΡΑΜΑ)
και δυό κρινάκια του Απριλιού /να βάλεις στ΄ανθογυάλι(ΜΥΡΤΙΑ)

Υπάρχουν δυό ποιήσεις: του Τυρταίου και του Πινδάρου. Από την πρώτη έχομε κληρονομημένη την προστακτική, την υπόδειξη,το καθήκον. Επτά τουλάχιστον στα δέκα τραγούδια των τελευταίων τεσσάρων ινδικτιόνων, διαθέτουν προστακτικό έρεισμα. Κάνε αυτό, κάνε το άλλο. Μη με πιάνεις εκεί, πιάσε με αλλού. Από τον Πίνδαρο έχουμε απλώς τους διαφημιστές. Από το να παινεύουμε τον Πυθιονίκη ή τον γίγαντα που έξεστι Κλαζομενίοις παραληρείν,γλυστρήσαμε στα παινέματα των μοσιονίστας.
Παραδόξως, ο Πίνδαρος άφησε πολυ έργο ενώ γιά τον Τυρταίο, αμφιβάλλουν ακόμη και γιά την καταγωγή του.Βαρέως προσβάλονται οι Λακεδαιμόνιοι που ένας κουτσάβλας των αττικών περιχώρων, Αφιδναίος, τους γλύτωσε.Δεν θα έπρεπε. Στις Αφίδνες έκρυψε ο Θησέας την Ελένη,προ των Τρωικών. Και ο άνθρωπος μπορούσε να πατάξει Μεσσηνίους επειδή, υπό την ευρεία έννοια, ένας μεσσήνιος ήταν κι αυτός ως προς του Γκαγκαραίους. Από τα αποσπάσματα του Τυρταίου, θυμάμαι μόνον μέρος της μετάφρασης: τι τιμή στο παληκάρι όταν πρώτο στη φωτιά/σκοτωθεί γιά την πατρίδα με τη σπάθα στην δεξιά. ο μεταφραστής είχε μάλλον υπόψη του την μάχη του Πέτα ή τον παλληκαρά τον Μπουρμπακί στα χρόνια της κομμούνας. Καθώς αποκλείονται από την σύγχρονη ηρωική ποίηση οι ζερβοκουτάλες, κατέληξα άκεφα στον Πίνδαρο ως καταστατική , συστημική επιλογή.Αντί λοιπόν να τρέχω με το κοπτερόν και λιγυρόν σπαθί μου, με το κράνος βαρύ στο σκοτάδι, στης Πίνδου μας τις κορφές που θαρρείς τ΄αστέρια φιλούνε, ολοκληρώνω εγκώμια, λιβέλους, επαίνους και σχοινοτενή μακαρόνια που διαδίδουν άσφαιρες ιδέες. Το μόνο που προσέχω σε αυτήν την ηλικία , είναι μή το παραξηλώνω με τις προστακτικές, αφού δεν σιχαίνομαι κάτι άλλο με τέτοιο πάθος...

17/3/09

Πετεφρής: BAXTERS GARDEN

Ένας χορευταράς βουστασιάρχης μου θύμισε την μάρκα Baxters "που ήταν ακριβή στην Αγγλία". Αλλά κυρίως με έβαλε σε εκείνο το τριπάκι μάταιης οικονομίας και αιματηρών συνδυασμών που τραβούσαν οι σπουδαστές στην Ιγγλιτέρα.Αυτό δεν γίνεται με κανέναν τρόπο στην Ελλάδα από Έλληνες.
Το πιό φτηνό είδος στα εγγλέζικα συνοικιακά πακάλικα ήταν τα αρνίσια πνευμόνια ,που θα θεωρούσαν σκυλοτροφή και γατοτροφή. Επίσης τα μακαρόνια, τουλάχιστον πρίν 30 χρόνια, επειδή ήταν ακόμη μέρος της "ηπειρωτικής δυσπιστίας". Να φανταστείτε πως παίνευαν τα κρασιά από το Κέντ.
Εγώ προτιμούσα την Κάμπελς επειδή τιμούσα τον Γουόρχολ. Με την πρόσφατη αρρώστεια μου, ανακάλυψα κάθε είδους σούπες, οπότε πήρα και Baxters.
Αποκάλυψη: δρούν μέσα μου όπως το τσιγάρο. Με εμπνέουν .Άρχισα να ξαναγράφω με κέφι και συνειρμούς. Διατηρώ ποιητικές ιδέες και ενίοτε τις πετυχαίνω.
Μιά παρατήρηση: συνήθως δεν είμαι ζοχάδας. Κακός είμαι. Μετά την σουπολαγνεία, έγινα άκρως νευρικός, τσιρίζω, αρνούμαι να εξετάσω τα επιχειρήματα του άλλου. Χωρίς να έχω δικά μου. Τρώω Χάιντς; ασταδιάλα.Μπάξτερς; αντεκαιγαμήσου. Κάμπελς; είσαιαπέραντοσμαλακοκαύλης.
Μάλλον πρέπει να το γυρίσω στά γιουβαρελάκια,προς επανάκτηση του αρχαίου ήθους...

16/3/09

RaZzMaTaZz

"Είναι Σάββατο βράδυ και μετά από ένα μπουκάλι φτηνό κρασί το πρόγραμμα λεει ρέηβ πάρτυ στην dodgy άκρη της πόλης, σε μέρος όπου παλιά ήταν μάντρα αυτοκινήτων, ο πορτιέρης στρίβει ένα βουνό τρίφυλλα και στην είσοδο μας ψάχνουν για μαχαίρια. Καλωσήρθατε στη στρατόσφαιρα. Ψυχεδελιές και τα μυαλά στα στρόμποζ, φωσφοριζέ κόσμος, χορός μέχρι τελικής πτώσης, το πάρτυ γαμάει ασύλληπτα."

RaZzMaTaZz

*

Ακόμα δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί όσοι ασχολήθηκαν επισταμένα με τα ξενόγλωσσα είδη, έχουν καλύτερη αίσθηση της ελληνικής γλώσσας από μένα.

*

14/3/09

Πετεφρής:Γράμμα στον Μπερεκέτη

Ποιός παστουρματζής του ελληνιστικού κόσμου πίστεψε βαθέως ότι ο Πλάτωνας διέθετε αρχικά το όνομα "Αριστοκλής"; Δεν χωνεύω τον Πλάτωνα. Αμαρτία ομολογημένη, παραμένει αμαρτία. Δεν υπάρχει δάσκαλός του από πίσω. Γεννήθηκε με μαθητές. Έπλασε έναν Σωκράτη, που είναι πολύ πιό πραγματικός υπό την πένα του Ξενοφώντα και του Αριστοφάνη. Ηταν λογοτέχνης, ο πρώτος του είδους στον κόσμο. Δηλαδή ημίθεος.Όσο ημίθεοι ή θεοειδείς ή ένθεοι υπήρξαν όλοι του κόσμου οι τρελοί, οι σαλεμένοι, οι τραυλοί και τα παιδάκια.Η δυτική σκέψη στηρίζεται στην επιβεβαίωση της άνοιας, όσο η ανατολική παράγει ασταμάτητα κάτι συναισθηματικώς ορατά περιστεράκια. Ο κόσμος δεν σέβεται οτιδήποτε είναι σώμα. Δεν αντέχει τα πράγματα. Ο Πλάτωνας τα κρύβει, ο Αριστοτέλης τα καταγράφει γιά να μεταμορφωθούν.Στο πετεφρόμυαλο, η μαιευτική μέθοδος είναι η επιτομή της ανοησίας.Μόλις η αρχαιότητα μας αφήσει χώρο να δούμε πράγματα, απομένει ένα κενό διαμορφωμένο από αυταπάτες, που είναι ωστόσο η μόνη γνώση που μπορεί να διδαχτεί.Απέραντες, βαρετές ώρες κατανάλωσα διαβάζοντας σχολιαστές. Του Πλάτωνα, του Ομήρου, άλλων. Από εκεί ξεκινούν οι διατριβές, οι μονογραφίες, τα εγχειρίδια, η στάχωση του πρώτου εγκεφαλικού επεισοδίου που δικαιούται κάθε λυπημένη πσυχή. Το μυστικό, Μπερεκέτη, βρίσκεται στο φόντο του Ραφαήλου.Τα πρόσωπα κλέβονται, ο σκοτεινός θάλαμος που αντιστρέφει, αλλά ορθώς, το πράγμα (το res=τα ρέστα που περισσεύουν από την πεποίθηση)διατηρείται. Εκατοντάδες ζωγράφοι που λατρεύουμε θα χάνανε την λάμψη τους άν καταλαβαίναμε ότι δεν ήταν παιδιά -θαύματα και καταναλωτές ενός εσωτερικού τσίρκου(λέγουν το και ταλέντον) αλλά ότι είχαν υποκλέψει την τέχνη της ξεπατικωτούρας από γυαλί, από ριζόχαρτο, από μεταφορά της σκιάς στο τελάρο, από εύχυμους τρόπους να αποτυπώνεις σκίτσο με παροδικά υλικά,πρίν πιάσεις το κάρβουνο γιά να σε επαινούν παπάδες και γκόμενες, οπόσον τσακπίνη σε φτιάχνει η τέχνη. Δεν υπήρξε μεγαλύτερος κάλπης του ιδίου σώματος ωσάν του Πλάτωνος η επίτηδες παράδοση στον Λόγο. Τα μαθηματικά, Μπερεκέτη, δεν ρυθμίστηκαν ποτέ γιά να εξηγούν στους μαλάκες πόση ώρα θέλει ο κρουνός διαμέτρου μιάς ίντσας να αδειάσει βουτζί κοιλών τεσσαράκοντα.Γι΄αυτό και ο ενθουσιασμός του κουατροτσέντο υπέρ της προοπτικής του ενός ή των δύο σημείων φυγής, ήταν μιά ματαιωμένη επανάσταση. Διότι από το πολύ το χάλι-γκάλι, κανένας από αυτούς τους κλέφτες του βλέμματος(πρώτος ο Τζιότο,αλλα και εκειός ο Μπρουνελέσκι) δεν δούλεψαν με περισσότερες της μιάς γραμμές οριζόντων, μήτε καμπύλωσαν την ευθεία σε σοφές μη- μαθηματικές άντυγες.Γι΄αυτό και οι ζωγράφοι μεγαλουργούν όταν μελαγχολούν ή όταν ταπεινά μετριάζουν την έμπνευση σε δύο αντικείμενα επί του ιδίου καμβά. Ο ζωγράφος και ο κριτικός. Ο Μπέκλιν και ο θάνατος.Απεναντίας, τα σχόλια που προανέφερα και που βάρυναν αναιτίως την νεότητά μου, βλέπω πως υπουργούν περίφημα το μουσικό δοχείο της ζωής.Τελικά ,με δυό τζούρες Διονυσίου Αρεοπαγίτη και άλλων, ο ποιητής δραπετεύει ως γυμνιστής στα Μάταλα, σε προβλεπόμενες αγκαλιές που μυρίζουν πατσουλί. Απεναντίας, ο μουσουργός ακμάζει. Μήπως το ζήτημα, Μπερεκέτη μου, είναι πως το δικο σου έργο απαιτεί ρημαδιασμένη ,εξοντωμένη περιοχή που κάποτε κατείχε η συγγραφική επίνοια;
Α, γιά τον Αριστοτέλη δεν μιλώ. Τον φοβάμαι διότι.

Σιγά μη είναι "γράμμα στον Μπερεκέτη". Γράμμα στον Σαραόση και στον Κουκουζέλη είναι, με το ένα μάτι ανήσυχο στην άπνοια του Χοιροβοσκού.Αλλά κι αυτό ακόμη, τον Πλάτωνα μιμείται και υβρίζει.

Γενειοβλόγιον

ή η ανάδυση του υπερεγώ.

Ξύπνησα και σκέφτηκα. «Τώρα ο Sraosha έχει ήδη σηκωθεί, έχει κάνει τη γυμναστική του, έχει ξυριστεί, ενδεχομένως έχει γαμήσει, κι εσύ, ζώον, απλώς ξύπνησες». Καφές και τσιγάρα στην κουζίνα. «Ο Sraosha δεν καπνίζει» είπα τρέχοντας στη τουαλέτα, να ξεφορτωθώ τα πρωινά φλέματα, ευτυχώς που μπορούσα ακόμα να βήχω. Έριξα λίγο νερό στη μούρη μου και κίνησα για τις πρωινές δουλειές. «Ο Sraosha δίδαξε, έκανε διοικητικές εργασίες, έφαγε το ψάρι του, εσύ πάλι ελάχιστα κατάφερες σήμερα» επέπληξα αυστηρά τον εαυτό μου, τελειώνοντας τη δεύτερη σουβλακόπιτα, κατά τις 14:30, όταν επιτέλους κάθισα να φάω. Το φαγητό μού έφερε υπνηλία. «Ο Sraosha θα ρίχνει τώρα το δεύτερο της μέρας κι εσύ κοιμάσαι μαλάκα» αυτομαστιγώθηκα, δέκατα του δευτερολέπτου πριν παραδοθώ στον ύπνο. Ξύπνησα, έφτιαξα καφέ και απλώθηκα στον καναπέ, και τώρα τι κάνουμε; Παύση. Τι-κά-νου-με; «Ο Sraosha αποκλείεται να έχει τέτοιες ανησυχίες» ψιθύρισα πλησιάζοντας το σιντί-πλέηερ. Τα τραγούδια του Ραβέλ πλημύρισαν το καθιστικό. «Αναρωτιέμαι αν ακούω τίποτα περισσότερο από ψηλά-χαμηλά, δυνατά-σιγά, γρήγορα-αργά· ο Sraosha θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει κάθε στροφή της μελωδίας, να διακρίνει όλες τις συγχορδίες, να απολαύσει κάθε συνδυασμό ηχοχρωμάτων». Αρκετά με τη μουσική. Άνοιξα το κομπιούτερ. Έπρεπε, επιτέλους! να απαντήσω στα χιλιάδες μέηλ που στριμώχνονταν στο γραμματοκιβώτιό μου. «Ας προσπαθήσω να μιμηθώ λίγο τον Sraosha, μόνο να μη με καταλάβει κανείς» . H νύχτα είχε ήδη πέσει με θόρυβο. Τι θα έκανα το βράδυ; Το μόνο που ήξερα, για την ώρα, ήταν ότι και η σημερινή μέρα θα τελείωνε με την ίδια σκέψη: «Ο Sraosha είναι τελικά απλησίαστος».
*
Έπονται: Ο Δικαιωμένος Πετεφρής ή ο θρίαμβος της λανθάνουσας Ανυπαρξίας, Μπερεκέτης και αντίστιξη ή τα σφάλματα του Μπαχ και οι πρώτοι αριθμοί, Χοιροβοσκός και η διαλεύκανση του μεταμέλλοντος ή το νόημα της ύπαρξης από τη σκοπιά του σύγχρονου ανθρώπου, Ιγώ ιμ Ιγώ ευζουνάκι γοργό ή cherchez να φαμ και, τέλος, ένα σύντομο συγχαρητήριο σημείωμα στον γίγαντα του πρωτομπλογκιν, ημιθεώδη thas. Stay tuned.


Και για να πιάσουμε όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του κοινού... Κυρίες και κύριοι οι Μπήτλς:



Μέσω Classic Television Showbiz.


*

12/3/09

μπερεκέτης: ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

(ΒΛΕΠΕ ΕΠΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ)

Οι υπολογιστές ως δημιουργήματά μας κατ’ εικόνα και καθ' ομοίωσίν μας, μας διδάσκουν μέσω της διαδικασίας και μορφής της κατασκευής τους ότι «οι αισθήσεις» [των] έπονται της «θεωρίας» [των]. Η θεωρία, μέσω της σύγχρονης εμπειρίας αναζήτησης εφαρμόσιμων χρήσεών της, τείνει να προσδιοριστεί ως εντσικτώδης (από τα πριν εγκατεστημένη) ιδιότητα που προηγείται των αισθήσεων. Με άλλα λόγια, στην εποχή μας γίνεται ευκολότερα κατανοητό, καθώς για πρώτη φορά εμπλέκεται ο άνθρωπος με την κατασκευή της τεχνητής ευφυίας, ότι οι αισθητήρες (τα αισθητήρια όργανα) προγραμματίζονται να αισθανθούν αυτό το οποίο ήδη «γνωρίζει» (έχει προγραμματιστεί να γνωρίζει) το λειτουργικό σύστημα . Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Πλάτωνας (του σπηλαίου των σκιών) φαίνεται να δικαιώνεται.



ΠΛΑΤΩΝ και ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
εστιάζοντας στην λεπτομέρεια του πίνακα: τα βιβλία, ως επίπεδα, παράλληλα των κατευθύνσεων των χεριών..... και χέρια και βιβλία κάθετα μεταξύ των δύο φιλοσόφων.

Στο ερώτημα: " Άραγε πως θα "ζωγράφιζε" ο Bach τη σχολή των Αθηνών;" η απάντηση είναι:

.....ιδού μία ιδέα του πώς αντιμετωπίζει η ζωγραφική μπαρόκ το θέμα "φιλοσοφική σχολή". Οι φιλόσοφοι αποτελούν διάκοσμο των ευγενών που σουλατσάρουν εκεί τριγύρω. Ο Μπαχ βίωσε κι αυτός την εμπειρία να αποτελεί διάκοσμο ευγενών, μόνο που η μακρόχρονη "ενοριακή" εργασία του τον διέσωσε από τα χειρότερα που ίσως τράβηξε ο Χέντελ. Μια εικόνα τέτοια της καθημερινότητας του μπαρόκ, όπου ο φιλόσοφος είναι "είδος" συναναστρέψιμον, δεν θα πρέπει να γεννούσε στον Μπαχ αισθήματα εκτίμησης για τους φιλοσόφους. Άλλωστε, η πίστη του, που τον οδηγούσε στην πεποίθηση, ότι είναι τεχνίτης θεία χάριτι, το μόνο που ίσως θα του επέτρεπε να πράξει ως "ζωγράφος" θα ήταν χάριν δόξας Κυρίου να προσπαθήσει να επιτείνει τα χαρακτηριστικά καρικατούρας των "φιλοσόφων", ώστε να αναδείξει την αξία της ταπεινόφρονος πίστης.

Ενώ (στον πίνακα του Ραφαήλου)....

..... αριστερά του Πλάτωνα το άγαλμα του αρχιμύστη Απόλλωνα, δεξιά του Αριστοτέλη η εγκεφαλική Αθηνά. Τα βιβλία, ως επίπεδα, παράλληλα των κατευθύνσεων των χεριών. Παραδόξως (;) δεσπόζει το αρχιτεκτόνημα, οι άνθρωποι μοιάζουν να εντάσσονται παροδικά σε αυτό. Και στο βάθος ουρανός, για να τονιστεί η διαδρομή του ανθρώπου από τον "κατά φύσιν άνθρωπο" στον "υπέρ φύσιν", όπου στο μεταξύ τους όριο στέκει εν αναμονή το αρχιτεκτόνημα, ως όχημα για τη συνέχεια του ταξειδιού. Στέκει εν αναμονή, προσπαθώντας με τις αναλογίες του να αφηγηθεί τον προορισμό..... σχεδόν γραφική η παρουσία των ελασσόνων φιλοσόφων, όπως διακοσμητική η παρουσία των ελασσόνων θεοτήτων που βρίσκονται φάτσα χαμηλά κοντά στο μάτι του θεατή. Γιατί, ω της ειρωνίας, το πρώτο επίπεδο που τελευταίο το προσέχεις, έχει όλα τα χαρακτηριστικά σκηνής όπερας, και το μάτι επιστρέφοντας στο βάθος βλέπει πια ένα σκηνικό και λυρικούς τραγουδιστές.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Γ.Π. είπεν: Ιώσηπος Μοισιόδαξ: η φιλοσοφία του Πλάτωνα είναι ιδεοπλαστική και παντελώς αλλόκοτος.
Δ.Σ. είπεν: φάνταζομαι ότι μια ρήση του Ιώσηπου δεν μπορεί να διαγράψει μια ολόκληρη φιλοσοφία. Η "μυστηριακή" πτυχή της πλατωνικής φιλοσοφίας (αναφέρομαι στον Πλωτίνο) θα παραμένει για πάντα ιδεοληπτική και αλλόκοτη για κάθε Ιώσηπο.
Γ.Π. .......πώς θα διαπιστώσουμε ότι 1) δεν είμαστε εμείς αυτοί που δύνανται να ανακαλύψουν τους νόμους αυτούς και 2) (αφού έχουμε πρώτα βεβαιωθεί ότι είμαστε ικανοί, γιατί αλλιώς...) τελικά απαιτείται (είτε για να υπάρχει είτε για να υπάρχει και να λειτουργεί ο κόσμος) να υπάρχει υπέρτατο όν. Δεν το ξέρω...
Δ.Σ. Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης ίσως να είναι μια υπερ/α/λογική λύση στο πρόβλημα. Μην ξεχνάς ότι σε τέτοια θέματα εμπλέκεται και η πίστη...

και ακολουθεί η [αυτοανά]θεσις:

άπαντα αναδημοσιεύονται από εδώ και εδώ

Funk Chords

[ενημερωμένο]

Πολλοί γοητεύονται από το ίντερνετ γιατί το αισθάνονται ως κακοφωνία, θόρυβο. Ίσως στην Ελλάδα να είναι οι περισσότεροι κι ας λένε άλλα. Αν όμως έχεις τη διάθεση να συνδυάσεις τα πράγματα, τότε μπορεί να προκύψει κάτι εξ ίσου ενδιαφέρον. Για να τα συνδυάσεις όμως θέλει δουλειά, πολλή δουλειά:



[Η ώρα είναι 00:42. Ο Μπερεκέτης επόσταρεν άνωθεν λίαν ενδιαφέρον ποστ. Προσθέτω και το από κάτω, δια πληρεστέραν ενημέρωσην του ευσεβεστάτου κοινού. Αυτού του ιδίου, kutiman, ταπεινού συνδυαστού:



Το δεύτερο βίντεο μέσω φέησμπουκ]

*

λεπτομέρειες

*

Πετεφρής:The ghost singers

video

Πολλές μέρες έβλεπα τον Σβάρτσιχ διά ζώσης. Περνάμε περίοδο πτωχής υγείας και αρχειακού πόνου. Να μαζευτούν από την μνήμη ήχοι, στίχοι,λογάκια και αντηχήσεις, να διαστρωθεί ένα μονοπάτι από φερτά υλικά ενώ η άνοιξη, η εποχή της ψύχρας και της απανθρωπιάς, θα μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχουν υποσχετικές εποχές, παρά μόνον η τύφλα των Ειδών.

Ενα αδέσποτο τραγουδάκι, φτιαγμένο στο περιθώριο μιάς πορείας κατά μήκος του Αλιάκμονα, τον Ιούλιο του 1972, μαγνητοφωνημένο στα όρια της μεταπολίτευσης, ίσως λίγο πρίν. Φτιάχτηκε με ρυθμό από τον πνιχτό ήχο των βημάτων μας, ζευγάρια αρβύλες καλοκαιρινές πάνω σε χλόη και χωματόδρομους, με την συνοδεία μιάς κιθάρας και μιάς μελόντικας. Σε αυτήν την εκτέλεση, κυριαρχεί ο Νίκος Δόικος, η κιθάρα και η φωνή του, η φωνή της Μαριάννας Φιλήντρα, ακούγεται μόνον η ιδιότυπα κουρδισμένη κιθάρα του Σβάρτσιχ και καμιά φορά φωνάζω κανα γκοινγκοινγκοιν κι εγώ. Ακολούθησαν κι άλλες εκτελέσεις, με φλογέρες κυρίως, αργότερα, όπου ακούγονταν ο Φοίβος Οικονομίδης, ο Γιάννης Τσώμος.Εκτοτε δεν ξαναπαίχτηκε, αλλά όποτε, αραιότατα ,συναντιόμασταν, λέγαμε μεταξύ μας: το θυμάσαι το μερα-μέρα; Ετσι έμεινε. Ως μέρα-μέρα. Δεν έχει σχέση με μέρες και νύχτες. Είναι ένα επιφώνημα, όπως το αέρα.

Προχτές δεήσαμε και κάναμε από ένα αντίγραφο σε δυό κασέτες που κρατούσαν τραγουδάκια μας από το 1970/1. Υπήρχαν άλλες δύο κασέτες που χάθηκαν αλλά κρατάμε τους ήχους κλειδωμένους στη μνήμη. Τώρα που ανταμώσαμε γιά παραπάνω από λίγες ώρες, φτάσαμε να γράψουμε και έναν κατάλογο. Οι δυό μας "γράψαμε" κοντά εβδομήντα τραγούδια. Ο κατάλογος προσώρας δεν περιέχει μήτε τριάντα. Γι΄αυτό και βιντεοσκοπούσαμε ο ένας τον άλλον,αποτυπώνοντας τι ακριβώς θυμάται από τους χαμένους ήχους. Τα τέκνα, μας έστελναν προγραμματάκια γιά να μετατρέψουμε τους ήχους σε mp3, αλλά στο τέλος δεν καταφέραμε να λειτουργήσουμε τί-πο-τε.Αντιγραφή κασέτας, την κάναμε.

Αυτό το αδέσποτο τραγούδι είναι ολονών. Ρυθμίστηκε από βήματα, τονίστηκε από τις αναπνοές μας, ορεινά τοπία του Ιουλίου, ξαφνικές νεροποντές.Από κάποιον ξεκίνησε, αλλά δεν υπάρχει πιά λόγος να ξεχωρίσει η έμπνευση από την παραγωγή.

11/3/09

Sraosha: Anniversaire

Όταν πρωτοδιάβασα old boy, δε μου άρεσε. Πρώτα-πρώτα, έφταιγε λιγάκι η γενική χοντροκεφαλοσύνη μου, υποθέτω: είμαι από τους ανθρώπους που ανακάλυψαν ότι η Μπλε ταινία του Κισλόφσκι αφηγείται κάτι και δεν είναι αλληλουχία μπλε εικόνων πριν περίπου εφτά χρόνια. Δε μου άρεσε το μπλογκ του old boy και με τσάντιζε: συνήθως δεν καταλάβαινα πού το πάει, και δεν εννοώ μόνο τα ποδοσφαιρικά ποστ του (που εξακουλουθούν για μένα να μοιάζουν με αντιρρητικά κείμενα που ανταλλάσσουν, ξέρω γω, σιίτες και σουνίτες θεολόγοι μεταξύ τους). Επίσης με ανησυχούσε η φρενήρης παραγωγικότητά του: "χαλάρωσε λιγάκι, ρε φίλε", έλεγα, "θα κάψεις φλάντζα και θα το κλείσεις το μαγαζί στα 11μηνο". Δεν έκαψε. Δεν το έκλεισε. Έτσι έπαψε και να με τσαντίζει.

Καταλαβαίνω ότι ο λόγος που δε μου άρεσε ο old boy τότε ήταν διότι, περισσότερο κι από τη helion και τον thas, εξέφραζε πιστά το νέο κειμενικό είδος που ακόμα διαμορφώνεται: το ελληνόφωνο 'καθαρό' μπλογκ. 'Καθαρό' με την έννοια των 'καθαρών' μαθηματικών: ο old boy δεν κάνει λογοτεχνία, δεν κρατάει ημερολόγιο, δεν κάνει ρεπορτάζ, δε χρονικογραφεί, δεν κάνει ακριβώς σχολιασμό της επικαιρότητας. Βεβαίως, δεν άποτελούν ασκήσεις ύφους κενές περιεχομένου τα ποστάκια του: στον βαθμό που λοξά και -- αναπόφευκτα -- επιλεκτικά, σχολιάζει τι γίνεται στον κόσμο, θα τον χαρακτήριζα τον Πιτσιρίκο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Όταν πάλι καταπιάνεται με το σινεμά, νιώθουμε ξαφνικά ότι βρισκόμαστε στη συμβολή του Ebert ή του Alexander Walker με έναν βιωματικό μπλογκά που κρατάει ημερολόγιο ονλάιν: ένα ημερολόγιο όπου, φυσικά, ο τέταρτος τοίχος λείπει.

Ακριβώς το καινούργιο αυτό genre μού πήρε καιρό να το συνηθίσω. Στην πρωτοτυπία του και στο ξάφνιασμα που προκαλούσε, και προκαλεί ακόμα, συγκρίνεται μόνο με τον παλιότερο οπτικοακουστικό λακωνισμό του Κουκουζέλη, με την αγκούγκλιστη hardcore ψευδοκαθαρεύουσα του Le Nonce, με τη φάση 'τερίνα και Μενούχιν' του Αθήναιου καθώς και μ' εκείνη του thas που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως 'dj και λουλουδάκια κειμενικά'. Όπως αυτοί και άλλοι, ο old boy ήτανε το καινούργιο που έφερναν τα μπλογκ: στην περίπτωσή του όχι στο στήσιμο, ούτε στην ανάμειξη των μέσων αλλά στο ύφος και -- κυρίως -- στον τόνο.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πώς ένας τόσο αξιοφθόνητα δημοφιλής μπλογκάς γίνεται αντικείμενο παρεξηγήσεων τόσο εύκολα. Ίσως βέβαια να είναι απλώς θέματα στατιστικής: άμα σε διαβάζει τόσος κόσμος, όλο και κάποιος δε θα καταλάβει κάτι, όλο και κάποιος κακόπιστος θα κάνει κάποιο εμπρηστικό σχόλιο, όλο και κάποιος πικραμένος θα αμολήσει το ad hominem του. Προσωπικά νομίζω ότι έχει να κάνει και με το ότι ο old boy γράφει δύσκολα, τελικά. Μάλιστα, είναι αδύνατο να παρακολουθήσω κείμενό του άμα είμαι μισοξύπνιος (ή μισοκοιμισμένος): Πότε κυριολεκτεί. Πότε ειρωνεύεται. Πότε μετα-ειρωνικά αποστασιοποιείται κι από την ειρωνική ερμηνεία όσων λέει. Πότε όμως; Τρέχα γύρευε: ζόρικα πράγματα. Ευτυχώς αυτός ο ενίοτε ερμητισμός συμπληρώνεται από τρομακτική υπομονή και μεθοδική καρτερία στην απάντηση των σχολίων: εγώ θα είχα γίνει αλκοολικός έχοντας υποστεί πολύ λιγότερο βρισίδι.

Λοιπόν, ευχαριστώ που γράφεις. Σου εύχομαι και δεύτερη τετραετία, ή όσο αντέχεις και γουστάρεις.

9/3/09

Αναζητήσεις...

Εξαφανίστηκε
ο Χρήστος
Παπουτσάκης...

*
Οι δύο πρώτοι σύνδεσμοι μέσω Fratzeska Chanioti, μέσω facebook.

*

"Πώς να προσφερθεί στον άλλο δεν θα χει οδό.
Μόνη σου ευκαιρία εδώ."


*

Sraosha: Αναλυτικά



Chapeau και πάλι στον Τάλω. Από εδώ:

Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε από την διάκριση μεταξύ κοινωνικής βίας (π.χ. LA Riots, τρελαμένοι πιτσιρικάδες με καδρόνια τον Δεκέμβρη) και πολιτικής βίας (π.χ. η βομβιστική επίθεση στην Μαδρίτη, η χειροβομβίδα στο στέκι, η επίθεση του Επαναστατικού Αγκώνα) - χωρίς να αναφέρουμε καν την κρατική (άρα εξονόματός μας) βία. Διότι όταν η ανάρτηση πανό και η συμβολική δίλεπτη κατάληψη κρατικού τηλεοπτικού σταθμού (πράξεις που ανάλογές τους συναντώνται σε όλες τις δημοκρατίες και μόνον σε αυτές) εξισώνονται με δολοφονική επίθεση με χειροβομβίδα ή καν με ξυλοδαρμό ακαδημαϊκών, ο Καρατζαφέρης έχει κερδίσει και ο διάλογος δεν είναι εφικτός.

Αντιστρέφω την κατηγορία λοιπόν: η δικιά σου άποψη (όχι μέσω εσού φυσικά, αλλά όντας κυρίαρχη στα ΜΜΕ) [ΣτS: ότι, δηλαδή, όλες οι μορφές βίας είναι το ίδιο] είναι που οπλίζει το παρακράτος με την άνεση (και την ασυλία) να βάζει στο στόχαστρο (κυριολεκτικά) έναν πολιτικό χώρο, όχι με πανό, αλλά με χειροβομβίδες. Διότι αν ήταν ακροδεξιά πανό και ειρηνικές καταλήψεις, θα διαδήλωνα υπέρ του δικαιώματος των ακροδεξιών να διαμαρτύρονται.

6/3/09

Sraosha dicit "Sic et Non"

αφιερωμένο εξαιρετικά στον βάζελο αδερφό old boy, και στην πρώτη τετραετία του



Ένας φίλος από το Λύκειο ήταν το μοναχοπαίδι δύο πανεπιστημιακών δασκάλων. Ήταν πολύ ενδιαφέρων τύπος και πολλαπλάσια πιο διαβασμένος απ' όσο ήμουν τότε ή απ' όσο θα γίνω ποτέ. Επίσης ήταν πολύ ψύχραιμος και ήπιος άνθρωπος: είχε ένα τσιτάτο ασφαλείας για κάθε μου έκρηξη, είχε ένα ξυραφάκι οκκαμικό έτοιμο για κάθε μου ξουρία, είχε τη σωστή αφαίρεση απέναντι σε κάθε μου καλπάζουσα γενίκευση. Όπως καταλαβαίνετε, ήτανε μεγάλη χαρά να συζητάω μαζί του, αν και ήταν και ολιγόλογος: μου έδινε σχεδόν πάντα την ευκαιρία να βλέπω το θέμα που συζητούσαμε κι από μια άλλη πλευρά, όπως λέγαμε τότε.

Οι γονείς μου, που ήταν αφοσιωμένοι στο να μεγαλώσουν έναν σωστό άνθρωπο (ρε τους καημένους κι αυτούς), δε νιάζονταν τόσο πολύ στην εφηβεία μου να με προφυλάξουν από τον μπαμπούλα εκείνης της εποχής: την άσπρη. Είχαν όμως εμμονή να μου διδάξουν οπωσδήποτε να μην αποπαίρνω κανέναν και συνέχεια τσαμπούναγαν ότι πρέπει να τους ακούω όλους. Αυτή ήταν μια πράγματι χρήσιμη συμβουλή προς έναν βλαστό δύο σογιών πεισματάρηδων: το πατρικό της προγιαγιάς μου ήταν Ξεροκέφαλου, ο βίος της ανάλογος.

Έτσι λοιπόν, θαύμαζα πάρα πολύ τον φίλο. Είκαζα ότι η ψυχραιμία, η νηφαλιότητα και η ήρεμη κριτική ικανότητά του οφειλόντουσαν στους γονείς του και στη διαπαιδαγώγηση που του έδιναν. Μια μέρα του το είπα. Κι εκείνος έσπευσε να με γειώσει και πάλι: "Οι γονείς μου είναι διανοούμενοι, άρα, όπως όλοι οι διανοούμενοι, εκτός πραγματικότητας.

Ταράχτηκα και προβληματίστηκα. Για να το λέει ο φίλος, κάτι ξέρει. Μέσα στην απλοϊκή εφηβική μου αντίληψη και στη σχετική περιορισμένη κατανόηση του κόσμου προσπάθησα να βρω ένα αντίδοτο: "αν είναι να καταντήσω διανοούμενος", έλεγα, "τουλάχιστον να μη βρεθώ εκτός πραγματικότητας". Είπα λοιπόν ότι το αντίδοτο στον διανοουμενίστικο σολιψισμό δε θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που διαφήμιζαν και πούσαραν οι δικοί μου γονείς: να τους ακούω όλους. Και έτσι κατέληξα να τους παίρνω όλους στα σοβαρά. Σίγουρα σε αυτό θα συντέλεσε και κάποια ζαβή γενετική προδιάθεση. Αλλά δε βαριέσαι: σημασία έχει ότι τους ακούω όλους.

Αυτά τα θυμήθηκα διαβάζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Λαμπρινής Χ. Θωμά στον Σκάι. Κατά τη Θωμά, η βία όσων καίνε τρένα είναι σύμπτωμα της αυξανόμενης γκετοποίησης και του παραγκωνισμού μεγάλων ομάδων (κυρίως νέων) μέσα στο λεκανοπέδιο. Πρόκειται για ένα σενάριο που έχει ξαναγυριστεί στη Γαλλία της δεκαετίας του 80, στα banlieues που γνωρίσαμε στο La Haine και αργότερα διά ζώσης, στις μεγάλες ταραχές του 2005. Πριν από τη γνωστή κατάληξη, συνοδεύτηκε από την άνοδο του νεοφασισμού. Με άλλα λόγια, η Θωμά προβλέπει περαιτέρω φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης αντίστοιχης με αυτή που προέκυψε στα παρισινά banlieues και αλλού. Άρα, ναι μεν jusqu' ici, tout va bien, αλλά βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση προς τις πλάκες του πεζοδρομίου.

Η ανάλυση της Θωμά μου φαίνεται εύλογη. Διάβασα το κείμενο το μεσημέρι και το σκεφτόμουνα. Συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που συμμερίζονται την εκτίμηση πως οδεύουμε προς φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης. Αμέσως, προσπάθησα να θυμηθώ τι άλλο έχω ακούσει όσον αφορά τις ερμηνείες για αυτό το ορατό ενδεχόμενο. Πάντα από φόβο μήπως εγώ και (ακόμα χειρότερα) η Θωμά βρισκόμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας. Άρχισα λοιπόν να εξετάζω εναλλακτικές ερμηνείες της παρούσας κατάστασης.

Κάποιοι λοιπόν, ας πούμε οι τον Λάκην σεβάζοντες αποδίδουν τις (υπαρκτές και μερικές φαντασιακές) ενδείξεις ότι βαδίζουμε προς κοινωνική διάλυση στους τρισκατάρατους πολιτικούς. Η έμφαση πάντα στους βουλευτές κι όχι στην κυβέρνηση ή στους τοπικούς άρχοντες. Αυτοί λοιπόν, οι πολιτικοί, τρώνε, τρώνε και διορίζουν ημέτερους στους οποίους δεν περιλαμβάνομαι εγώ κι ο γιος κι η κόρη μου κτλ. Ας παραμερίσουμε αυτή την ερμηνευτική γραμμή: υφίσταται στην Ελλάδα από τον Κωλέττη και ούτε έχει ερμηνεύσει τα πολιτικά πράγματα, ούτε τα έχει αλλάξει για να θυμηθούμε (εγώ την έχω μισοξεχασμένη) την "δεν-ξέρω-ποια Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" του Μαρξ.

Κάποιοι πάλι -- κι αυτοί είναι πολλοί -- αισθάνονται ότι το πρόβλημα ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που δεχτήκαμε μετανάστες. Η αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες είναι πιο διαδεδομένη απ' όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Κατ' αυτούς το πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες που έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει και ντόπιος φτωχός κόσμος ο οποίος πληθύνεται. Το πρόβλημα είναι οι ξένοι. Το πρόβλημα είναι οι μαύροι που μυρίζουν (θε μου ποιος λαός το λέει αυτό! ευτυχώς έμπαινα σε λεωφορεία τον καιρό που μοσχοβολούσαν μόνον ντόπιες ιδρωτίλες). Το πρόβλημα είναι οι αλβανοί που κλέβουν, σκοτώνουν, βιάζουν και οι 'αλλοδαπούτες', όπως τις λέει ο λαός μας χαριτωμένα, που μας κλέβουνε τους άντρες (όσους μας αφήνουν οι γκει, νέο φρούτο κι αυτό, ε κορίτσια;). Και τα λοιπά και τα λοιπά, και πάλι γνωστά πράματα. Γι' αυτούς τα πλιάτσικα, η βία, οι ταραχές -- όλα -- εξηγούνται απλά: γεμίσαμε ξένους και δεν ακούς πια ελληνικά. Άσε που δώσαμε δικαιώματα στους γιεχωβάδες κτλ. κτλ.

Από τη μια λοιπόν διαβάζεις τη Θωμά που προσπαθεί να αναλύσει το γιατί οι μασκοφόροι καίνε τα βαγόνια. Μπορεί η ανάλυση να είναι ορθή, μπορεί όχι -- δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι ότι προϋποθέτει μια αντίληψη της κοινωνίας όπως την καταλαβαίνουμε οι περισσότεροι γραμματιζούμενοι που γράφουμε και διαβάζουμε καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα: μιας κοινωνίας συναλληλίας, αλληλεγγύης και πολυμορφίας

Απέναντι όμως σε όλους εμάς τους λίγους, τους διανοούμενους, που κάναμε (ναι εμείς φταίμε, συλλογικά) την Ελλάδα κέντρο διερχομένων, υπάρχουν οι άλλοι: αυτοί που περιέγραψα πιο πάνω μέσα από τις απόψεις τους. Αναρωτιόμουνα σήμερα όλη μέρα στο γραφείο, στον δρόμο, στο γυμναστήριο: μήπως όσοι γράφουμε και διαβάζουμε καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα είμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας; μήπως η μόνη μορφή εφικτής κοινωνικής ειρήνης στην Ελλάδα είναι όχι αυτή της συναλληλίας, της αλληλεγγύης και της πολυμορφίας παρά του πολιτικά στρατιωτικού-κατασταλτικού και ηθικά πουριτανικού-αγροτοποιμενικού μοντέλου που ανέθρεψε γενιές και γενιές από το 1912 μέχρι και το 1989; Σίγουρα πάντως πολλοί νοσταλγούν αυτό το μοντέλο. Περισσότεροι απ' όσους θέλουμε να πιστεύουμε.

2/3/09

Sraosha: Σ' έναν κόσμο από μεγάλα "όχι" / λέω ένα "ναι" μικρό



Λοιπόν, ένας σχολιαστής του προηγούμενου ποστ πρόσφατα έγραψε ένα κείμενο για τον Χρήστο Βακαλόπουλο και τον ευχαριστώ πάρα πολύ.

Τα δοκίμια και τα κριτικά κείμενά του Χ.Β. δε μ' ενδιέφεραν ιδιαίτερα, αν και το Από το Χάος στο χαρτί ήτανε τουλάχιστον ενδιάφερον. Τις ταινίες του δεν τις έχω δει.

Ωστόσο, ο Βακαλόπουλος ήταν ο αγαπημένος νεοέλληνας συγγραφέας της νεότητάς μου. Οι Πτυχιούχοι (στην παλιά έκδοση της Ερατώς) με συντρόφευαν όπου και να πήγαινα, ενώ οι Αθηναϊκές Ιστορίες και η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ακόμα μέσα στα αγαπημένα μου. Ειδικά η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο. Πιάνει όλες αυτές τις ιδέες και τους μύθους από στην καρικατούρα των οποίων είμαστε πασαλειμμένοι πια ('έχουμε μια ιδιοσυστασία', 'αντιστεκόμαστε ως άλλο μικρό γαλατικό χωριό', 'όλα ήταν καλά μέχρι που μας πήδηξαν οι Φράγκοι το 1204' -- ή λίγο πιο πριν, θεολογικώς, κατά το Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα του Γιανναρά, 'ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου', 'σαμάνες, ζαπατίστες, αβορίγινες, δερβισάδες, φενταγίν -- αδέρφια μας' κτλ κτλ κτλ κτλ). Τις πιάνει λοιπόν και τις σβουρίζει στον αέρα, τις χώνει σ' ένα καπέλο-δισκοπότηρο λίγο θεατρικό και λίγο μπαρόβιο και από μέσα βγάζει ιδέες σαν κι αυτές μετουσιωμένες σε δυνατά και οικουμενικά κείμενα, με έναν σφριγηλό κοσμοπολιτισμό και μια μπαγάσικη λοξή αλλά μεταφυσική ματιά που δεν ξέρεις από πού σου την έφεξαν. Στη Γραμμή του Ορίζοντος συναντιούνται η ελπιδοφόρα (νεο-)Ορθοδοξία του '80, η ανεμπόδιστη παγκοσμιοποίηση του σινεμά και ο ακίνδυνος ευρωαριστερισμός-παπανδρεϊσμός της εποχής: μαζί συντίθενται σε έναν θρίαμβο, σ' ένα κείμενο σχεδόν βονεγκατικής επιστημονικής φαντασίας που διαδραματίζεται σε μια εξαϋλωμένη Πάτμο.

Είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω σε ένα πάρτυ, ο φίλος μου ο Π. μου είπε "έλα ρε μαλάκα, να του μιλήσεις". Ντράπηκα. Πάντα ντρέπομαι να απασχολώ με το άτομό μου τους άλλους, ιδίως άμα τους εκτιμώ, πολύ περισσότερο άμα τους θαυμάζω. Δεν πήγα. Λίγους μήνες μετά μου λέει ο Π. "Ρε μαλάκα, πέθανε ο Βακαλόπουλος".

1/3/09

Ο απολογισμός ενός χολερικού (του Sraosha)



Κλείνοντας τέσσερα χρόνια στην (ελληνική) μπλογκοκοινωνία, θυμάμαι μια κουβέντα που είχα με έναν φίλο, όταν του έλεγα πόσο με ταράζουν και με αναστατώνουν κάποια πράγματα που (μου) γράφουν κάποιοι: "Το πρόβλημά σου είναι ότι δε σου φαίνεται ότι είσαι ο τύπος που τα παίρνει όλα κατάκαρδα", είπε.

Έτσι αυτή τη φορά δε θα σταθώ επετειακά, όπως άλλοτε, στο τι έμαθα και τι κέρδισα μπλογκάροντας. Μετά από τέσσερα χρόνια (και περισσότερα αν μετρήσει κανείς άλλα αλλού), μπορώ πια να πω συγκεκριμένα τι με εξοργίζει στις μπλογκοσυζητήσεις: η a priori υπεροπτική νοοτροπία με την οποία πολλοί προσέρχονται σε αυτό το μεϊντάνι που λέγεται μπλογκ. Είναι ένα θέμα που προσπάθησα πολλές φορές να προσεγγίσω κριτικά και να αναλύσω ψυχρά, στην προσπάθειά μου να το κατανοήσω. Τζίφος.

Με παραλύει το να καταλαβαίνω ότι ο άλλος έρχεται να συζητήσει μαζί σου θεωρώντας a priori ότι είναι ευφυέστερος ή ηθικότερος ή πιο διαβασμένος ή πιο κουλ από σένα. Με απονεκρώνει σχεδόν όταν ο άλλος χρησιμοποιεί το πείραγμα ("πεπαιδευμένην ύβριν" κατά τον Αριστοτέλη), την ειρωνεία, τον ψόγο όχι για να προτείνει μια άλλη οπτική -- ή έστω για την πλάκα -- παρά ακριβώς για να σε πειθαναγκάσει ότι, ναι, είσαι ανόητος, αγράμματος, αφελής, μειωμένων ηθικών αντιστάσεων και στρεβλών ηθικών κριτηρίων, μπουνταλάς, ή ξέρω-γω-τι. Κάτι παθαίνω. Κακώς μεν, αλλά έτσι είναι.

Θυμάμαι την επίπλαστη ασθενική ευγένεια μερικών, κρούστα αυτής της υπεροψίας και περιφρόνησης. Θυμάμαι την εριστικότητα και την αφυψηλούτητα άλλων, που τις πυροδοτούσε ποιος ξέρει ποια ασθένεια και τις έτρεφε η ιδεολογική βεβαιότητα. Βράζω. Δε θέλω ούτε επίσκεψη να τους χαρίσω.

Σε όσους νομίζουν ότι μέσα στα μπλόγκια θα αναδειχθούν και θα λάμψουν γιατί αυτά κατοικούνται από ανόητους, αγράμματους και φανατικούς, προτείνω να αρχίσουνε να τα διαβάζουν κιόλας.