30/9/09

Λιμπρέττον φιλοσοφικόν

Η Αλήθεια και ο Μπζεφταράς ορώμενοι αποβραδής

Mιά πίσημον ημέρα εκινήθη διάλογος μεταξύ της Αληθείας και του Μπζεφταρά. Αγνή ήτον η Αλήθεια, ορθώς στρουμπούλω, μαγνάτη μανοηλάτη,μπουτού τε και ντουντού.Ο Μπζεφταράς ο κάλπης ο αρχίδης,έντον ζαράκιας, λεπρίτης, κόγκαβλος, καυλογκαζίκουλας. Είπον δε τα κάτωθι.


Αλήθεια: Σε χαιρετώ, έρμε και τρισέρμε, δεινοπαθούντα μπζευταρά ή μάλλον ψεύστη και χέστη και ψευδάργυρε. Λυπούμαι και ανιώ γιά την κατάντιαν σου, σαλέμπορα.Τινος εργαλείων και μεθόδων χρείαν έχεις ίνα λευτερωθείς,σαχλέ και ενωθείς με το ιδικόν μου σύστημα; Διότι, παρά το εσώτερον και κρύφιον των παθών σου τετηκός γλεύκος,διατηρείς μη ελεεινήν πρόσοψιν και είδος.

Μπζεφταράς:Γαμού και εκμανή κατάστησον την οσιότητά σου, λαμπίρω και κουνίστρα και λαγνοκώλος βάρβαρη.Την επιφάνειαν εκπροσωπώ ,παλαιοπουτάνα, την εύθρυπτον παρηγορίαν των θνητών,παλουκοπήδω. Εσύ απεναντίας είσαι Η Αλήθεια ήτοι αναίσθητος γιγαντικός πάγος, μαλάκω. Ακόμη και άν σου έξυναν το αιδοίον με σιδερόβουρτζαν, πάλε απαθής θα παρέδιδες την παρθενίαν, βλακίστρα.Χάσου ή χάσον με.


Αλήθεια: εκ των δαιμόνων εσέ προτιμώ. Ησαι ευγενούς προαιρέσεως, και λιπώδους χαρακτήρος-των ανδρών αι συνήθεις αδολεσχίαι,κουρκουτόμυαλον.Δέχου, φαφλατά, ότι της λεπτής επιφάνειας των πραγμάτων ,της πρέπει ζήλος και υμήν και λεπταί ,αβραί χειρονομίαι, κουχί τα δικά σου ξηροκούραδα, ανέστιε.

Μπζεφταράς: Ελα μωρή στον χορόν. Ελα, λέω σοι, στον καρδιωγμόν.
Ελα να σε πάρω,
δίχως τον κουμπάρο,
έλα τριμερής μου
και τετραμερής
πηρουνιάς δικής μου
μοίρα ελλιπής.

Αλήθεια:
Τον λεπτόν χειροποίητον βώλον
Εθυμήθην της πάλαι αυλής
Ότε σκόλοπα εξέβαλον όλον
Εκ παρειάς του ευγενούς Λαπαλίς

{δουέττον}
Σάχλα! Μπιχλα!
Των ερώ-
Των τσίχλα
!

Το νερό
Τσιρ τσιρ

Το μουσλούκ
Σλουκ σλουκ


Πλην η αγά
Πη μας κοφίνι
Ωσάν σύμπαν
Τος δίνη


Αλήθεια και Μπζεφταράς, εις ήχον πανταπάσι πλάγιον χάνονται όπισθεν των ονειρώξεων του σκηνογράφου.

Ιστορικόν: μόλις το ωσάνω κείμενο δραπέτευσεν της οχείας μου, πήγα να το κρεμάσω ,οπότε είδα πρόσφατη ανάρτηση του Χοιροβόσκη, ντράπηκα,και τό΄βαλα ως σχολιον. Ταις προάλλαις και πρό του Σαραοσικού Θανάτου,ο Χοιροβοσκός είχε εξαλείψει τηνανάρτησή του.Στο τελέφωνο επέμενε ότι το Λιμπρέτο έπρεπε να καταλήγει ότι Αλήθεια και Μπζεφταράς αναρτώνται εις τους ουρανούς χέρι-χέρι.

Του έδωκα δίκιο, αλλά άντε να εξάψεις αποθαμένη ποιητικήν ιδέα.Δι΄ο και ενωτίσθην τον Θάνατον του Σαραόση,έψαχνα στον Γούγλη να εύρω κρεμασμένους εραστες,ώστε όλα τα προαπαιτούμενα να ικανοποιηθούν.Δεν είναι μόνον το χεράκι-χεράκι, Χοιροβοσκώτατε. Είναι και η λέξη ανάρτηση ,η λέξη Θάνατος και η λέξη του έρωτος(η και θρηνομαλακία)που εξαιτούν και αυτές επαρκή αντιπροσώπευση, κάτι ωσάν την μοριοδότηση ιθαγενών, ή γυναικών της πολιτικής ιερωσύνης.Η φωτογραφία του Μουσολίνι και της Κλάρα Πετάτσι, που όταν την πρωτοείδα, κατάλαβα τι εστί υποκρισία της νίκης(μετά την εκτέλεση και το λιντσάρισμα,γιά τις σκηνοθετικές ανάγκες της ανάρτησης,ά, εκείνο το συμμάζεμα της φούστας ανάμεσα στους μηρούς, ώστε το κράτος να παραμείνει ορθώς θρησκόληπτον...) δεν έχει καμία σχέση με το κείμενο, αλλά ευκαιρία να σας δείξω, ιναμή αγοράζετε από τα λογοτεχνικά κοφίνια ό,τι σας πουλάνε) πως γιά να τρέξει ο μύθος αβίαστα από το μουσλούκι του, πρέπει κάποιος να στάξει αίμα στο δοχείο,όπως έκαναν παλιά γιά το κρασί.


29/9/09

Sraosha: Ο θάνατος



στους γονείς, που αυτά δεν τα διαβάζουν, όσο είναι καιρός


Όταν ο θάνατος πάρει πρώτα πολύ κοντινό σου άνθρωπο, γίνεται -- φυσικά -- τραυματικό γεγονός. Αν οι ψυχές μας είναι σαν σπίτια, ο θάνατος κοντινού ανθρώπου πέφτει σαν κάτι βόμβες διάτρησης που ξεκοιλιάζουν τα πάντα και αφήνουν το κάδρο μιας πρόσοψης ή, στην καλύτερη περίπτωση, ξεκάνουν τον τέταρτο τοίχο της ψυχής, καθιστώντας την σκηνή για αγριότητες, ένα πρώην οικείο και άνετο και όλο θάλπος χώρο που έξαφνα έγινε θέατρο για να χαζεύουν την ερημιά του οι περαστικοί. Πιο άγριο πράγμα από το πένθος για αγαπημένο άνθρωπο δεν ξέρω. Έτσι, θα θυμάμαι για χρόνια το σχετικό ποστ του θας -- ένα από τα λίγα κείμενα που ακόμα με κάνουν να ριγώ. Κάτι τέτοια διαβάζαμε προ τετραετίας και θέλαμε να μπλογκάρουμε σα ζουρλοί, παράφορα. Όχι παραπολιτικά εμέσματα και περισπούδαστα γαβγίσματα επηρμένων πεκινουά, τάχα μου πάνσοφων τιμητών και κριτών της οικουμένης.

Ήμουνα τυχερός. Ο θάνατος τέσσερις φορές απλώς ήλθε κι έγδαρε τους σοβάδες, έγλειψε και κάπνισε τους εξωτερικούς τοίχους, έσπασε κεραμίδια. Ήμουνα δέκα χρονών όταν χάσαμε τη γιαγιά μου, μικρότερη από την κόρη της σήμερα, μετά ήτανε σειρά της ξαδέρφης μου, μικρότερη από μένα σήμερα, μετά ήταν ο θείος, μετά από πόνο, μικρός κι αυτός, μετά ήρθε ο παππούς στα 87 και τα κορακοζώητα αδέρφια του, μετά ο άλλος παππούς, στα 94, ο γλυκύς και πράος, στου οποίου την κηδεία δεν πήγα απλώς γιατί "δεν ήθελα".

Ήμουνα τυχερός λοιπόν. Στο μεταξύ έκανα επισκευές, βαψίματά και μερεμέτια, μονώσεις κι ενισχύσεις, άλλαξα τη στέγη και στόκαρα όσα σώζονται με στοκάρισμα. Νομίζω ότι είμαι έτοιμος για τον σκληρό πυρήνα του πένθους όταν θα χτυπήσει τη στέγη. Νομίζω. Ποντάρω στην ελάχιστη βλάβη όταν έρθει η ώρα εκείνη: ίσως οι πάνω όροφοι μόνο. Ίσως η οικοσκευή. Ίσως τα πατώματα αντέξουν. Ίσως απλώς τα τζάμια θα φουσκώσουν στιγμιαία και μετά θα πέσουνε βροχή στον δρόμο, σα βροχή, σα χαλαζάκι, ίσως σε μεγάλα κομμάτια που θα συντριβούν στον δρόμο κάνοντας τους περαστικούς να σαστίσουν στιγμιαία.

Πικρότερο από το πένθος είναι η απουσία. Πιο πολύ από την απουσία, στο πένθος καίει η ενοχή: η ενοχή εκείνη που είναι η χειρότερη παρενέργεια της αγάπης. Αναρωτιέσαι αν ο άνθρωπος που έχασες ένιωσε ποτέ την αγάπη σου. Αν την ένιωσε και το ξέρεις, αναρωτιέσαι αν την ένιωσε αρκετά συχνά (και ξαφνικά το Always on my mind λέει κάτι πολύ πικρό). Αν την ένιωθε και το ήξερες, αναρωτιέσαι εάν η αγάπη σου φώτιζε τη ζωή του όπως η δική τους αγάπη -- αυτόματη, αυτονόητη, αμετάβλητη, αδιαπραγμάτευτη -- έκανε τη δική σου τόσο σταθερή, τόσο ελεύθερη, τόσο πλούσια και λίγο πιο όμορφη.

Η μοναξιά είναι ωραία. Τα αποτελέσματα του πένθους τελικά επιδιορθώνονται, και νέες προσόψεις ξαναχτίζονται, σχεδόν όπως οι παλιές, ίσως λίγο διαφορετικές, κάποτε καινούργιες από την αρχή. Η απουσία της αγάπης είναι η έρημος, το μέσα ερείπωμα.

28/9/09

Αντί Σχολ[ε]ίου

klik εδώ παρακαλώ

για να ξαναπαίξει πατήστε F5

(έχει και ήχο, ε ....., ανοίχτε ηχεία)

πετυχημένο, εν τω μεταξύ, το σχόλιο από Λεό:

27/9/09

Κέφης




"Νομίζω πως ήταν χειμώνας 1983 με 1984 όταν γνώρισα τον Κέφη. Τον γνώριζα ήδη από ζωγραφιές του με καράβια που κοσμούσαν πολλά μαγαζιά της Καβάλας. Ήταν ένας λιγομίλητος ιδιόρρυθμος άντρας, αρκετά κοντός, που δεν αποχωριζόταν ποτέ το ναυτικό κασκέτο του. Τον συνάντησα αρκετές φορές, τον παρακολούθησα να ζωγραφίζει, τον φιλοξένησα τέλος στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη, όπου πάνω σε ένα διαχωριστικό ξύλινο πανώ μου ζωγράφισε ένα μεγάλο ιστιοφόρο με γοργόνες γύρω του.
Γιός του Γιώργου και της…., γεννήθηκε το 1901 στο Αϊβαλί. Απ’ το Αϊβαλί καταγόταν κι ένας άλλος ιδιόρρυθμος Καβαλιώτης, με το ίδιο όνομα Διαμαντής, ο Διαμαντής Παγίδας, σπουδαίος φυσιοθεραπευτής, ταχυδακτυλουργός και θηριοδαμαστής, που δολοφονήθηκε την Πρωτοχρονιά στο σπίτι του δίπλα στην είσοδο του Κάστρου.
Ο παππούς του είχε δικό του καϊκι. Δεν έμαθε γράμματα. Το 1922 ήρθε στην Ελλάδα με τον πατέρα του και τις δυο αδελφές του. Άλλοι συγγενείς του με το ίδιο όνομα βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύτηκε την Κατίνα Ιωακειμίδου απ’ την Ξάνθη και έκαναν τέσσερα παιδιά, τον Απόστολο, το Γιώργο, το Λευτέρη και το μακαρίτη Βασίλη. Στην αρχή έμενε στα πεντακόσια. Μετά έκανε δικό του σπίτι στην Κηπούπολη. Τα τελευταία χρόνια είχε για εργαστήριο μια παράγκα σε μια πάροδο της Αμύντα.
Τον μάγευε ο κόσμος της θάλασσας κι έτσι όλη η ζωή του κύλησε κοντά της. Στα καϊκια, στο καρνάγιο πίσω απ’ τις Καμάρες, στην προκυμαία του λιμανιού. Όλοι οι φίλοι του ήταν άνθρωποι της θάλασσας. Δούλεψε πολλές φορές σε ξυλάδικα, που φόρτωναν ξύλα απ’ το Άγιον Όρος. Απόχτησε μεγάλη πείρα και παρότι αγράμματος, έκανε και καπετάνιος. Σε ψαράδικα δε δούλεψε ποτέ. Ούτε ψάρευε. Σιγά-σιγά άρχισε να ζωγραφίζει. Δεν ξέρω αν ξεκίνησε ζωγραφίζοντας τα ονόματα των καραβιών μαζί με κάποια διακόσμηση, καθισμένος στη θηλειά που έφτιαχνε με μια καντηλίτσα, σε σχοινί δεμένο στην κουπαστή του καταστρώματος. Είναι πολύ πιθανό. Ακολούθησαν ταμπέλες των μαγαζιών. Τις φορτώνονταν στον ώμο, τις πήγαινε στο σπίτι του στην Κηπούπολη, τις έκαιγε με πετρέλαιο, τις έξυνε με σπάτουλα, τις ζωγράφιζε και πίσω στην Καβάλα. Όταν τέλειωναν τα υλικά χρησιμοποιούσε γάλα Νουνού στις αυγοτέμπερες. Ζωγράφιζε σχεδόν αποκλειστικά καράβια. Κάθε είδους, ιστιοφόρα, ατμόπλοια, τσιμεντάδικα, βάρκες, φορτηγίδες, ψαροκάϊκα, με μεγάλη ευχέρεια. Τον παρακολούθησα να ζωγραφίζει τα σχοινιά, τα ξύλα, την κάθε λεπτομέρεια με τρόπο αυτόματο. Χωρίς καμιά σκέψη, κανένα δισταγμό. Πουλούσε τους πίνακές του 100δρχ. τον ένα, το 1965. Όταν έβρισκε μεγάλα καβούρια, τα ζωγράφιζε με γυναικείες μορφές και τα πουλούσε στις ταβέρνες. Έτσι έζησε την οικογένειά του, με δυσκολία. Γύρισε πολλά λιμάνια ζωγραφίζοντας. Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα, Πειραιά, πολλές φορές. Στη Θάσο έμενε καιρό. Ζωγράφιζε τα καράβια τόσο αβίαστα και φυσικά, ήταν τόσο απόλυτα ταυτισμένος μαζί τους, που άλλο τόσο φυσικό ήταν το να ταξιδεύει συνέχεια, σαν καράβι. Και στο ερώτημα «ταξίδευε για να ζωγραφίζει ή ζωγράφιζε για να ταξιδεύει;» θα απαντούσα: “και τα δυο”. Οι ναυτικοί τον γνώριζαν. Τον έπαιρναν μαζί τους, θα βοηθούσε κιόλας στο ταξίδι. Από καϊκι σε καϊκι, από λιμάνι σε λιμάνι, πήγαινε και γύριζε. Συχνά έπαιρνε μαζί του το τρίτο του γιό, το Γιώργο. Κοιμόταν στα πλοία στα καλαφατιά Μια φορά ο Κονιόρδος, που είχε μαγαζιά και στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη, τον κάλεσε με τη γυναίκα και τα δυο του παιδιά στη Θεσσαλονίκη, για να δουν την Έκθεση. Κοιμήθηκαν στο πλοίο του, γεμάτο με βαρέλια, που άδειαζαν με μια μάνικα η οποία διέσχιζε τον παραλιακό δρόμο, μέχρι την ποτοποιϊα κοντά στην πλατεία Ελευθερίας. Μια φορά, επί Βουλγαρίας, ο Λιμενάρχης τον έβαλε να ζωγραφίσει ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ανέβηκε στην Παναγία κι άρχισε να ζωγραφίζει. Αποτέλεσμα: στο μπουντρούμι ως κατάσκοπος και ηλεκτροσόκ. Σπαρτάραγα σαν ψάρι, έλεγε. Τον ελευθέρωσε ο Λιμενάρχης όταν το ‘μαθε.
Έπαιζε πολύ τα παιδιά του. Όταν αργούσε και δυο και τρεις βδομάδες να γυρίσει, ο γιός του, του έλεγε: «-Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου ή κανένας άλλος;» Κι εκείνος του έδειχνε την ελιά που είχε στο μέτωπό του και του έλεγε: «-Να η ελιά που έχει ο μπαμπάς σου».
Ήταν άνθρωπος ήσυχος και μαλακός. Δεν πείραζε κανέναν. Εχθρούς δεν είχε. Ήταν ταβερνόβιος, καπνιστής και χιουμορίστας. Χόρευε ωραίο ζεϊμπέκικο και καρσιλαμά. Γλεντζές, κουβαλούσε συχνά το γραμμόφωνό του στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Ήθελε να πάει στην πατρίδα του. Εγώ ετοίμαζα τη διπλωματική μου για την Παναγία και δεν μπορούσα να πάω. Μια φίλη μου, φοιτήτρια τότε, του πρότεινε να τον πάρει μαζί της στην Πόλη και να πάνε και στο Αϊβαλί. Δίσταζε. Μου έλεγε: «Πώς θα γίνει αν κοιμηθούμε στο ίδιο δωμάτιο;” Δεν πρόλαβε να πάει. Στα τέλη του 1974 τον χτύπησε αυτοκίνητο κι έσπασε η λεκάνη του. Από τότε κούτσαινε. Σ’ ένα χρόνο πέθανε ο γιός του ο Βασίλης. «Γιατί δεν έπαιρνε εμένα», μονολογούσε. Σε λίγους μήνες, το καλοκαίρι του 1976 πέθανε.
Αργύρης Μπακιρτζής
Ιούνιος 2006
"

Αντιγράφω από την φροντισμένη ιστοσελίδα του Ναυτικού Μουσείου Καβάλας (nmk.gr). Έψαχνα μιά παλαιά μου εικαστική αγάπη, τον Κέφη.Και τώρα, διαβάζω ότο ο Αργύρης μέχρι που τον είχε φιλοξενήσει. Τον έμαθα το 1965, από τον Γκέτς, που είχε στο δωμάτιό του έναν πίνακα του Κέφη και νομίζω τον ήξερε προσωπικά, αφού στην Καβάλα πέρασε την πρώτη Λυκείου και έπειτα ήρτε Σαλονίκη. Η συγκίνηση απο την ενατένιση πινάκων του Κέφη είναι απερίγραπτη. Εχω δει ακόμη έναν πίνακα, που υπηρχε στο θυρωρείο της πολυκατοικίας στην Μαρκου Μπότσαρη 6 ή 8,όπου τα πετρελαιοειδή του Τσακπίνογλου και του οποίου ο γιός, γειτονάκι, ασχολείται με καναρίνια ενθουσιωδώς. Στο σπίτι αυτό πηγαίναμε από τις αρχές του 67, διότι ήταν η γονικη πολυκατοικία του Χρήστου Βουδούρη,αδελφού ενός μετέπειτα βουλευτή, του οποίου η οικογένεια δούλευε τα θερμά λουτρά της Απολλλωνίας στην Βόλβη.
Ο Αργύρης γράφει ότι τον γνώρισε το 83, πράγμα άτοπο, αφού μνημονεύει τον θάνατο του Κέφη το 1976. Αλλά το διατηρώ ως έχει, ασχολίαστο, επειδή περιέχει επαρκή μαγεία που συμβιβάζει τα πάντα.
Αυτά τα καβούρια τα ζωγραφισμένα (συχνά με κάμπο από βερνίκι διάφανο ή ελαφρά καφετί) τα θυμάμαι σε αρκετές ταβέρνες της παλιάς Ιχθυόσκαλας της Σαλαμίνας που ήταν ξύλινη και την διάλυσαν στα τελευταία χρόνια της χούντας.Κατεβαίνοντας προς την θάλασσα ΄την Μπότσαρη, ήτουνε ο κολπίσκος του ιστιοπλοϊκού, που κάναμε μπάνια έως το 1964 και είχε ψαροταβέρνες σε πυκνή διάταξη. Τον ίδιο διάκοσμο πρέπει να είχε και ο Γαβρήλος, δεν θυμάμαι άν είχε ο παλιός Χαμόδρακας.
Εκατό δραχμές πουλούσε τον πίνακα το 1965. Το 1966 πούλησα στον μακαρίτη Σπύρο Ζερβό τον γραφείο μου από φορμάικα 100 δραχμές και τον ζαλώσαμε με σκοινί γιά να το πάει σπίτι του, μιά στάση προς την Φλέμινγκ. Ωστόσο, ενώ ένας καλός Ρόνσον έκανε κοντά 300 δραχμές, τα ημιμποτάκια στύλ Μπήτλς έκαναν 300 , όσο και τα ημιμοχαίρ πουλοβεράκια με έντονα χρώματα ,χωρίς "V",είχα πουλήσει αρχές του 1967 έναν πίνακά μου, τον "Σαμουήλ Κ" (προσωπογραφία του Σίμου Κερασίδη που γνώρισα στην Αγγλία) στον διακοσμητή Φωκίδη 600 δραχμές. Ο Τζίρος ενός τυπικού κωλόπαιδου της Σαλονίκης, ήταν σαφώς πολυ πιό μεγάλος από τον μέγα Κέφη, τον φιλότιμο.
Γιά τον Κέφη μιλουσα συχνά και εγκωμιαστικά όποτε έβλεπα εικαστικό ενδιαφέρον στον συνομιλητή μου.Κατά την δεκαετία του 80, γνώρισα κάποιον που τον ήξερε, Αθηνέζο,αλλα τον έλεγε Κεφή, όχι Κέφη.Πάντως λέγεται Κέφης. Ο γιός του είχε ένα πίνακα,και τον χάρισε το 2008, στο ναυτικό μουσείο. Πρέπει να υπάρχουν εκατοντάδες έργα του, δεν ξέρω πόσα από αυτά διασώζονται. Θυμίζω ότι το ναϊφ ήταν αιτούμενο της γενιάς μου που ήταν επιμολυσμένη από την γενιά του 30.Εναν Προφήτη Ηλία είχα θαυμάσει και αντιγράψει ανεβαίνοντας άνοιξη του 1965 προς το κάστρο της Θάσου, πάνω από το θέατρο. Στο Αγιονόρος,δεν θυμάμαι το μοναστήρι, έμαθα ότι ο αρχοντάρης ζωγράφιζε και του έταξα ένα χιλιάρικο το 1976 γιά να μου ζωγραφίσει το χωριό του. Καθώς από τις συγκυρίες της ζωής έκαμα χρόνια να ξαναπάγω, μου λέει ένας φίλος μετά απο πεντε χρόνια ότι ακόμη περίμενε ο γέροντας με το εργόχειρο έτοιμο και ότι είχε σχεδιάσει κάτι εκπληκτικό. Οταν μετά από χρόνια πολλά γύρισα στο Ορος, τον είχα τελείως ξεχασμένον.
Γενικά, το ναϊφι είναι μιά χρήσιμη προέκταση του σκατόμυαλου των δήθεν διανοουμένων προς το λεγόμενο λαΪκό ενδιαθερο. Οι λαϊκοί ζωγράφοι, όπως και οι λαϊκοί τραγουδιστές, γνωρίζουν στην εντέλεια το state of the art που επιθυμούν,και αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στην ετοιματζήδικη΄τέχνη. Αλλά οι κουλτουριαραίοι τους ζητούν απλοτητες κια γραφικούρες, οπότε εξειδικεύονται στην δημόσια εξαπάτηση.
Με αυτά και με άλλα ,ελπίζω σήμερα βράδι να ονειρευτώ το Κέφη,που δεν ψάρεψε ποτέ του, αγκαλιά με δυό βαρβάτες στήρες.

Fuck psychoanalysis

Εδώ οι λύσεις, εδώ κι οι απαντήσεις:

25/9/09

So you want to be psychoanalyzed?

Πώς αλλάζουν έτσι οι διαθέσεις του κοινού; Πώς μεταβάλλεται σε μια εικοσιπενταετία η περιρρέουσα ατμόσφαιρα;

Το 1985 ο Σέργιος Γκαίνσμπουργκ (λάτρης της τζαζ, όπως τόσοι Γάλλοι της γενιάς του· ένας άνθρωπος που ήξερε να προκαλεί) κυκλοφόρησε το τραγούδι Lemon Incest. Οι στίχοι αφορούσαν τις σχέσεις ενός πατέρα και της κόρης του. Στο "βίντεο κλιπ" που το συνόδευε εμφανιζόταν ο ίδιος και η κορούλα του Καρλόττα, μόλις 14 χρονών τότε. Οι στάσεις, η εκφορά του λόγου, το όλο κλίμα ήταν ερωτικότατα. Ο Σέργιος κατηγορήθηκε για παιδόφιλος και αιμομίκτης. Ανοησίες! Οι στίχοι, που τραγουδά η Σαρλότ, απευθυνόμενη στον πατέρα της, είναι πεντακάθαροι:
L'amour que nous ne ferons jamais ensemble,
Est le plus beau, le plus violent, le plus pur, le plus enivrant

[Ο έρωτας που δεν θα κάνουμε ποτέ μαζί,
είναι ο πιο όμορφος, ο πιο βίαιος, ο πιο αγνός, ο πιο μεθυστικός]


Παρά τις κατηγορίες, παρά το σκάνδαλο, το τραγούδι, σύμφωνα με την Wikipedia, έφτασε στο Νο 2 του πίνακα επιτυχιών. Και έμεινε στο Νο 2 για τέσσερεις συνεχείς εβδομάδες [αν έχω καταλάβει σωστά τον όρο physical sales, πούλησε 477.000 αντίτυπα, σχεδόν μισό εκατομμύριο!] Και ο Γκαίνσμπουργκ παρέμεινε ελεύθερος να διαφθείρει την νεολαία και τα χρηστά ήθη.

Νομίζω ότι έτσι και το τραγούδι κυκλοφορούσε σήμερα, οι Ευρωπαίοι ταγοί της ηθικής θα τον είχαν καταβροχθίσει στη στιγμή. Και το κοινό στις κερκίδες, μαζί και τα ποικίλα φιλοσοφημένα μπλογκ, θα ζητωκραύγαζαν ενθουσιωδώς. Ολοι θα ανησυχούσαν σφόδρα (και, κατά πάσα πιθανότητα, εμπράκτως) για την τύχη ενός μικρού κοριτσιού που δεν θα αργούσε να μεγαλώσει:



Αλλάζουν λοιπόν οι καιροί…

[Άλλο αν η παιδική γιουροβίζιον είναι το πιο πορνογραφικό θέαμα που έχω δει (για πολύ λίγη ώρα) ποτέ!]


*

Η εμμονή του Γκαίνσμπουργκ με τα "μη συμβατικά" θέματα είναι ανάγλυφη και στο από κάτω βίντεο, όπου εμφανίζεται να συνοδεύει τον Σκρήμιν Τζέυ Χώκινς.

Το τραγούδι (Constipation blues) είναι μια σπαραχτική κραυγή για τα δεινά της δυσκοιλιότητας:



Να ένα τραγούδι που ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας δεν θα σκεφτόταν ποτέ να γράψει. Και πολύ σωστά δεν θα το σκεφτόταν ο άνθρωπος.

*

Εμπνευση μέσω visual guidance.

*

24/9/09

Μιά τελετή που λείπει


"Οταν η κυρία η σύνευνος η σύζυγος πλησιάσει την κλιμακτήριον, η κανονική διαδικασία επιβάλει να ξυπνήσει τον καλόν της σύζυγον και να τον φέρει εις το ειδικόν δωμάτιον του δικαστή και του χασάπη,όπου ο τυχερός ανήρ θα μπουρδισθεί κατά το όσχεον και ο δικαστής θα τον επονομάσει επισήμως χαντούμην του ουρανού.
Η γυνή του δεν θα τον ζηλεύει πλέον αφού το σπέρμα πάπαλα και επομένως η περιουσία του θα μένει αλώβητος παρά τας επιπολαίας μπήξεις.Αιγυναίκαι ως γνωστόν προσποιούνται ότι ζηλεύουν τας μετ άλλων γυναικών μίξεις του Στάντη *των.Κατ΄ουσίαν, υποφέρουν από τον εφιάλτην της παιδοποιίας ήντινα και μπασταρδίαν λέγουσι.
Ετζι, η κυρία γυναίκα θα είναι ήρεμος, όχι σπαστική, θα δίδει καλόν φαγητόν τω Στάντη της και θα τον θωπεύει άνευ προσφυγής εις τα πάσταρδε, μουνάκια, προδότη, αφίντερζεν και παρόμοια.Η γαία θα ηρεμήσει, το ίδιον και οι πόλεμοι. Οι άνδρες δε, ορθώς μπουρδισθέντες, θα βάζουν τον μπήχτην των παντού, ήτοι εις κυκλια από δονάτα**,εις παροδικά στόματα και περιέργους κοιλότητας βράχων, ελεύθεροι πάσης ενοχής και πλούσιοι συναισθημάτων κατά τα λοιπά."
*stud
**ντόνατ
William Googleridge, Essay on marriage und war, Londinium 1654

23/9/09

Η Εντεύθεν των Άλπεων Δαλματία

Παραμονές του 2004 – και έχω την εντύπωση ότι καθώς περνάει ο χρόνος θα πρέπει να υπενθυμίζουμε, ότι το 2004 έγιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα- βλαστημούσαμε την ώρα και τη στιγμή που μπλέξαμε με τον Κηφισσό. Κίνηση, έργα, πλημμύρες…. Και άλλη διευκρίνιση: Ο Κηφισσός δεν είναι δρόμος, είναι ποταμός…. τουλάχιστον ήταν. Εμείς πάντως, είχαμε να κάνουμε με τον δρόμο που καταχρηστικά ονομάζεται Κηφισσός. Όσοι είχαν να κάνουν με τον ποταμό, θα ήταν μια μέρα με ανεξήγητα…, όχι συγγνώμη, απαράμιλλα; …. όχι … α, ναι! έκτακτα καιρικά φαινόμενα. Και συνήθως θα κατέληγαν μες στον ποταμό.
Τότε λοιπόν, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων συνειδητοποιούσαμε σταδιακά, ότι ο Κηφισσός ήταν ένα όριο, περίπου όπως οι Άλπεις την εποχή του Ιουλίου Καίσαρος. Από τη μια η ρωμαλέα αυτοκρατορία, από την άλλη το σούτσουρμον. Αναλόγως του De Bello Gallico, ανατολικά, αλλά κυρίως βορειοανατολικά τού Κηφισσού διεπλάθετο το έτος 2004. Δυτικά αυτού παρέμενε το έτος 1974.

Τους είχα πρωτακούσει στα «Μπριζολάκια του Τέλη». Για την ακρίβεια για τα «Μπριζολάκια ..» πηγαίναμε, αλλά επειδή ήταν τίγκα, καθίσαμε στο διπλανό, στον «Μινώταυρο». Διαφορά ουδεμία. Κυριακή, πάντα με αυτό το υποθλίβον συναίσθημα του κυριακάτικου απογεύματος, το οποίο παιδιόθεν λόγω σχολικής τσαγκαροδευτέρας έχει ενσταλαχτεί στας υποφύσεις μας. Τότε ήτανε τριγιά-κατά το ζυγιά: κλαρίνο, ακκορντεόν και κιθάρα. Είχα παρέα καλή: τον Κουκουζέλη, την Ανγκελίνα, τον Αρίστο, την Τζωρτζίνα και τον μουσικολογιώτατο κύριο Λεωτσάκο, ο οποίος ας ήταν μπροστά στο τραπέζι μας στρωμένα τρία κιλά χοιρινά παΐδια, είχε περιστρέψει και μετά επικεντρώσει το ενδιαφέρον στην σύγχρονη ελληνική μουσική – όχι αυτήν που …., αλλά την άλλη. Μπήκαν μέσα και παίξανε ένα πωγωνίσιο. Μετά ένα γιαννιώτικο. Τους έφερα στο τραπέζι. Τα ακούμπαγα κανονικά, να πεντάευρο, να δεκάευρο, να και εικοσάρικο …. με μόνο στόχο να εκτρέψω τον κύριο Λεωτσάκο προς τον Διόνυσο. Κρασί, και τσούγκρα και τσούγκρα, κι «Άντε Δέλβινο», κι «Άρε Σαμαντάκα» …..

Σήμερα, χρόνια μετά, σκάσανε μύτη ως ντουέτο. Στην Ταβέρνα τού Σκούφια κοντά στο Μουσείο Μπενάκη. Για μένα αιτία τού πέριξ να κινούμαι, διότι σπανίως εγκαταλείπω την εν Πειραιεί σκήτην, η αναδρομική έκθεση για τα 50 χρόνια τής γκαλερί Νέες Μορφές. Έκθεσις ωραιοτάτη και να πάτε να τη δείτε. Το δεύτερο μισό τής ελληνικής ζωγραφικής του 20ου αιώνα ήταν εκεί. Και ο φίλος μου ο Σεμιτέκολο με δύο ανθρωποειδείς λευκές κούκλες-γλυπτά του, χάσκουσες και οδυρόμενες μπροστά σε έναν πίνακά του. Μπήκανε μέσα παίζοντας το Σάμμερ τάιμ. Μετά άλλα σχετικά τζαζοελαφρά. Κλαρινέτο (όχι κλαρίνο, ε..) και κιθάρα. Δεν ξεχνάω φάτσες – είναι μια δουλειά καβάντζα που μπορώ να κάνω: χαφιές. Τον θυμήθηκα. Θυμήθηκα ότι καθώς ανέβαζα το ποσόν της χαρτούρας, τότε εις την εντεύθεν των Άλπεων Δαλματία, τόσο αυτός ετρίλιζε και άρπιζε και με έλιωνε και μού ‘παιρνε κι άλλα φράγκα, κι «Άντε Δέλβινο», κι «Άρε Σαμαντάκα»…. Σήμερα τζαζιές. Διότι είμεθα δυτικά της οδού Πειραιώς. Άρα και δύο ευρώ πουρμπουάρ πολλά είναι……

22/9/09

Πεδίο μάχης

Ο Τύπος.
Ελευθεροτυπία (Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009)
[άθλια μηχανή αναζήτησης, έβαλα "Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου" και μου έδωσε όλα τα άρθρα με την λέξη "Ελληνικό", ευτυχώς ξελάσπωσε το Google. Που πάνε γαμώτο τόσα λεφτά;]:
Για ντιμπέιτ ξεκίνησε η χθεσινή συνάντηση στον «Ιανό» των πολιτικών εκπροσώπων των κομμάτων με τους δημοσιογράφους και τους ανθρώπους του σινεμά, ύστερα από κάλεσμα του 15ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας. Κατέληξε σε διάσπαση της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών [ΕΕΣ]. Εξήντα εννέα σκηνοθέτες, «κινηματογραφιστές στην ομίχλη» [όνομα της ομάδας των 69 σκηνοθετών] και άλλοι, δήλωσαν δημοσίως ότι αποχωρούν από την ΕΕΣ, καταγγέλλουν την πολιτική της και στηρίζουν την πολιτική του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου.
Και ένα άρθρο (Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009) για το νομοσχέδιο Σαμαρά:
Να μην πάει χαμένο το σχέδιο νόμου Σαμαρά, αυτό που δεν πρόλαβε να κατατεθεί στη Βουλή (προκηρύχτηκαν εκλογές), αλλά και να φτάσει εγκαίρως στα χέρια των «κινηματογραφιστών στην ομίχλη», αφού ο πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, Χάρης Παπαδόπουλος, φρόντισε να το «χάσει», δίνοντάς το στη δημοσιότητα με 15 μέρες καθυστέρηση
[νομοσχέδιο Σαμαρά ή "σχέδιο νόμου για τον κινηματογράφο [που] είχε εκπονηθεί από τη λεγόμενη "Επιτροπή Γαβρά" και [...] είχε παραδοθεί στα χέρια του [...] ΥΠΠΟ Μιχάλη Λιάπη"; -δες στα σχόλια. ]
ΝΕΑ,
Καθημερινή ένα,
Καθημερινή δύο.



Μου πήρε λίγο χρόνο για να καταλάβω τι γίνεται. Ούτε τον Παπαλιό έχω δει, ούτε τον Παπαδόπουλο ήξερα. Εκείνη η αντιπαράθεση Ευρωπαίων-Αμερικανών όμως, με πέθανε από την πρώτη στιγμή. Φταίει ο Σόρος, είναι προφανές. Εξαιρετικό και το οι "σκηνοθέτες χαμογελάνε". Πρέπει να πάρει βραβείο kukuzelis. Τρομεροί οι συνδικαλιστές. Και όσοι τους ψηφίζουν βέβαια. Μακάρι να ήξερα λεπτομέρειες.

Φυσικά ήταν κι άλλοι παρόντες στην συζήτηση: Ένα και Δύο (μέσω camera stylo online)

*

Κόπυ πέηστ, από το mftm.

Το ήδη τεταμένο κλίμα της συνάντησης, εκτονώθηκε σήμερα στο τέλος του debate για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου, που διοργάνωσαν οι Νύχτες Πρεμιέρας σ' έναν τιγκαρισμένο από ανθρώπους της σχετικής βιομηχανίας Ιανό. Αναμενόμενα άκαρπη, η συζήτηση συνοψίζεται σχεδόν απόλυτα στο ότι το ΠΑΣΟΚ έχει σχέδιο 100 ημερών και για τον κινηματογράφο (τόσο θα χρειαστούν για να φέρουν στη Βουλή καινούριο νομοσχέδιο), ότι η τελευταία ελληνική ταινία που είδε ο εκπρόσωπος της ΝΔ, ήταν "στο Μέγαρο, η πρεμιέρα του Αγγελόπουλου" κι ότι το ΛΑΟΣ αποχώρησε επιδεικτικά διαμαρτυρόμενο απ' την ανάκριση που δέχτηκε, χωρίς να έχει ενημερωθεί και όντας παρόν μόνο για να προσφέρει τη συμπαράστασή του σε όποιον και για ό,τι τη χρειαζόταν.

Η σύρραξη που ακολούθησε, ανάμεσα στον πρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Σκηνοθετών, Χάρη Παπαδόπουλο και τον πρόεδρο του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Γιώργο Παπαλιό, με αφορμή την ανάγνωση επιστολής διαμαρτυρίας 64 Ελλήνων σκηνοθετών κατά της Ένωσης και η δήλωση αποχώρησής τους από αυτήν, τεράστιου αριθμού (και κατ' ουσία, του συνόλου των αξιόλογων) απ' τα μέλη της, ήταν εκτός απ' το κλου της συζήτησης, και μια ολοζώντανη μεταφορά στο κέντρο της σκηνής, όλης της έντασης, της φαγωμάρας και της αλληλομαχαιριάς που επικρατεί, στο μεγαλύτερο βαθμό της, στα παρασκήνια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και σε μικρότερο καθ' όλη την υπόλοιπη διάρκεια της χρονιάς, όπου βρεθεί ευκαιρία.

Αντί σχολίων, το καλύτερο που μπορεί να προσφέρει κανείς σ' αυτήν την εικόνα, είναι η ελπίδα αυτό το πολυκαθυστερημένο σχίσμα ανάμεσα στους ενεργούς δημιουργούς και τους συνδικαλιστές εκπροσώπους τους, να προσφέρει στους μεν πρώτους ανάσα να συνεχίσουν να κάνουν τη δουλειά που φάνηκε κυρίως φέτους ότι ξέρουν να κάνουν καλά, στους δε δεύτερους έναν ήσυχο λάκο να πάνε να μετρήσουν τα φίδια τους.

*

Ο Elias Fragoulis σχολιάζει στο Φέησμπουκ:
"Ιστορία 52". "Κυνόδοντας". "Στρέλλα". Και έπονται κι άλλες... Θέλουμε σινεμά. Όχι καραγκιόζηδες που σφετερίζονται ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ Κρατικά Βραβεία.

[Τα λινκ δικά μου. Μόλις σήμερα έμαθα ότι ο Λάνθιμος (Κυνόδοντας) κάνει διαφημίσεις. Για να είμαι ακριβής, έχει κάνει 1) πολύ 2) πράμα. Τι άσχετος που είμαι.]

*
Σχολιαστής στα ΝΕΑ:
NB 22/9/2009 11:06.Μπείτε στην ιστοσελίδα της Εταιρίας Ελλήνων Σκηνοθετών για να καταλάβετε την ανυπαρξία της. Νεκρή φύση! Απλώς για να υπάρχει!
Και έχει δίκιο. Βλέπω(κάτω προς τα αριστερά)
[25/7/2008] Βραδιές Κινηματογράφου στην Αίγινα.
Ωραία ενημέρωση. Πριν 14 μήνες τα τελευταία νέα. Μήπως το ωραίο αυτό σάιτ έγινε με χρηματοδότηση από υπουργείο; Με χρηματοδότηση από την ΕΕ; Δεν μου φαίνεται καθόλου απίθανο.

*

Από την άλλη το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου έδωσε τον μισό του προϋπολογισμό (και βάλε μου είπαν) για το "Τοπίο στην Ομίχλη" του Αγγελόπουλου (είναι πολλά τα λεφτά ρε παιδιά). Και χρηματοδότησε και την ντροπή που λέγεται "El Greco". Δεν με ενδιαφέρει η καλλιτεχνική αξία των ταινιών, όσο το % του προϋπολογισμού που απορρόφησαν. Ξέρει κανείς να μου πει;

*

Κόνιεφ και κόνιδες

Δεν θυμάμαι πότε υλοποιήθηκε σε στρατηγικό σχέδιο α λα Κόνιεφ η είσοδος φθειρών, ψειρών, κόνιδας και άλλων μικρών θηρίων στα ελληνικά σχολεία. Στο δημοτικό μας σχολείο, μεταξύ 1954- 1960, ενώ το μπάνιο ήταν μόνο κάθε Σάββατο σε σκάφη, το κεφάλι τρία σαπούνια και τα μάτια να τσούζουν απερίγραπτα, κι όλο το καθημερινό πλυσιμο στο μουσλούκι με κρύο νερό μόνον από τη μέση και πάνω, ενώ τα πόδια συνήθως στην βρύση της αυλής, ωσαύτως με κρύο νερό, δεν αποκτήσαμε ποτέ μας ψείρες. Λέρα, μάλιστα, είχαμε. Και γάριασμα.
Οποιος έπιανε ψείρες, αραιότατα, του έρριχναν πετρέλαιο στο κεφάλι, όπως κι όταν ήρχονταν συντάγματα κοριων, που ήθελαν κι αυτά τον πετρελαιά τους.Και ειδοποιούσαν το σπίτι του, από τον σχολίατρο.
Οι ψείρες εμφανίστηκαν οργανωμένες στα χρόνια των παιδιών μας, από τα τέλη του 70 και πάντα σε σχολεία. Υπηρχαν ήδη μπανιέρες και ντουζιέρες, καυτά νερά, υβρίδια ηλιακών θερμοσιφώνων και πληθος σαπουνιών, όχι μόνο άσπρα και πράσινα ή έστω τα Ερμής.
Οι συζητήσεις γιά ψείρες ήταν γεμάτες με προπολεμικές μαρτυρίες. Επομένως, σα να έζησα στο μάτι του κυκλωνα τωνψειρών και των κόνιδων.Ενώ δηλαδή πρίν και μετά οι ψείρες έκαναν δουλειά , στο μεσοδιάστημα ήταν μάλλον σε άδεια ο αντίστοιχος των όντων αυτών στρατηγός Κόνιεφ.
Ενώ δεν είχαμε ψείρες, το στόμα μας ήταν γεμάτο από τη λεξη μουνόψειρες, ένα είδος που ουδέποτε συνάντησα στις χαμηλές μου πτήσεις της νεότητας.Μετά το 1980 πάντως, δεν συνάντησα παιδάκι, δικό μου ή αλλουνού που να μη είχε ψείρες, τις οποίες και πολεμούσαμε με σκόνες και άλλα γιατρικά.Τι συνέβη λοιπόν;
Εφταιγε ο εμφύλιος που τις τρόμαξε; ήταν αστρονομικό φαινόμενο; έφταιγε το ροκ και το καλύψο; η μήπως οι ψείρες δεν μας ενοχλούσαν επειδή ήταν χωμένες στα μπακάλικα και τις τρώγαμε κατά λάθος, καθώς γλυστρούσαν από τα κανάβινα τσουβάλια μέσα σταις φακαίς και το υδράλατο βακαλάο;
Βοηθάτε, βουστάσιοι,που νομίζετε πως μόνον οι ψύλλοι χοροπηδάνε...

21/9/09

Αραμπιέν όπου γίνεται μνεία του Παλαμά

Εάν ο Φέντιας το 47 προτού με σπείρει
έμπαινε τυχαίως στο υπόγειο της Αρεος
ένα, στην Ευζώνων, είτε γιά επίσκεψη
σε φίλο μπεκιάρη έίτε κατα λάθος

κι έβλεπε φωτο της Βαγγελίτσας Χατζή
σε μπαιν μιξτ στο Καλαμάκι με μαγιό
μάλλινο κροσέ στο χέρι με τιραντάκια
κόκκινα και πέδιλα λευκά ποζάροντας

ρομαντικά σε πλανόδιο φωτογράφο
ενώ από πίσω ένας κατοχικός
(μέτρησα τα παΪδια του) τυπάκος
τά΄λεγε μ έναν φίλο του παρόμοιο

δεν θα υπηρχε αρρεβώνας, μήτε γάμος.
Ηταν από Χαλδία, γείτων Λαζικής,
μαθημένος σε Οσέτων και Μογγόλων
ήθη ( χάριν των οποίων αφήνω

όποτε μπορώ ένα κοτσιδάκι)
κι αυτά τα θεωρούσε εξώλης και
προώλης. Πλην ο έρωτας τον πέτυχε
στον τρίτο οφθαμό (δοξαπατρί

θα τό λεγα) και τα ήθη μαλάκωσαν
καθώς βουτούρτα ξυγαλί αφημένη
στον ήλιο.Στην θάλασσας την αμμουδιά
με άλλον ήσουν αγκαλιά
, που λέει

κι ο Μάρκος.Ισως γι ΄αυτό ανησυχώ
όποτε βλέπω το μαγιό
των ποιητών με τα φουρώ
καθώς χορεύουν το μπαγιό
μ έναν χασάπη παραγιό
και τα τετράστιχα χαλώ



με λυσσασμόν παλαμικό.

20/9/09

Το χασαπάκι

Εικόνα που την επήρα από τον Ρουσουνέλο, τον ερίφη καρβωνά, του οποίου η Καρβωνοψίνα φαίνεται πως είναι η γοητευτικη κυρία Φιλίνη, της οποίας πάντως το Χασαπάκι του Μάρκου βαθέως με απωθεί, επειδή του μοιάζει,το σάζι κρέμεται δίπλα στο βόιδι και κυρίως, τον έχει σαβανώσει (τον Μάρκο) με πεσκίρι. Οι κόκκινες ραβδώσεις δεν μυρίζουν αίμα, αλλά βαφή από πρινοκόκκι ή πορφύρα.

Φυσικά, πρέπει να λογαριάσουμε ότι τα χασαπάκια γίνονται διάσημα τέλη δεκαετίας του 30, όταν τα παγκόσμια έθιμα, όταν δεν επέβαλαν στολές, ευνοούσαν ταις πανταλόναις και συνθετικά χυτά υφάσματα, που τα ήλεγαν ραιγιόν.Η κεντρική ηρωίς λέγεται Βυζαντώ,δεξιά της η Φιλομήλα,αριστερά της η μόνη επιζήσασα, Τρυφλιώ Ζουγκαδίνου-Μερεμέτη,μοδίστα.

Οταν το ραιγιόν θριάμβευσε και ήταν έτοιμο το νάιλον, ο Αιζανχάουερ άρχισε να χαιρετά ους στρατηγούς του. Πρώτον το φαφλατά και παρορμητικόν Πάττον, του Πάττωνος, και περιμένει σειρά ο τζαχείλας Μπράντλεϊ, ρουτινιέρης, σαν γραμματέας νομαρχιακης. Τον άλλονα τον ελησμόνησα.

Αναρίθμητοι μικροί θηλυκωτοί , θηλυπρεπεις και θηλυγονικοί πόλοι, όπως το μακρόν άλφα όποτε ο Μάρκος άδει γιά το μπουζουκάκι και το ζεϊμπεκάκι,οδηγούν στην χοίρειο σφαγή παρ΄Ανναμίταις.

Προσώρας να θυμάστε αυτό το χασαπάκι,ώσπου η έρευνά μου να ολοκληρωθεί και να αποκαλύψει όρχιδας ενσωματωμένους στο κορμάκι της μπούτσερ γκέρλιδος.

19/9/09

Ανοιχτή κενωνία - Baião improvisado


.
Ο Δανός μπασσίστας NHØP και η Βραζιλιάνα πιανίστα Τάνια Μαρία, έχουν μια κοινή αγάπη, μια κοινή γλώσσα, μια κοινή πατρίδα, και μπορούν έτσι να εξατομικεύονται συνυπάρχωντας . Και όχι μόνο αυτό, αλλά συμπαρασύρουν και άλλους. Δεν βασίζονται σε καμμιά θεσμοθετημένη αποδοχή. Ξέρουν πως η μορφή σαν αποκτήσει ταυτότητα χάνεται.Που πάει να πεί πως έχουν ρίζες.

Μιλάμε για πολλά ναρκωτικά...



Θα ξεκινήσω συνοψίζοντας το συμπέρασμά μου: η στάση μας απέναντι στα ναρκωτικά είναι ξεκάθαρα στάση ηθικού πανικού, οι "κραυγές αγωνίας" μας για τα ναρκωτικά είναι ο βρυχηθμός των εχθρών της ανοιχτής κοινωνίας -- δηλαδή σχεδόν ολωνών μας.

Πρώτα-πρώτα, είναι πια σχεδόν αυτονόητο ότι ο ορισμός 'ναρκωτικό' πρέπει να περιλαμβάνει και τον καπνό, και το οινόπνευμα αλλά και τον καφέ. Ναι, λένε κάποιοι, αλλά κάπου πρέπει να τραβήξουμε μια γραμμή: από 'δω κάτι να ξεδίνεις, από 'κει τα παράνομα. Δε δέχομαι κάτι τέτοιο: από τη στιγμή που βλάπτω μόνον τον εαυτό μου και κανέναν άλλο, ας κάνω και αμόλυβδη 100άρα, ας κάνω και αμίαντο. Αλλά μόνον εμένα (γι' αυτό και προφανέστατα είμαι υπέρ της απαγόρευσης του τσιγάρου σε δημόσιους χώρους).

Εντάξει, θα πει κάποιος, ωραία αρχή αλλά δεν πρόκειται να επιβληθεί σύντομα. Σύμφωνοι. Μέχρι τότε ποια θα είναι όμως τα κριτήρια με βάση τα οποία τραβάμε τη γραμμή;

Αν μιλάμε για αριθμό θανάτων, τότε το κάπνισμα, το οινόπνευμα, τα μπέργκερ, τα κοντοσούβλια, η χλωρίνη, οι μακαρονάδες ντελίβερι, οι μαρς και τα τουίξ, τα αυτοκίνητα, τα βρώμικα και οι τυρόπιτες θα έπρεπε να κηρυχτούν εκτός νόμου αύριο, με το χασίσι και τη μαριχουάνα να περνάνε στη νομιμότητα μαζί με τον καφέ.

Αν μιλάμε για σωματικό εθισμό, ότι δηλαδή πονάς και ξερνάς και στρίβεσαι φρικτά και υποφέρεις για βδομάδες όταν χτυπάς στερητικό, τότε και πάλι το χασίσι, τα τριπάκια και κάποια χάπια και το έκστασυ (νομίζω) πρέπει να νομιμοποιηθούνε, με τις γνωστές ουσίες (κόκα κι ηρωίνη) να παραμείνουν εκείθεν της νομιμότητας.

Φανταστείτε όμως τώρα ότι σκεφτόμαστε ως εξής, όπως σε γενικές γραμμές σκέφτονται όσοι είναι της καταστολής και της απαγόρευσης: με τα ναρκωτικά κολλάς. Όλη η ζωή σου περιστρέφεται γύρω από αυτά. Ο εθισμός σου καταστρέφει τη ζωή. Χωρίς να θέλω να τραγουδήσω παλαιοαναρχικές κορώνες ότι όλη η κατανάλωση είναι έτσι, κι ότι άρα είμαστε όλοι πρεζόνια, έχω τις εξής αντιρρήσεις:

Η μεγάλη πλειοψηφία όσων κάνουν ναρκωτικά δε φαίνεται να κολλάν έτσι, με εξαίρεση την πρέζα βεβαίως: όσους ξέρω να έχουνε κάνει πρέζα, έστω και μια φορά, τελείωσαν. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Βεβαίως υπάρχουν άνθρωποι που εθίζονται και καταστρέφονται κι από άλλες ουσίες -- ξεκάθαρα. Από την άλλη πάλι υπάρχουν άνθρωποι που εθίζονται στην πολυφαγία και καταστρέφονται, που εθίζονται στον τζόγο και καταστρέφονται, που τους ρουφάει μέσα η "νύχτα" είτε ως κωλόμπαρα είτε ως σκυλάδικα και πουλάνε την οικογένειά τους κτλ. Και για τα τέσσερα αυτά, έχω περιπτώσεις κοντινών μου ανθρώπων. Ξέρω επίσης για ανθρώπους που τους ρούφηξε το θέατρο ή ο έρωτας και καταστράφηκαν. Με άλλα λόγια, πολλές φορές το ναρκωτικό είναι μόνο η αφορμή.

Ναρκωτικά υπήρχαν πάντα και θα υπάρχουν. Στο κάτω κάτω τι είναι πιο ισχυρό: ένα γάρο ή η ερωτική επιθυμία; ένα τριπάκι ή η καύλα; δυο χαπάκια ή το μεράκι; Πόση τέχνη και πόση δουλειά δημιουργική, επιστημονική ή και απλή πολύτιμη λάντζα δεν έχουνε βγει χάρη σε κάποια ουσία; πόσοι από μας δεν υπάρχουμε γιατί οι γονείς μας ήτανε φτιαγμένοι ή μεθυσμένοι; και πάει λέγοντας...

Ειλικρινά δεν ξέρω με βάση τα κοινωνικά δεδομένα και τις πραγματικότητες της Ελλάδας ποια θα ήταν η σωστότερη πολιτική. Αυτό που θέλω να δω όμως είναι το εξής: η συζήτηση για τα ναρκωτικά να γίνεται με βάση ορθολογικούς όρους, όπως έγινε κάποτε στη χώρα μας η συζήτηση για την αποποινικοποίηση της μοιχείας λ.χ., και να προχωρήσουμε σε κάποια διαχείριση του θέματος χωρίς μεταφυσικού χαρακτήρα υποστασιασμό των ναρκωτικών ως απόλυτου κακού. Άλλωστε, όπως θα σας πει κι ο Χοιροβοσκός, (απόλυτο) κακό δεν υπάρχει, είναι μη ον.

17/9/09

De Micha et Danimarcia meridionale



Ξεκινάμε από εδώ, ένα πρόσφατο κείμενο του Τάκη Μίχα. Ας δούμε ένα προς ένα τα σημεία στα οποία οι Δανοί είναι πιο πολιτισμένο και πεφωτισμένο έθνος από εμάς.

* Οι μαθητές που φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία στη Δανία επιδοτούνται από το κράτος.

* Μια ομάδα γονέων μπορεί να προσλάβει δασκάλους (που πληρώνονται από το κράτος) και να δημιουργήσει το δικό της σχολείο.
Ναι, αλλά η Δανία δαπανά πολλαπλάσια από εμάς στη δημόσια εκπαίδευση.
* Δεν υπάρχει πανεπιστημιακό «άσυλο».
Είναί ωστόσο αδιανόητο για την αστυνομία να εισβάλει σε πανεπιστημιακούς χώρους, εδώ δεν έχουν κάνει ντου στη Χριστιανία, συνοικία της Κοπεγχάγης υπό διαρκή κατάληψη από αντεξουσιαστές, χίπηδες κι άλλα τέτοια στοιχεία, όπου η (παράνομη στη Δανία) φούντα κυκλοφορεί ελεύθερα.
* Δεν υπάρχουν αιώνιοι φοιτητές. Ενας φοιτητής που θα αποτύχει δύο συνεχόμενες φορές στις εξετάσεις θα πρέπει να εγκαταλείψει τη σχολή.

* Οι φοιτητές αγοράζουν τα πανεπιστημιακά βιβλία -δεν τα παίρνουν δωρεάν.

* Δεν υπάρχει ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο. Υπάρχουν πολλά βιβλία γραμμένα πολλές φορές και σε άλλες γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά).
Επειδή οι φοιτητές παίρνουν μεγάλα φοιτητικά δάνεια από το κράτος για να σπουδάσουν με επιτόκιο κάτω του πληθωρισμού, με τα οποία ζουν άνετα. Η αποπληρωμή τους γίνεται για δεκαετίες, με χαμηλή δόση.
* Πολλές φορές οι κενές θέσεις διδασκαλίας στα πανεπιστήμια της Δανίας διαφημίζονται στα διεθνή επιστημονικά έντυπα. Στόχος είναι να προσελκυσθούν τα καλύτερα μυαλά και όχι να βολευτούν τα «φιλαράκια».

* Στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να παράγει άτομα που μπορούν να ανταποκριθούν στις συνεχώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις ενός διεθνοποιημένου περιβάλλοντος -και όχι άτομα έτοιμα να «παρκάρουν» για όλη τους τη ζωή στο Δημόσιο.
Όντως έτσι είναι. Ωστόσο ο συντηρητισμός, η εσωστρέφεια και η επιστημονική αδράνεια και ενίοτε οπισθοδρομικότητα των δανέζικων πανεπιστημίων ξεπερνάει ακόμα και των δικών μας.
* Επιτρέπονται οι μαζικές απολύσεις χωρίς αποζημίωση. Μια επιχείρηση μπορεί να απολύσει από τη μια ημέρα στην άλλη όλο το προσωπικό.

* Οι εργοδότες δεν πληρώνουν εισφορές.

* Οι άνεργοι είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθούν μαθήματα μετεκπαίδευσης και να στραφούν προς νέες μορφές απασχόλησης, αν ο κλάδος είναι κορεσμένος. Αν αρνηθούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα ή αν αρνηθούν να πάρουν τη θέση εργασίας που θα τους υποδείξει το γραφείο ανεργίας, τερματίζεται το γενναιόδωρο επίδομα ανεργίας.
Πάντως είναι δυνατόν να ζήσει κανείς με το επίδομα ανεργίας, πολλοί ζουν. Επίσης, σε περίπτωση (μαζικών) απολύσεων, ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνει τον απολυμένο για έξι επιπλέον μήνες, πριν βγει τυπικά στην ανεργία. Ο άνεργος μπορεί να μετεκπαιδευθεί σε ό,τι κλάδο θέλει (τηρουμένων των παραπάνω) με έξοδα του κράτους, ακόμα και στην ηλικία των 40, λ.χ.
* Η παγκοσμιοποίηση και η ανταγωνιστικότητα των δανικών προϊόντων θεωρείται από όλους η απόλυτη προϋπόθεση για την ευμάρεια της χώρας.

* Οι γιατροί δεν παίρνουν «φακελάκι».

* Οι καθηγητές δεν κάνουν «ιδιαίτερα».

* Οι δημοσιογράφοι δεν δουλεύουν παράλληλα με το ΜΜΕ και σε γραφεία Τύπου υπουργείων ή επιχειρήσεων.
Ναι και ναι και ναι.
* Οι εφοριακοί δεν τα «πιάνουν».

* Οι δικαστικοί δεν λαδώνονται από τα «κυκλώματα».
Βεβαίως και τα πιάνουν, τα παίρνουν, λαδώνονται κτλ., αλλά μόνο για χοντρές δουλειές. Ας πούμε ότι η διαφθορά στη Δανία δεν ασχολείται με ψιλικά.
* Οι πολιτικοί δεν παρίστανται σε μεσαιωνικές τελετές που έχουν ως αντικείμενο τη λατρεία «θαυματουργών εικόνων»!

* Η επιρροή της Εκκλησίας της Δανίας στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας τερματίστηκε περίπου τον 15ο αιώνα.
Η (ευαγγελική λουθηρανική) Εκκλησία της Δανίας επέχει θέση επίσημης εκκλησίας, παρά τη νομοθετικά κατοχυρωμένη ανεξιθρησκία. Συντηρείται από ειδικό εθελοντικό φόρο τον οποίο όμως πληρώνουν ακόμα και οι άθεοι, αφού -- ιδίως στην επαρχία -- θεωρείται ξεφτίλα να τη σκαπουλάρεις από φόρο που συντηρεί ένα στοιχείο της 'ταυτότητάς' σου. Χαρακτηριστική πάντως είναι η λατρεία των Δανών προς το Dannebrog, τη σημαία τους, την οποία αναρτούν με οποιαδήποτε αφορμή, από γενέθλια μέχρι τα Χριστούγεννα.
* Δεν υπάρχουν ούτε στρατιωτικές ούτε μαθητικές παρελάσεις.

* Η Δανία δεν θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να επιβάλλει πώς θα ονομάζονται άλλες χώρες, άλλες γλώσσες ή άλλες εθνότητες. Αν μια χώρα ονομαζόταν «Γιουτλάνδη» (επαρχία της Δανίας) και αν οι κάτοικοί της ισχυρίζονταν ότι προέρχονται από τους Βίκινγκς, οι Δανοί θα το θεωρούσαν πολύ ενδιαφέρον και θα έσπευδαν να εκμεταλλευτούν τις οικονομικές ευκαιρίες που τους παρείχε αυτή η προνομιακή σχέση.

* Το κεντρικό μήνυμα που προσπαθεί να περάσει η διδασκαλία της ιστορίας στα σχολεία δεν είναι τα «επιτεύγματα του Εθνους», αλλά οι αδυναμίες του ανθρώπου.
Γι' αυτό τους αγαπούμε τους Σκανδιναβούς...
* Τα γεγονότα αποκαλούνται με το όνομά τους. Οταν οι Δανοί το 1520, σε εισβολή τους στη Σουηδία έσφαξαν 52 Σουηδούς ομήρους, το γεγονός αυτό αποκαλείται στην ιστορία τους ως: «Το μακελειό της Στοκχόλμης». Δεν αποκαλείται «Η ηρωική άλωση της Στοκχόλμης».

*Στη Δανία, αν διαφοροποιηθεί κάποιος σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν χαρακτηρίζεται «αντιδανός». Στα δανικά η έκφραση «αντιδανός» δεν υπάρχει.
Ναι, αλλά υπάρχει η έκφραση "ξένος", εξίσου υποτιμητική ή επιτιμητική (αναλόγως).
*Στη δημόσια συζήτηση μια άποψη κρίνεται από τα εμπειρικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται και όχι από τα «σκοτεινά» συμφέροντα που εξυπηρετεί.

*Ολοι οι νέοι έχουν εγκαταλείψει το σπίτι των γονιών τους και μένουν μόνοι τους όταν κλείσουν τα 18. Δεν μένουν με τη μαμά τους μέχρι τα 40.
Ναι, γιατί παίρνουν χαμηλότοκα δάνεια από το κράτος (και πάλι, με επιτόκιο κάτω από τον πληθωρισμό) για να σταθούν στα πόδια τους. Επίσης, δεν ντρέπονται -- γονείς και παιδιά -- να διεκδικήσουν την ερωτική τους χειραφέτηση, οι μεν από τους δε και αντίστροφα.
*Οι εφημερίδες δεν προσφέρουν CD, διακοπές και αυτοκίνητα για να ανεβάσουν τις κυκλοφορίες τους.
Όχι, αλλά η τεράστιας κυκλοφορίας Ekstra bladet είναι επιπέδου Espresso και Ciao, ενώ έχει αρκετά γυμνά μοντέλα ανά φύλλο για 10 δελτία του Σταρ. Δε χρειάζονται κουπόνια και τέτοια.
*Με τα θέματα που αφορούν τη γερμανόφωνη μειονότητα που διαβιοί στο νότιο τμήμα της χώρας ασχολούνται οι δημοτικές αρχές και όχι η ασφάλεια και οι μυστικές υπηρεσίες.
Ναι, αλλά τους Γερμανούς τους μισούν αβυσσαλέα και θανάσιμα, ενώ οι πόλεμοι εναντίον τους (Τριακονταετής, 1864 και οι Παγκόσμιοι) επέχουν τοτεμική θέση σε πλήθος συζητήσεων: από αυτές που κάνουνε πίνοντας μπύρες, μέχρι τις δημόσιες που έγιναν για το ευρώ -- στο οποίο η Δανία δεν ανήκει από καθαρή ξενοφοβία. Η ξενοφοβία των Δανών είναι παροιμιώδης. Με τους Σουηδούς γείτονές τους έχουν ακόμα μια πολύ μπερδεμένη σχέση, κυρίως τους περιφρονούν (α λα ελληνικά).
*Σε περίπτωση διαζυγίου, ισχύει κοινή επιμέλεια των τέκνων. Για όλα τα σημαντικά θέματα που αφορούν την ανατροφή του παιδιού συναποφασίζουν και οι δύο γονείς και όχι αποκλειστικά η μητέρα.

*Οι Δανοί δεν θεωρούν ότι ο λόγος για τον οποίο έχασαν τον Τριακονταετή πόλεμο εναντίον των Σουηδών το 1625 οφείλεται σε «σκοτεινές ενέργειες» της CIA.
Όχι: φταίνε οι Καθολικοί και οι Γερμανοί, καθώς και οι ίδιοι οι Σουηδοί. Η Δανία έχει δύο ύμνους: τον εθνικό και τον βασιλικό. Το πρωτόκολλο ορίζει ποιος ανακρούεται και πότε. Ο βασιλικός μιλάει για τον βασιλιά Χριστιανό που σπάζει σουηδικά κεφάλια με τη σέσουλα κτλ.

16/9/09

Contra Tsitsanis(εναντίον των Τσιτσάνων)

Γειά σου Μάρκο μου Καρούζο! γειά σου Ρούκουνα Κεπούρα!Γιάν Κιεπούρα,Πολωνοεβραίος, τενόρος, ηθοποιός ,ξενοδόχος και εμιγκρές.Επαιξε και σε δώδεκα μιούζικαλ.Πέτανε το 1966.
Δεν υπάρχει ρεμπέτικο. Δεν υπάρχει Βυζάντιο. Ωστόσο κάτι σαν αυτά ,υπήρξε. Ασε το Βυζάντιο. Αντί ρεμπέτικο, υπάρχει ένας συνθέτης. Λέγεται Μάρκος Βαμβακάρης ή Φράγκος.Και η ιστορία του συγκρίνεται μόνον με μιά δραματική εξιστόρηση ενός πολέμου. Προτιμώ τον WW2. Και τον Μάρκο στον ρόλο του Μανστάιν,του έξοχου χειριστή πυροβολικού και έμπειρου πολιορκητή. Η του Γκουντέριαν που έμοιαζε μποσταντζής. Η του φον Κλάιστ,που πέθανε σε σοβιετικό στρατόπεδο.Η του φον Λιστ, του οποίου τα τεθωρακισμένα είχαν το σχέδιο του παρθενώνα,λευκό και σχηματοποιημένο, καθώς ανέβαιναν από την Ελλάδα στο ανατολικό μέτωπο,να βοηθήσουν την στρατιά του Νότου.Και η κοψιά του ασκητικού Μποκ. Φον Μποκ.
Ο Μάρκος ήταν ζειμπέκης και δεν είχε στρατό, αλλά ένα ασκέρι. Τον Μπάτη, τον Δελιά, ακόμη και τον Χρηστάκη που τέλειωσε το ξεδοντιασμένο του χαμόγελο φορώντας ζέρσεϊ πουκάμισα με φαρδύ μανίκι κάνοντας τον καραγκιόζη στους καραβανάδες, με το ίδιο άσμα (το «έμαθα πως είσαι μάγκας» της Σκαρβέλαινας) που δόξασε τον Νταλγκά).Ο Μάρκος στο πρώτο του (ή εκ των πρώτων) χασάπικο,γράφει στιχάκι γιά έναν χασάπη. Ερωτικότατο ή ανδρικώτατο ή επαγγελματικότατο,που να ξέρω: Χασάπη μου με την ποδιά, που σαν τη δέσεις πίσω /όταν σε δω χασάπη μου τώρα θα ξεψυχήσω .Μπορεί και να του έφυγε η τραγουδίστρια.Αργότερα γράφει γιά έναν μπουρνάζο αμαξά.Εάν η λιβιδώ του, η λύσσα έναντι και υπερ των γυναικών έχει ένα «πελασγικό» υπόβαθρο, ώρα να τρελαθούνε οι Άμπα.
Αρέστηκαν ο λαός από τα χασάπικά του, αλλά ήταν ζεϊμπέκης και μαγικός μουσικός.Του φόρτωσαν το ρεμπέτικο γιά να τον φορτώσουν στην νεκρόκασα ως δήθεν πρωτοπορο της γενιάς του, μιάς γενιάς που ήταν φτιαγμένη γιά έναν μαέστρο ονόματι Βασίλη Τσιτσάνη. Να μιλάς γιά μεσοπόλεμο, Καβάφη, Καρυωτάκη, Σαραντάρη, Λαπαθιώτη,δηλαδή γιά Μάρκο, Νταλγκά, Μπάτη,Δελιά,τέτοιους, και να σου φερμάρουν τον Σωτήρη Σκίπη, τον ακαδημαϊκό.Βέβαια, έχτισε την Φραγκοσυριανή από τα παρτάλια της Φήμης του.Η Φραγκοσυριανή είναι κάτι σαν την Ιθάκη του Καβάφη, αναλογικώς .Τόσο αποδεκτή, που καταντάει τουζλαμάς ψιλοκομμένος.
Το ζεϊμπέκικο είναι ύμνος και έκφραση της προσωπικής ήττας.Ο Τσιτουρίδης, πιάνοντας τον γραμματέα Ζαγορίτη από τα πέτα, ζεϊμπεκάκι εκτελεί. Το χασάπικο είναι ,απεναντίας, η συλλογική ενοχή: χορεύουμε όλοι μαζί με βήματα, επειδής χάσαμε στις Θερμοπύλες και στην Ζάμα. Ή την έδρα στην Β Ατηνών.Με συρτό, πέφτεις από τα Ζάλογγα και ταις Αραπίτσαις. Με τζάμικο, μπαίνεις στο χάνι της Γραβιάς. Υπάρχουν νόμοι σε αυτά.
Στην Ελλάδα των χέστηδων, του τουρισμού και της ξεσάλας,οι χορευτές βάζουν κάτω το κεφάλι όχι από ενοχή, αλλά επειδή κοιτάζει ο ένας τα πόδια του άλλου,να μη μπερδευτεί στα βήματα.Ας όψεται το συρτάκι και ο Ζορμπάς.Αυτά δεν είναι ηρωικά, είναι οικογένεια γαμιόμαστε.
Τον βάζω στο Ράιχ, επειδή τότενες οι Εταιρείες ήτανε το Ράιχ. Το μουσικό Ράιχ δεν είναι τίποτα σπουδαίο: προσφέρει στους μουσικούς και στα ταλέντα ένα διαλυτικό.Τους ποτίζει με αυτό.Ειδικά,στα χρόνια εκείνα, με τον Σκαρβέλη και τον Περιστέρη, να δουλεύουν όπως στην λεγεώνα των Ξένων ο Χοντρός και ο Λιγνός ή (ακόμη πιό άσχημα) ο Κλώντ Βαν Νταμ.Συγκέντρωναν την πίεσή τους,έκαναν μαζική ανάγκη το χασαποσέρβικο.Το ζεϊμπεκάκι ήταν στην αρχή και στο τέλος.Της ζωής.
Δεν ήξερα ότι στην Ευδοκία,ο φαντάρος χόρευε στις πρόβες με Μάρκο κι εκεί επάνω ο Λοϊζος έστησε το δικό του ζεΙμπέκικο, το πασοκοδιάσημο, που χρωστάει την πιπεριά του στον Μουφλουζέλη που έπαιξε, αλλά και στο τούρκικο χαρμανταλή ζεϊμπεκ, που ο Μάρκος έπαιξε το 1937 με τον Στράτο και τον Περιστέρη, ως δραματικό ταξίμι,το αγαπημένο μου.
Τα υπόλοιπα είναι εμφύλιος, Μουσχουντής, τάγματα ασφαλείας και χαφιέδες, γλυκερές αραπίνες και φευγιό, γιά την δόξα των ηττημένων που ήταν η μαγκιά των νικητών. Οπως ο υπερ Ρομά της δεξιοτεχνίας Ζαμπέτας.Ποτέ οι λουμπενιάρηδες δεν΄εφτασαν σε τέτοια καταξίωση. Και μας πειράζει που η Βίσαινα «τραγουδάει και ποιοτικά».
Η ύστατη ξεφτίλα του Μάρκου είναι μετά τον πόλεμο ,η δεκαετία του πενήντα, όπου θεατρίζει την εικόνα του, παράγοντας τσιτσανισμούς γιά να μη πεθάνει από την πείνα. Ωσπου έρχεται ο ανταυτού, ο αντικαζαντζίδης ονόματι Μπιθικώτσης και του παίρνει επιτέλους του Μάρκου ,τραγούδια. Τα πρωτάκουσα σε πούλμαν σε εκδρομή δασκάλων ανά την Ελλάδα, το 1962. Τα ματόκλαδά σου λάμπουν.Ο Μπιθικώτσης ήταν σαν Κοζάκος που πέθανε κρατώντας με τα δόντια το Βερολίνο παλεύοντας με τον Ζούκωφ.Σωστός, μελούρα, λυρικός και κάτοχος Φίατ 600, όπως διάβασα το 1960/61 σε συνέντευξή του στο περιοδικό Το πρώτο.
Ηθελα να γεμίσω αυτό το ποστ με πολλούς στρατηγούς του WW2, αλλά και παλιότερους, σαν τον Χατζηανέστη και τον Δημοσθένη(της Σφακτηρίας). Κάτι συμβαίνει και ο μπλόγκερκομ με πτύει.Σκέτες λέξεις λοιπόν, να φαντάζεστε, όπως παλιά.
Αφιερωμένο στον Μαχμούντ, που μου εχάρισε το Markos Vamvakaris 1932-1940, Rounder records, CD 1139, 1998, από εξαίσια καθαρισμένον 78άρη.Ακούγονται μέσα κουτάλια, ζίλιες, ζελιάνες, σαλγκάρια, κάτι φοβερά ακκόρντι, μυρίζει περτικαλάδα σπιτική και στο λουρί της μανούλας τους που δουλευει στο Ράιχ, τα Σκαρβελοπερίστερα που παίζουν πολιτικώς ορθή κιθάρα, μη ξεσαλώσουν οι μικροί σατανάδες που πλαισιώνουν τον Ερμοκοπιδη μουσικό της καρδιάς.

Who shall I say is calling?

Ι.

"Δηλαδή, κάτσε, σου αρέσει τίποτα;"
Η ερώτηση του Φάουστ ήταν αφοπλιστική. (Ναι, αναγνώστη, 'Φάουστ' είναι το πραγματικό όνομα του ανθρώπου, εκπαιδευόμενος συνάδερφός μου είναι.) Τι να του πω. Άρχισα να απαριθμώ πράματα που μου αρέσουν, όπως η Τζούλι Άντριους σ' εκείνο το σπαστικό (ωπ! να το πάλι) τραγούδι:


(Σας προειδοποιώ, το βίντεο είναι έμετ... Καλά.)

Αφού λοιπόν του απαρίθμησα κάμποσα πράματα που μου αρέσουν, με κοίταξε κάπως και μου είπε "οκέι".

ΙΙ.

"Μπα, και τι έγινε, αφού δε συμπαθείς πάρα πολλούς", αποφάνθηκε η συμβία λίγο πριν πάει για ύπνο. Αναφερόταν σε σχόλιό μου για μια ατάλαντη, άφωνη και βαθύτατα αντιπαθητική στην έπαρσή της 'ποιοτική' τραγουδοποιό (καλά, σκάω). Κοκκάλωσα. Δε θα έπρεπε. Όχι. Θα έπρεπε να έχω συνηθίσει πια, να είμαι έτοιμος. "Εννοείς, ανθρώπους;"



"Όχι, όχι: Έλληνες τραγουδιστές." Πάλι καλά.

ΙΙΙ.

Έβλεπα τηλεόραση με τους γονείς μου. Σχολιάζαμε τους δημοσιογράφους: "Δηλαδή όλοι για σένα είναι οφ", είπε ο πατέρας μου με κάποιο στόμφο, αφού η μητέρα μου ήδη την είχε υποστεί την ηθική βλάβη κι είχε πάει στην κουζίνα να φάει κανα φρούτο.



Σκέφτηκα λίγο και βρήκα κάποιους δημοσιογράφους των οποίων τη δουλειά εκτιμώ. Όσην ώρα τους έψαχνα, ο πατέρας μου χαμογελούσε πονηρά. Πάντως, δε θα τους αναφέρω γιατί θα μου πείτε ότι είναι ρουφιάνοι, καραγκιόζηδες, εγκάθετοι, πεμπτοφαλαγγίτες και στο τέλος θα βγει κι ο γκρηγκεϊλολίτας να χρησμοδοτήσει σε δακτυλικούς εξάμετρους, αποκαλύπτοντας με ποιους, με ποιες και με τι παρτουζώθηκαν, φασώθηκαν, τριβαδίστηκαν, διαμηρίστηκαν, κάναν irrumatio και fellatio και frot και trot και fox-trot.

IV.

Κάποτε δεν ξέρω αν αντιπαθώ κάτι ή αν απλώς με κάνει και πλήττω, οπότε απλώς του την έχω φυλαγμένη. Για παράδειγμα, το ποδόσφαιρο. Πλήξη. Σε μια τουαλέτα στο Αντίρριο, βρήκα ένα σλόγκαν για να ντύσω την απύθμενη βαρεμάρα που μου προκαλεί η μπάλα. Εκλογές έρχονται, οι υπερβολές και τα συνθήματα ευδοκιμούν:



Τελευταία φορά που το έκανα, να δω μπάλα δηλαδή, ήταν το επικό 2004. Καθαρά ένεκα των αγελαίων ενστίκτων, καθώς η ομάδα του Όθωνα Ρεχάγκελ εξοντωνε μία-μία τις ποδοσφαιρικές μηχανές των εταίρων. Άγρια αγελαία έξαψη, σαν αυτή που νιώθεις στο Total War και αυτά που παίζει ο Πετεφρής, όταν του δίνεις του ΑΙ και καταλαβαίνει. Ωστόσο, ούτε παιχνίδια παίζω.

V.

Η ωραιότερη ελληνίδα μπλογκού με ρώτησε ποια μπλογκ διαβάζω. Για να σας αποσπάσω την προσοχή, σας ρίχνω την παρακάτω φωτό (δείτε πώς σας κοιτάνε τα άτιμα):



Τι να απαντήσω κι εγώ. Νομίζει πια ο κόσμος ότι το κάνω επίτηδες.

VI.

Μ' άρεσε ο Καρυωτάκης. Δεν εννοώ τώρα τον ποιητή, άλλωστε το είπε ο Εμπειρίκος (ο καταλληλότερος για πρωθυπουργός):
Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις - είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.
Εννοώ ότι μου άρεσε η τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ 'Καρυωτάκης'. Μου άρεσε και το 'The International' αλλά και το 'Ναι σε όλα'.

Μου αρέσει και η Zooey Deschanel και η Rosario Dawson και η Apollonia Vanova. Μ' αρέσει κι η Uma Thurman, φυσικά.



Θα συνέχιζα, αλλά θα καταντήσω σαν τον χαζοβιόλη τον Manu Chao μ' εκείνη τη μαλακία το me gustas tu (ωπ, να το, πάλι παρασύρθηκα).

VII.

Όπως μου έλεγε κι ο Ρακάσα, αντιλαμβανόμαστε την κριτική του έργου ή των προτιμήσεών μας ανεξαιρέτως ως απαξίωση της προσωπικότητάς μας, θεωρούμε τα θέματα γούστου επιχειρήματα υπέρ ή εναντίον μας. Δε σας αρέσουν τα κεφτεδάκια μου, βέβαια, για τέτοιον άχρηστο μάγειρα μ' έχετε. Δε σας αρέσει η Κική Δημουλά που εγώ λατρεύω (τη σακούλα! τη σακούλα!), με θεωρείτε ηλίθιο και μπαναλισμένο. Και βέβαια άμα σας πω ότι το έχω ρίξει στον Μάλερ και στον Λιστ, θα με πείτε καρασνομπαρία του κερατά και παλιοκουμάσι που ακούει μουσική που ρίχνει τις ωραίες και μυρωμένες γκόμενες που μ' αρέσουν.

Αλλά τι να κάνουμε, έτσι είμαστε οι άνθρωποι. "Ψυχραιμία χρειάζεται", που έλεγε κι ο σοφός παππούς. Κι αν τη χάσετε, μπορείτε να τραγουδησέτε κι αυτό:

15/9/09

Το ενοίκιο

Απ΄όταν διαβασα το ποίημα του Φρανκ Οχάρα
Περί της κινηματογραφικής βιομηχανίας εν κρίσει
Δεν με βόλευαν οι κλακέτες και τα τολμηρίκια
Της Αμέρικα πουριτάνα και της Εουρόπα πουτάνα

Δι΄ό και κατέληξα στο φίδι με τελειώματα βιζόν
Της Σιντ Τσαρίς και στον βάλτο της πισίνας όπου
Η Έστερ Ουίλιαμς μούλιαζε τα λέπια της. Αφ΄ότου
(διότι λέμε οπόταν, αλλά οριακά απ΄όταν) ο Φράνκ

Έσταξε μουστάρδα πάνω στο τελειωμένο του
Χειρόγραφο, καθώς το συμπληρωσε σε φέρι μποτ,
Η κρίση, έκανε δυό φούρλες και απογειώθηκε.
Ηταν πλεον η δική μας ώρα,ώρα οκτάχρονων

Ζορρό, να σηκώσουμε με πάθος την τέχνη
Της όρασης, σε οπτική προσφυγιά.΄Επρεπε
Να ξελασπώσουμε το Χόλιγουντ ξοδεύοντας
Το δίφραγκο στο Ρεξ των Γιαννιτσών,ταινίες δύο,

Διότι η λυρική μαλακία της συνειρμικής οικολογίας
(την πεταλούδα εννοώ, του Αμαζονίου,που φέρνει
Όξινη βροχή στην Κορνουάλη) είχε μιά βάση:
Τον Μπίλη να μιμείται Γκάρι Κούπερ στην Μπουτσάβα.

Δεν ξέρω ποση μπερδεμένη μεσηνέζα θα ξε-
Τυλιξω,πόσους στίχους ανόητους πλην κρυπτικούς
Θα παρουσιάσω,πρίν καταγράψω των Βουστασίων
Το ενοίκιο, των νέων φίλων μου το ήπιο βλέμμα

14/9/09

Κρίνετε, αλλοιώς δεν θα κριθείτε...


Ισως γι΄αυτό , το μέλλον είναι τόσο βαρετό, ενώ το παρελθόν αστράφτει και με τα τετρακόσια του δόντια.*



*Π.Θ και άλλα κείμενα με γαλλική φινέτσα,κρητική λιτότητα και νοστιμιά,διότι εάν είσαι ταλαντούχος, σε κάποιου την καμπούρα φτιάχτηκες..

12/9/09

Eνώ βρέχει…


Η Στέησυ Κέντ μου κρατάει συντροφιά.

8/9/09

Η Συμφωνία των Παιχνιδιών



Όταν βγήκε ο 984, νομίσαμε ότι έπεσε το Τείχος της Καφρίλας μαζί με του Βερολίνου: νέες φωνές, νέες μουσικές, νέες διαφημίσεις. Αν δεν κάνω λάθος (μάλλον κάνω λάθος και τα έχω κάνει σαλάτα), εκείνη την εποχή άρχισε να σοβαρολειτουργεί και το Μέγαρο, κι άκουγαμε τις διαφημίσεις του και χαιρόμασταν. Μια διαφήμιση (με τη φωνή του απαραίτητου Κωστάλα) είχε κι ένα αποσπασματάκι από τη Συμφωνία των Παιχνιδιών του Λέοπολντ (μπαμπά) Μότσαρτ. Μου είχε κολλήσει λοιπόν το θεματάκι. Δεν ήξερα τι είναι, δεν είχαμε και indernets τότες. Πάνε 20 χρόνια.

Μετά το Μέγαρο το κατέλαβαν και ταμπουρώθηκαν μέσα του ηρωικώς κάτι άμουσα εκτοπλάσματα από το Κολωνάκι, το Κεφαλάρι και την Πολιτεία. Ο 984 έγινε σαν τα μούτρα μας. Το Βερολίνο πήρε τον δρόμο του (βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο, μου λένε) κι εγώ -- που στο μεταξύ είχα ανοίξει πόλεμο με τα τζιν, τα καλσόν κι αυτά που φοράν οι μπαλαρίνες όταν τανύονται στις αίθουσες με τους καθρέφτες όπου μου απαγορευόταν ρητά η είσοδος -- έμεινα με την απορία: εκείνο το κομματάκι ήταν όντως από τη Συμφωνία των Παιχνιδιών;

Τα Χριστούγεννα του 2008 πήγα να πάρω κανα σιντί για τον ανιψιό (όχι τον γιο του ολντ μπόυ, ρε, τον άλλονα). Του πήρα και τη Συμφωνία των Παιχνιδιών. Από εκεί ήταν το κομματάκι τελικά.

7/9/09

Μόνο στην Ελλάδα



Από τότε που έμπλεξα με τα μπλόγκια, υπάρχει μια ατάκα που επιστρέφει σαν τα μπούμερανγκ: όσο πιο δυνατά την πετάμε, τόσο πιο μεγαλοπρεπώς κάνει τον βρόχο της και μας κοπανάει μεγαλοπρεπώς στην καρκάλα: "μόνο στην Ελλάδα".

Ο Ρακάσα έχει συζητήσει επανειλημμένα το θέμα κι έχει εξηγήσει ότι η αντίληψη ότι το χ ή το ψ συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα είναι ένας νεοελληνικός (αλλά όχι αποκλειστικά νεοελληνικός) ακκισμός. Έχει ξανά και ξανά επισημάνει ότι τα νεοελληνικά φαινόμενα μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνον αν πάψουμε να κοιτάμε μέχρι το Κιλκίς, την Κέρκυρα και την Αλεξανδρούπολη: αποτελούν συνέπειες φαινομένων και καταστάσεων που, όταν δεν αφορούν ολόκληρη την ανθρωπότητα ή την Ευρώπη, οφείλονται σε πραγματικότητες και συνέπειες ιστορικών γεγονότων που αφορούν μεγάλο μέρος τους.

Η Ελλάδα είναι ένα μικρομεσαίο ευρωπαϊκό κράτος (όπως η Ουγγαρία) με συγκεκριμένη ιστορία μέσα στην Ευρώπη (συγκρίσιμη με λ.χ. αυτή της Ρουμανίας), συγκεκριμένο κοινωνικό παρελθόν (αντίστοιχο αγροτικών κοινωνιών παντού μέσα στον κόσμο που η Ρώμη άφησε πίσω της), ιστορικό πολιτικών συγκρούσεων που είδαμε και στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στην Ιταλία αλλά και στη Γαλλία, καθώς και σχετικές ιδεοληψίες όχι πολύ διαφορετικές ή πολύ περισσότερο έντονες από άλλων κοινωνιών οργανωμένων σε εθνικά κράτη (οι δικές μας, κυρίως εθνικού περιεχομένου, θυμίζουν κάποτε τις πολωνικές). Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι πάνω-κάτω κατανοητά.

Γιατί επιμένουμε στο "μόνο στην Ελλάδα", ιδίως στα πλαίσια της κλάψας και της αυτοεκπληρούμενης προφητείας του μειονεκτισμού (σε σχέση με την υπερτέλεια Δύση ή το απαράμιλλο παρελθόν μας). Πιθανότατα γιατί μας δίνει το καλύτερο άλλοθι: μόνον εδώ συμβαίνουν αυτά, άρα πώς να τα πολεμήσουμε, άρα δεν αλλάζουμε. Ακόμα κι όσοι αρνούνται τα ιδεολογήματα περί ιδιοσυστασίας και συνέχειας, παρηγοριούνται να παραμυθιάζονται γλυκά στην ιδέα ότι "μόνο στην Ελλάδα"... Η εσωστρέφεια και η συστηματική ομφαλοσκόπηση εγγυώνται ότι κανείς δε φταίει, αφού έτσι είμαστε και τίποτε δεν μπορεί να γίνει και αφού αυτό είναι το ριζικό της φυλής και ο θεός της Ελλάδος.

Ίσως η μοναδικότητα της (τάχα μου αποκλειστικώς) ελληνικής ασυναρτησίας να μας κάνει να αισθανόμαστε ξεχωριστοί σε έναν κόσμο και σε μια Ευρώπη που δεν μπορούμε να διεκδικήσουμε υπερθετικούς (πια), ούτε καν τους αρνητικούς. Για παράδειγμα, ούτε καν η γεωγραφική θέση μας δεν είναι μοναδική: γεωγραφικά πάσχουμε από τις ίδιες διατάσεις που πάσχουν τουλάχιστον άλλα 5 κράτη μέλη της ΕΕ (χωρίς δηλαδή να πιάσουμε Αλβανία, Δ. της Μακεδονίας, Σερβία, Τουρκία). Δεν έχουμε μονοπώλιο σε τίποτα πια. Ούτε καν στη γλωσσολατρία μας. Πώς να το πω: δε σκίζουμε. Ούτε καν χασέδες. Είμαστε κανονικοί.

Νομίζω ότι, επειδή πλέον έχουμε ξεμπουρνταλιαστεί τελείως με τον ιδεασμό του "μόνο στην Ελλάδα" και στην ενοχική και στην μεγαλομανή εκδοχή του, είναι πια επιτακτικό να καλλιεργηθεί σοβαρά από όσους γράφουν και μιλάνε μια λιγότερο εσωστρεφής και ομφαλοσκοπική θέαση της επικαιροτητας, της ιστορίας αλλά και των πραγματικών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας.

5/9/09

Χοιροβοσκός: Παραδοσιακόν



Ακούγωντας τους άλλους να μιλούν. Ή αλλέως πως, η τέχνη της παρέας.
Στο κόντρα μπάσσο βαλσάρει ένας ήρωας της μουσικής μου εφηβείας. Ό NHØP

Η δική μου πανσέληνος, αφιερωμένη εις όσους ο Μπερεκέτης αφιερώνει

Ο χαφιές του Θεού


Οταν ο θεός κατάλαβε ότι λατρεύεται από πλήθος διαφωνούντων ηγετών, ιερέων,σοφών και στοχαστών, που τον τιμούσαν και τον ξεχνούσαν ταυτόχρονα,ζήτησε να λαμβάνει πληροφορίες ακριβείς από δευτεροκλασάτα υποκείμενα, που βρισκόταν μεν μέσα στους πίθους της αμαρτίας, αλλά η συχνή ενάσκηση εξουσίας δεν τους είχε μετατρέψει σε εγωιστικά αρχιδάκια τουτέστιν να μη ξεχωρίζουν την ήρα από το στάρι, ήτοι το έαρ από τον στάρετς, άρα το gear από το στέαρ.

Ο θεσμός του χαφιέ του Θεού, ήκμασε αμέτρητους αιώνες και χάρη σε αυτόν, ο θεός δεν πελαγοδρομούσε μεταξύ πιστών του υπαλλήλων και τενεκέ μαχαλά οπαδών. Οι πιστοί άνθρωποι, ώς γνωστόν, είναι οι μόνοι ευτυχείς, αλλά προπατορικώς φροντίζουν να καίνε το μυαλό τους. Οι άπιστοι άνθρωποι ,ως εικός, μανιασμένοι να αποδείξουν ότι ο Θεός είναι πλάσμα, χαραμίζουν το μυαλό τους σε κουρσούμια, μη καταφέρνοντας να μεταδώσουν τις απόψεις τους μήτε καν στο πιό ευπλαστο σαμιαμίδι του σύμπαντος, δηλαδή στα ίδια τους τα μωράκια.Ενώ οι πιστοί, οδηγούν συνήθως τα δικά τους μωράκια στην άνοια δι΄αυτομάτου πιλότου και ατραπού. Επειδή ο Θεός είναι το πάντα και το ίσως, το εάν και το θα δούμε, το έασον και το κλάφσον, το σίγουρα και το έρχομαι, ο Θεός άρα είναι και το πέπουλο που σηκώνει δειλος αέρας, μα και η τίτανος που θριαμβεύει επί των ηφαιστείων λίθων. Ακόμη και οι αριθμοί, το πλέον άμετρο συστατικό του ενεού κόσμου, υποφέρουν από διαιρέσεις, κλάσματα, εξισωτικές διεργασίες, παρονομαστές και εκθέτες, λεγόμενοι από του νύν αριθμοί οι μάρτυρες.Ο χαφιές του θεού, είναι άπαξ κερδαινομένη ιδιότης, φυσικης καταστολής, γεννήτρια του πόνου, ανηψιά του πάθους,έκγονος χαλαρών σαρκών και πεπτωκυίας νευρικής ύλης. Οσάκις την ηδονήν αποζητά, κρύπτεται όπισθεν ρημάτων, αφήνοντας ταις άλλαις των λέξεων ποιότηταις να κορδακίζονται σε χείλη αλλωνών.Μα και ο Θεός ουδέποτε ανακοίνωσεν το παραμικρόν γιά τους χαφιέδες του.Κι έτσι, η τάξη του σύμπαντος κόσμου ,άλλοτε ομοιάζει προς περιστεράν, συχνότατα πάντως και προς πλήθος κοάζον ευοί ευάν.

4/9/09

ΣΕΛΗΝΗΣ



αφιερούται στους βουστασιάρχες και στον Αθήναιο (που του αρέσουν τα 17 fragmenta), εν όψει μεταθερινής πανσελήνου, σήμερον που συνέπεσε με της αγίας Ερμιόνης (άγιας Αρμόνης εις το χιακόν) - οι κυνηγοί γιορτάζοντας αυτήν και συνάμα την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου, πάνε και κρεμάν στα δέντρα μαντήλια και πίνουνε ρακή, όπως κάνανε παλιά πολύ όταν λατρεύαν την Αρτέμιδα.

Το μειδίαμα


Βόσκοντας στοιχεία γιά τις μέρες μου στο Γιόρκ, έμαθα ότι πέθανε ο Ντέρεκ Λινστρομ, ο καθηγητής μου, αρχές του καλοκαιριού(1925-2009). Ηταν αρχιτέκτονας που μετά τα σαράντα στράφηκε στην ακαδημαϊκή καρριέρα. Ηταν υπεύθυνος σπουδών στο Ινστιτούτο που είχα πάρει μιά υποτροφία.Σήμερα ,έχει απορροφηθεί από την αρχαιολογική σχολή του Πανεπιστημίου. Ημουν ο τρίτος, νομίζω Ελληνας σπουδαστής του, μετά τον Ιορδάνη Δημακόπουλο και τον Γιάννη Κίζη.Κοντούλης, μονίμως χαμογελαστός αλλά με μειδίαμα(όλοι οι ξένοι πιστεύαμε ότι ήταν σνομπάρας) στο πρώτο του μάθημα μας ξεκαθάρισε ότι άν θέλουμε να μάθουμε κάτι γιά την αναστηλωτική φιλοσοφία, ήμασταν μάλλον σε ξένον αχυρώνα. Λάτρευε το συγκεκριμένο. Ηταν παθιασμένος με τον τόπο του. Εμενε στο Λήντς, σε ένα προάστειο. Αυλή, δυό όροφοι, τεράστιες βιβλιοθήκες, γεμάτες βιλιοθήκες, συλλογή χαλιών.Οταν φαινόταν συναισθηματικός μιλούσε το πολύ πολύ γιά δραματικά τοπία.Η ειδικότητά του ήταν γύρω από την βιομηχανικη επανάσταση και η εποχή της Αντιβασιλείας.Τον ψιλοδουλεύαμε, επειδή παραήταν ψείρας και τυπικός.Μέσα σε μικροχαρές ζούσε, που γιά τους μη Εγγλέζους φαινόταν κόλαση: έπαιρνε το τσάι του στις 5.06 και όταν δεν είχε το κουλουράκι του, μπορεί και να κινδύνευε από κατάθλιψη.Τέτοια. Εντούτοις, αυτός μας οδήγησε, την παρέα των μπαλαρινέζων στο Καφέ Ρουαγιάλ του Εδιμβούργου και μας έμαθε το Γκλενμοράντζι. Έκτοτε το τσάκιζα στα Duty Free και έπινα το πρωτο εις υγείαν του.
Ημουν τόσο μπερδεμένος με τα γεγονότα της ζωής, ώστε όλοι οι δάσκαλοι με πετύχαιναν μονίμως στο σπουδαστήριο να ξεπατώνω τόννους βιβλίων,διότι ως κλασικός τεμπελχανάς,δουλεύω απάνθρωπα μόνον όταν βαρυέμαι ή δεν μου κάθεται(η Εκείνη, εννοείται).Αφού μιά μέρα ο Ντέρεκ με ρώτησε που πηγαίνω να διασκεδάσω,κι αν τηρώ κάποιους νόμους ασκητή.Νόμιζε πως ήμουν καλβινιστικά υστερικος με την ιπιστιμ.
Γυρνούσα το βράδι σπίτι, κουβαλώντας από δύο έως πεντε KFC, αναλόγως διαθεσίμων μετρητών και πρίν κοιμηθώ αναμετρούσα τι είχα μάθει στην διάρκεια της μέρας και δεν το πίστευα. Ηταν σπουδές. Χωρίς ίχνος φιλοσοφίας, επομένως δεν περίσσευε καιρός παρά μόνον γιά γνώση ταξινομημένη. Στην Ελλάδα, τέτοια μπερεκέτια δεν έχει. Βέβαια, η ζωή γίνεται πιό προβλέψιμη. Θυμάμαι που είχα βγεί με κάποια που μου γυάλισε,σε μιά ερημιά που τουςτρέλαινε το κάρι, πρίν μπείς στο Σκάρμπορο, δείπνο με κεριά και έτσι, της είπα, σε μιά ποιητική αποστροφή "πόσο όμορφη είσαι καλή μου", κυριολεκτώντας, χωρίς ετέρα πρόθεση και η Εσσεξιώτισσα μου απάντησε "Panos, δεν έχω αντίρρηση να το κάνουμε, αλλά μόνον με αυτες τις στάσεις, με τα εξής φιλιά επί αυτών των σημείων του δέρματος και δεν παίρνω χάπι" Μπορεί να ξενέρωσα, αλλα αυτή είναι η ταξινομημένη γνώση. Αν σπούδαζα στο Πακιστάν, δάσκαλοι και μαθητές θα πλέχαμε στο κλάημα.
Σε ένα κόρς, από αυτά που δέχονταν και σεμιναριακούς επισκέπτες, της βδομάδας, εμφανίστηκε,(1978) ένας «Αντιδήμαρχος Λευκωσίας»,τουρκοκύπριος συνάδελφος. Πήγα κατευθείαν στον τιούτορά μου και του είπα πως δεν αναγνωρίζω τουρκική δημοκρατία της Κύπρου (έτσι έγραφε η κάρτα του,πέντε χρόνια πρίν την μονομερή ανακήρυξή της). Δεσμεύτηκε να μου απαντήσει σε μία ώρα, πήγε και συνεδρίασε και μου ανακοίνωσε πως γιά το Ινστιτούτο αυτός ο αρχιτέκτονας ήταν ένας καλός συνάδελφος άπατρις.Με ρώτησε απλώς άν οπλοφορώ(του είπα όχι) και φρόντιζε να μας κρατάει σε λογικές αποστάσεις στις αίθουσες και στα διαλείμματα. Είχε βάλει και δυό τρείς συμμαθητές μου να ρίχνουν μιά ματιά, μη μαχαιρωθούμε.Οταν ο αρκαντάς μεϊμάρ έφυγε,ο δάσκαλος μου έδωσε συγχαρητήρια που δεν μαχαιρωθήκαμε μέσα στα premises της σχολής. Φυσικά, το ότι δεν μαχαιρωθήκαμε γενικώς, το έβρισκε παράξενο και απίστευτο.
Τελειώνοντας οι σπουδές, νοίκιασα μιά γραφομηχανή και σε σαράντα μέρες έγραψα την διπλωματική μου.Μόλις την παρέδωσα, τσούπ, ο Ντέρεκ ανήσυχος γιά τα άθλια αγγλικά μου. Οταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχα λεφτά να νοικιάσω έναν μεταφραστή η ότι δεν διέθετα αγγλόφωνη ηγερία με δημιουργικές τάσεις, με κάλεσε στο σπίτι του στο Λήντς, μιά Κυριακή του Μάη. Ζούσε μόνος, δεν θυμάμαι άν υπήρχε καποια γραία οικονόμος. Πήραμε μαζί πρωινό και μεσημεριανό, πήρε από ταις οκτώ την εργασία μου, την διάβαζε φωναχτά, με ρωτούσε γιά το νόημα και διόρθωνε. Μιά φορά μόνον, εκεί που έγραφα πως προτιμώ την αναστήλωση ως ένα είδος διδακτικής,τρισδιάσταστης επί του χώρου ανασκαφής, με κάρφωσε με το βλέμμα και δήλωσε «ξέρεις, φαντάζομαι ,πως εικά αυτή, είναι η μέθοδος που σιχαίνομαι, η μέθοδος που τάχτηκα να συντρίψω». Τον διαβεβαίωσα πως ναί, το ήξερα. Οταν τελείωσε, αργά το απόγευμα, μου παράδωσε ένα δακτυλόγραφο στικτό από διορθώσεις(από τις εκατό σελίδες ζήτημα να είχαν γλυτώσει οι μισές τον όλεθρο) και με αποχαιρέτησε.Με ξεσκάτωσε, πραγματικά. Σεβάστηκε όλα τα νοήματα και τους έδωσε δορά αγγλοσαξονικού δοκιμίου. Είχε βγάλει όλα τα περσοναλιστικά ("well, conservation on what? as John Carter, my olde pal could say") και περιέκοψε όλην την λιπαρή καψούρα που περιέχει, έστω κρυπτικός και αφανής, ο νεοέλλην επιστημονικός λόγος. Αν διαβάσετε κείμενά μου πρίν το 1979, μπορεί να βρείτε ικμάδα, καλές ιδέες και τερτίπια,αλλα χωρίς αντοχή. Χάρη στο ολοήμερο μάθημα του Ντέρεκ, πήρα αυθημερόν το βερνίκι του συγγραφέα. Με ανέβασε αρκετές κατηγορίες.Χωρίς να προσθέσει μήτε μιά δική του λέξη, προσάρμοσε τόσο όμορφα τις δικές μου σε νέο πλαίσιο, ώστε κατάλαβα την διαδικασία κι έκτοτε, προσπαθώ επί ματαίω να την μεταδώσω σε συνανθρώπους μου.Διότι δεν είμαι Ντέρεκ. Είμαι η μαλακισμένη η Πετεφρίνα ή τέως άτακτη, και είμαι καλά.
Από κάποιο τευχάκι με τους Αλουμνίτες και την μοίρα τους, έμαθα ότι πήρε σύνταξη και αυτό ήταν όλο. Ωσπου σε μιά Γιόρκσιαρ Ποστ έπεσα σε μιά φωτογραφία, άνωθεν της νεκρολογίας του,αυτήν που παρουσιάζω, φωτογραφία ενός ανθρώπου σε δράση κι όχι τις συνήθεις ξεχειλωμενες από τα γεροντάματα. Διασώζει με εκπληκτικήν ακρίβεια, αυτό το μειδίαμα που το νομίζαμε σνομπίστικο. Αν ακολουθούσα, δάσκαλε, την απέχθειά σου προς τις αρχαιολογικής υφής αναστηλώσεις, σήμερα δεν θα καταλάβαινα πως το μειδίαμά σου έκρυβε και καλωσύνη, και πραγματικό ενδιαφέρον γιά τα μεταπτυχιακά σου σκατόπαιδα, που νόμιζαν πως ήταν υπεράνω. Μυστήριον γαρ η διδαχή. Δραματικό τοπίο.Ο Ντέρεκ ήταν ορκισμένος εργένης.Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ετσι γράφουν οι νεκρολογίες. Μαλακίες. Απλως, δεν έκανε απιστίες στους μαθητές του.

3/9/09

Η επιφάνεια του Keiji Makino


Έψαχνα έναν παροδικό φίλο και συμμαθητή μου στο York, τον Κέιτζι Μακίνο και όταν πληκτρολόγησα το όνομά του στον Γούγλο, οπότε άρχισαν να βγαίνουν αναρίθμητα φρικιά της τεχνολογίας.Προτίμησα να δώ στις "εικόνες", οπότε νά΄τος. Σε μιά έκθεση στη Μόσχα, πέρσυ,που βράβευσαν αρχιτέκτονες, εμφανίζεται ως κοντσιλιόρε της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Ρωσική Ομοσπονδία.Ίδιος κι απαράλλαχτος.
Ο Κέιτζι πρίν τριάντα χρόνια, ανήκε στην ομάδα των περιφερομένων ταλαντούχων Γιαπωνέζων που είχαν παρουσιάσει κάποια καλή σπουδαστικη δουλειά και η κυβέρνηση τους ξαπόστελνε σε Ευρώπες και τρίτους κόσμους, να μαζέψουν εμπειρίες. Ο Κέιτζι ήρχονταν από κάπου αλλού και θα έμενε στο York μιά χρονιά ακόμη, γιά να μελετήσει τα εργοστάσια σοκολάτας Μάκιντος, γιά καμιά επανάχρηση. Την διπλωματική του στην δική μας φουρνιά δεν την θυμάμαι. Είχε οικογένεια, γυναίκα και τρία παιδιά. Ηταν κοινωνικός, γλυκύτατος και φιλάνθρωπος. Κάναμε παρέα.Με καλεσε και στο σπίτι του να φάμε τα τοπικά του, και στο χώλ ήταν πέντε ζευγάρια σαγιονάρες, τοποθετημένες και στοιχημένες όπως εμείς φροντίζουμε τις μάρκες στο καζίνο, όταν κερδίζουμε. Από τις μεγάλες δικες του , έως τις ελάχιστες του μικρού του μπόμπιρα.Φάγαμε καταής και με τάιζαν από ξυλόκουτα αναρίθμητες πλάκες φυκιών-τους άδεισα δυό μπουκάλια σάκε γιά να το αντέξω.
Ο Κέιτζι με φρόντιζε. Μου είχε δανείσει μιά κίτρινη τηλεόραση και χαζεύοντας τα βιβλία μου, λάτρεψε το Βυζάντιο. Ηταν τέτοια η μανία του, ώστε του χάρισα πολλούς τόμους, ιδίως ένα τέρας σχήματος δευτέρου μεγάλου, γύρω στο 50Χ70 όπου υπηρχαν αποτυπώσεις όλων των οικισμών των νησιών της Ελλάδας, ξέρετε, αμυντικά χτισμένα σπίτια.Ηταν έτοιμος να το βάλει σε ναό,άνκαι δεν ξέρω τι πίστευε.
Ο Κέιτζι ήταν γενικά πολύ ψύχραιμος άνθρωπος, ανέκφραστος. Αργότερα, που γνώρισα περισσότερους γιαπωνέζους, κατάλαβα ότι δεν έφταιγε ο ίδιος. Αυτή η ιδιοφυής ικανότητα τους να ξέρουν εκ των προτέρων άν ο επερχόμενος να περάσει την ίδια πόρτα ήταν ιεραρχικά ανώτερός τους, οπότε υποκλίνονταν αναλόγως. Είχα γνωρίσει και μιά κοπελα,πανέμορφη,δέκα χρόνια μετά τον Κέιτζι, στην Χάγη,την κόλλησα όσο κολλάει η κόλλα στο κολλητήρι, ήταν διευθύντρια της Sony στην Δυτική Ευρώπη, δεν χωρούσαν μαζί της Ροιδηδες και quotes από Ταλευράνδο ή Ράσκιν (συμπαθάτε με ,αλλα τότε έτσι πιάναμε και κανέναν μηρό) οπότε καταπίνω την απέχθειά μου στα στερεότυπα και την ρωτάω Μα πώς η τοσον μεγάλη αυτή Εταιρειούκλα εμπιστεύτηκε σε μιά ντελικάτη κοπέλα μιά θέση που απαιτεί και φιζίκ νταλικιέρη; Αν τα έλεγες αυτά σε Ελληνίδα, σου γκούρλωνε τα μάτια και απαντούσε ώ ,βλέπω πως καταλάβατε, παρά τα φαινόμενα, την συναισθηματική πανούκλα που με διακατέχει, οπότε ακολουθούσαν επαληθεύσεις επί του κραββάτου. Η κοπέλα Γιαπωνεζούκλα, αντιθέτως με κοίταξε με σκοπό να κατουρηθώ επάνω μου και μου είπε με γιαπωνεζί εγγλέζιkα Υunno, ma bosses call me snake.
Προς το τέλος των μαθημάτων, μας πήγε η σχολή Σκωτία. Οι περισσότεροι δεν είχαν πάει, οπότε ξέροντας πως με το κατρελάκι όργωνα την Κελτική και τα σόγια της κάθε τόσο γιά πλάκα, μου ζητούσαν συχνά τουριστικές πληροφορίες. Δέσαμε ακόμη περισσότερο με τον Κέιτζι. Με τρέλαινε που επιτέλους καταλάβαινε και το ελληνικό και το εγγλέζικο χιούμορ, αλλα δεν είχε πρόβλημα να αντιδρά, ακόμη και πέντε έξι ώρες μετά που λέγαμε το σχετικό ανέκδοτο.
Επιστρέφοντας, στις πίσω θέσεις του πούλμαν, αποφάσισα να μάθω στον γέρο Κάρτερ, στον φαφλατά τον Μπράουν και στον Κέιτζι, να παίζουν εικοσιμία. Ξεκινήσαμε από το Λόντερ και έως το Νιούκασλ είχαν γίνει σαϊνια. Οι δυό Ιγγλίνοι γελούσαν βροντερά, έχαναν-κέρδιζαν ,αλλα όχι ο Κέιτζι. Με το που έπαιρνε τα χαρτιά στο χέρι, γινόταν καμικάζε. Uannnmorrrr! ούρλιαζε κοφτά και υστερικά, με παγωμένη μάσκα. Οταν έπιανε εικοσιμία ,όλοι αισθανόμασταν τυχεροί που δεν είχε ζαλωμένο επάνω του κανένα εγχειρίδιο. Tuendionnnnn!! σφύριζε ως Yunnomabossescallme snake.Μόλις μαζέψαμε την τράπουλα, ξανάγινε αγαπησιάρης και γκιούλα μπαχτσές.
Του έστειλα μιά κάρτα με ένα σκίτσο ,πρέπει να μου έστειλε κι αυτός. Χαθήκαμε. Τον ξαναείδα μετά από τριάντα χρόνια και ένα μήνα να προσφωνεί βραβευμένους στην Μόσχα, σε ένα φουτουρί περιβάλλον διακρατικής συνεργασίας. Τουλάχιστον περιδιαβαίνοντας την υπέρογκη ρώσικη ορθοδοξία, θα θυμάται, είμαι σίγουρος, τους μεθυσμένους βυζαντινούς μαϊστορες που του περιέγραφα, τραγουδώντας από το καταραμένο φίδι του Χατζιδάκι τα κομμάτια που είχαν πολύ πλινγκ πλίνγκ και στα δυό πιάνα.
Ακόμη και σήμερα, θα τον εμπιστευόμουνα τυφλά. Ως κοντσιλιόρε, είμαι σίγουρος πως οι επιλογές του είναι άριστες. Στο χωλ του σπιτιού του, οι σαγιονάρες και οι σαγιοναρίτσες παιδιών και εγγονιών του, θα είναι ,υπολογίζω ,πάνω από πενήντα...

2/9/09

Η εκδίκηση της παρθένας στα μπουζούκια



(για διευκρινίσεις εδώ).

Δεν έχω δει τη συγκεκριμένη ταινία, η οποία πρόπερσι είχε διαφημιστεί ως "υπερπαραγωγή" και "η πρώτη ελληνική πορνοταινία μετά από χρόνια". Ο τίτλος όμως είναι απολαυστικός, ενώ ο Αγγλοκύπριος πρωταγωνιστής έδωσε πέρσι μια σπαρταριστή συνέντευξη σε κυπριακό περιοδικό λάιφσταϊλ.

Τέλος πάντων, δεν είναι αυτά το θέμα μας. Άλλωστε ο τίτλος μου ήρθε ως απλός συνειρμός όταν άκουσα το αποτέλεσμα των σκέψεων (πώς τον λένε εκείνον τον υπολογιστή; Deep Throat; όχι: Deep Thought) του πρωθυπουργού. Η συλλογιστική της προηγούμενης φοράς που προκήρυξε εκλογές, μόλις πριν δύο χρόνια, ήταν 'απλώς' προσβλητική προς το Σύνταγμα και τη συνταγματική τάξη. Αυτή τη φορά είναι και κωμική: σαν παρθένα αρσενικής φαντασίωσης, από αυτές που τάχα ζητούν να τις τραβάνε, κι ας κλαίνε. Έτσι κι εκείνος σύρεται σε εκλογές γιατί αυτός ο τραμπούκος, αυτός ο ζαμπόνηρος μακιαβελικός ταλλεϋράνδος, ο πανίκανος Γ.Α.Π. τον τραβάει από την αμόλευτη κοτσίδα καθώς η τίμια εμπριμέ φούστα του σκίζεται πάνω στα χώματα και τις πέτρες του Βούθουλα. Γιατί δε μας λέει ότι προτιμάει να βγάλει 120 βουλευτές, αντί για 100 τον Μάρτιο; Θα ήταν εξίσου κυνική καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών περί πρόωρων εκλογών, αλλά πιο ειλικρινής. Θα μπορούσε επίσης να κήρυσσε πόλεμο στην Τουρκία, που μας στέλνει ακόμα λαθρομετανάστες ("να φύγετε, λαθρομετανάστες, να πάτε αλλού"): θα υπήρχε πραγματικό εθνικό θέμα έτσι.

Κι ας γίνω ακόμα πιο κακεντρεχής: η τρομακτικά ανίκανη και συστηματικά διεφθαρμένη διακυβέρνηση της χώρας από τον Μίστερ Νιντέντο δε συγκρίνεται με αυτή του τρισκατάρατου Σημίτη, του απαίσιου Τάπερμαν που όλοι (σχεδόν όλοι) έβριζαν και μπινελίκωναν με αφοσίωση και μανία. Πράγματι, στη θέση διεφθαρμένων έχουμε διεφθαρμένους και ανίκανους, στη θέση αμερικανόδουλων έχουμε αμερικανόδουλους που δε ζητάν ανταλλάγματα από τον αφέντη τους, στη θέση κυνικών έχουμε ανόητους κυνικούς. Επίσης, πολύ φοβάμαι ότι μια πιθανή κυβέρνηση Γ.Α.Π. απλώς θα προσθέσει νέες συναρπαστικές παραμέτρους στα παραπάνω, κατεβάζοντας τον πήχυ των αλμάτων εις βάθος του Νιντέντο ακόμα πιο βαθιά. Και μην ποντάρετε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Κοινώς: δε σας άρεσε ο Σημίτης, ε; Ε...

Στο μεταξύ φοβάμαι πολύ. Αλλά σταματάω εδώ, αφού θα βγει ο ολντ μπόυ να πει πάλι ότι τα πράγματα δεν είναι συνήθως τόσο άσχημα όσο φοβόμαστε. Σωστά. Καμμιά φορά είναι χειρότερα.

Τα ρυάκια της μνήμης

Η Μαγιαλού, εγγόνα του Σβάρτσιχ, βρίσκεται συχνά στην καρδιά μου, μαζί με την εγγόνα Βεύη ή Βεβίτσα του Ποιητή και τον θετό μου εγγονό, τον υγιό Μαχμούντ του Μπεκτατσή. Στις τελευταίες φωτογραφίες που μό΄στειλε ο Σβάρτς, ιστορείται το μωλό να δέχεται θερμήν αγάπην παππουδίων.Ο δεξής ήναι ο φίλος μου, ο αριστερά μου ήτο ανεπίγνωστος. Η σκηνή ήτο από Ζάκυνθο, οπότε, ως καλός σεναρίστας, έστησα το σκηνικό: ήτο ένας χίππης Ολλανδός, πιθανότατα ο πενθερός του υιού της Λούδης, συντρόφου της Σβάρτσιχ, δηλαδή ο πατέρας της ξενίστριας της Μαγιαλού, που λέγεται και μητέρα της. Με θάρρος, αφού αποκατέστηα την πρώτη επαφή, πήρα τον κατήφορο.Ο χίπης αυτός,μάλλον συνομήλικος του Σβάρτς, άρα μικρότεροί μου αμφότεροι, θα ήτο κάποιο σάψαλο από την Χριστιανία, παλαιός φίλος που αντάμωσε η γενεά μου σε ζόρικες αίθουσες όπου εμετρώντο συστημικώς μηροί και μασχαλισμοί διεθνικώς, συν κάποια ρητά τροτσκιστικού ήθους.Και έμεινα να θαυμάζω πώς η γενιά μας κράτησε ομοιοθετικώς και οροθετικώς τα εξωτερικά της μηνύματα, στο σύνολο σχεδόν, της Δυτικής Ευρώπης. Με δυό λογάκια, καμάρωνα που συμπεθέρεψε ο Σβάρτσιχ με άτομα φαινομενικώς άσχετα, που έκρυβαν ωστόσο επιλεκτικές συγγένειες . Ναι, σκέφτηκα,η συμπεριφορά μας νίκησε την ενοχή του αίματος.
Πήγα να τα ειπω αυτά στον Σβάρτσιχ μόλις μου τηλεφώνησε γιά ζήτημα πολιτιστικής κληρονομιάς και άλλαι αηδίαι, και με πρόλαβε: είδες τη φωτογραφία με τον Νίκο;
Ποιόν Νίκο, του λέγω, Νίκο λέγουσιν τον Ολλανδό συμπέθερο; Ποιόν συμπέθερο, Πετεφρή, μου λέει σκασμένος από τα γέλια. Ο Νίκος είναι ορέ. Ο Λυκουρέσσης. Ο συμφοιτητής μας.ΔΕν τον εγνώρισες;
Οχι. Δεν τον εγνώρισα. Επειδή ποτέ δεν έτυχε να δω ότι διατηρεί κεντρική χωρίστρα,και κυρίως επειδή πάντοτε, σε όλαις ταις εικόνες του, έβλεπα καθαρά το στόμα του.Ναι, είναι ο Νίκος. Αυτός με την επτακοσάρα Καβασάκα του 1972,ενώ ο Τσώμος είχε Γιαμάχα.Ηταν η πρώτη φορά που η άγνοια, ο αποξεχασμός, το ξεμυάλισμα, η αφηρημάδα που επέδειξα, με ανακούφισαν. Και η Μαγιαλού, χαρούμενη, που την αγαπάνε τα παππούδια, θα κρατάει ένα κρυφό τηγανάκι στο τσαντάκι της, όταν θα βγαίνει τις τσάρκες της στην Δυτική Ευρώπη, σε μέρες που καθένας από τους τρείς μας, θα παίζει ψαλίδι, πέτρα και χαρτί, διεκδικώντας δωμάτιο σε εντατική, τάφο ή πολτρόνα σε οίκο ευγηρίας.