25/10/09

Ο Ωραιότερος Πρώτος


Οι μονοψήφιοι Πρώτοι, ως γνωστόν, κατά σειράν είναι οι:
 2, 3, 5, 7

Έτυχε ποτέ να παρατηρήσετε, ότι ο αριθμός 2357 είναι Πρώτος;
Είναι τη τάξει ο 350ος. Αν και προηγούνται 349 και έπονται μάλλον άπειροι, αυτός, ο 2357, είναι, νομίζω, ο Ωραιότερος.

Οι υπόλοιποι έξι τής οικογενείας, αλλά όχι τόσο ευειδείς, είναι οι: 3257, 3527, 5237, 5273, 7253, 7523. Ενώ οι άλλοι 17 τετραψήφιοι των συνολικά 24ων συνδυασμών που περιέχουν και τα τέσσερα ψηφία 2, 3, 5 και 7 είναι ... κοινοί θνητοί.

Θέμα χρωμοσωμάτων, αλλά και συγκυρίας....

Ασήμαντη σημείωση: ο 7253 είναι ο 937ος Πρώτος και ο 7523 ο 953ος. Τόσο το 937 όσο και το 953 είναι επίσης Πρώτοι. Ίσως αυτό να μας λέει έμμεσα κάτι για κρυφές χάρες των 7253 και 7523..... Αλλά ποιός ξέρει να πει με βεβαιότητα. Δεν έτυχε να γνωρίζω κάποια πρώην τους....

Α! Και για να μην ξεχάσω: και το 7 (τό 'παμε) και το 17 είναι Πρώτοι. Ο 17 είναι μάλιστα ο 7ος Πρώτος.....

22/10/09

Sraosha: "Καμαρώτε, την κουκούλα"



Σε μια χώρα (ας μην πω 'νοικοκυραίων', για να μην εξάψω τίποτα επιστήμονες και μου προσάψουν ανοησία) όπου οι περισσότεροι σκούζουμε ζήτω και μπράβο και ολέ μόνον αφού φανεί ο νικητής ή όπου γαβγίζουμε εκ του ασφαλούς (ναι, και εσύ· ναι, και εγώ), πρέπει να τιμούμε όσους έστω και μια φορά στη ζωή τους, έστω και για λίγο, ύψωσαν τη φωνή τους. Μιλάω για τον κοινωνιολόγο Παρσάνογλου που μπουζουριάστηκε γιατί διαμαρτυρήθηκε. Μιλάω και για τον Παπαχρήστο, που δεν είχε να αντιμετωπίσει τον νέωπα με την κατάπληξη φρεσκοκερατωμένου υπουργό και τα κρανοφόρα φτωχόπαιδα που σκέφτονται σαν χρυσαυγιτάκια, καβαλάνε παπάκια και φοβούνται να αποκαλύψουν τα προσωπάκια τους, σαν κοινοί κουκουλοφόροι. Είχε να αντιμετωπίσει τη Χούντα.

Παρόλ' αυτά, με εξόργισε η λογική του "ποιον πάτε να συλλάβετε, ρε". Για μένα αυτή η λογική καθρεφτίζει με διαύγεια την παθολογία της ελληνικής αριστεράς, η οποία αυτοϊδεάζεται ως ελίτ των ευφυών και τέλειων, των καθαρών και υπεράνω. Ο πολιός (μη αναγνωρίσιμος) σ. αγωνιστής είναι αξιότερος περισσότερου σεβασμού από το τσογλάνι που τρώει την μπατσοκατραπακιά; από τον νεαρό που τον προσβάλλει στον ενικό ο κάθε μερκούρης; από τον πούστη που τσουβαλιάζεται χυδαία γιατί προσπαθεί να ψωνιστεί στο πάρκο; από τη γοτθού που την κοιτάει ο φρουρός στα βυζιά καθώς χαρχαλεύει την τσάντα της; Εάν ναι, τότε μια χαρά είναι το κράτος και μην παραπονιέστε: απλώς κάνει διακρίσεις εις βάρος όσων συμπαθείτε.

Με άλλα λόγια: εάν η ΕΛΑΣ ασχημονεί εις βάρος του φρικιού, του μετανάστη, του φοιτητή, της (αλβανής, ξέρετε από αυτές τις άσχημες ντε) πουτάνας αλλά σεβαστεί τη σκιά του Ελεφάντη, το σκήνωμα του Πέτρουλα και τον ζώντα Παπαχρήστο, είναι πιο εντάξει;

Και ας το πάω πολύ πιο μακριά. Φανταστείτε ότι το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται ότι πλέον η κρίσιμη εκλογική μάζα που θα το επανεκλέξει μετά το επόμενο εθνικό θέμα και τις πρόωρες εκλογές δεν είναι οι νοικοκυραίοι, όσοι μασουλάνε προμήθειες και χτίζουν μαιζονέτες ή όσοι περιμένουν να τους σβηστούν τα χρέη των κατά συρροήν καταναλωτικών τους. Φανταστείτε ότι το ΠΑΣΟΚ συμπεραίνει ότι η κρίσιμη εκλογική μάζα που θα το επανεκλέξει είναι πλέον αριστεροί μεσοαστοί, αντεξουσιαστές που κάνουνε διακοπές στην Ικαρία και κάτι επί πληρωμή σκεπτόμενοι κτλ. Και ότι αποφασίζει να βάλει την ΕΛΑΣ να αλλάξει τον αδόξαστο ανάποδα σε όσους αυτή η εκλογική μάζα αντιπαθεί: τους παπάδες, την Έφη Σαρρή, τους βιομήχανους, τους μαγαζάτορες, τον Άδωνι, τους νοικοκυραίους και δεν ξέρω ποιους άλλους μισούνε δαύτοι. Θα έχουμε μια φιλολαϊκή και λεβέντισσα αστυνομία; λυπάμαι, αλλά ούτε στο ΚΚΕ δε σκέφτονται πια έτσι (καλά, αυτό το τελευταίο... τέλος πάντων).

Αν νομίζουμε ότι μια τέτοια ΕΛΑΣ θα ήταν καλύτερη από αυτήν που έχουμε (να γυρίσει ο τροχός, να γαμήσει κι ο φτωχός κτλ.), τότε έχουμε σοβαρότατο πρόβλημα στην κατανόηση του τι είναι δημοκρατία, εξίσου σοβαρό με όσων πιστεύουν ότι ο Αστυνομικός είναι Ταμπού, Ον Ιερό και Απαραβίαστο επειδή εκπροσωπεί τον Νόμο (και δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να αγγίζεται ή να αντικρίζεται κατάματα ή να αποκαλύπτει τα στοιχεία του σε πολίτη). Αυτό ακόμα και ένας καλλιεπής ανόητος σαν κι εμένα το καταλαβαίνει.

Θα το πω για πολλοστή φορά: το πρόβλημα δεν είναι ποιους διαλέγει να καταστείλει η αστυνομία, το πρόβλημα είναι ότι κυρίως καταστέλλει και δεν προστατεύει. Είναι ότι η καταστολή και όχι η καταπολέμηση του εγκλήματος αποτελούν την αποστολή της, κάτι που είναι εγγεγραμμένο μέσα στην ιδεολογία που το Σώμα προσπαθεί σχεδόν συστηματικά να περάσει στα όργανά του. Να το πω κι αλλιώς; Κάτι μου λέει ότι αν η ΕΛΑΣ ήταν πιο αποτελεσματική στην καταπολέμηση του εγκλήματος (κοινού, οργανωμένου αλλά και της διαφθοράς), θα εμπιστευόμασταν λίγο παραπάνω το κρανοφόρο παιδάριο που έρχεται να μου τσαμπουκαλευτεί με το πρόσχημα της εξακρίβωσης. Όπως ομως έχουνε τα πράματα τώρα, προσωπικά εγώ εμπιστεύομαι περισσότερο κάποιους κουκουλοφόρους και, από μπάτσους, μόνο τον Μάνθο, τον Ρούλη και τον Γιάννη.

21/10/09

Ημιτελές ποστάκι του Sraosha με τίτλο 'βαριέμαι'

Τον τελευταίο καιρό βαριέμαι. Δε βαριέμαι γενικά, όπως λέμε "βαριέμαι τη ζωή μου". Όχι, ίσα-ίσα, χώρια που έμαθα μετά από τόσα χρόνια να περιμένω, να περιμένω γενικώς, κάτι στο οποίο ήμουν πάντα χάλιας. Βαριέμαι όμως να βλέπω ταινίες και να διαβάζω.

Με τις ταινίες δεν είχα ποτέ την παθιασμένη και παράφορη σχέση πολλών. Ωστόσο πάντοτε έβλεπα ταινίες μέχρι το τέλος. Ε, όχι πια: εγκαταλείπω μία στις πέντε ταινίες, ιδίως στο ντιβιντί. Χτες άφησα στη μέση τις 'Πληγές του Φθινοπώρου'. Πριν μια βδομάδα το 'Franklyn' ('Παράλληλοι Κόσμοι'). Πιο πριν κάτι άλλο, που δε θυμάμαι. Και πιο πριν κάτι, επίσης. Υπομονή μου μπαϊλντί, που έλεγε κι ο Χάρυ Κλυν. Τα ίδια και με βιβλία. Για χρόνια είχα να παινεύομαι ότι είχα αφήσει μόνο δύο βιβλία μισοτελειωμένα στη ζωή μου: τους Λογοδοσμένους του Μαντσόνι και τον Ηλίθιο του Ντοστογέφσκι (αν και τον Ηλίθιο θέλω τώρα να τον ξαναρχίσω). Ε, η κατάσταση πλέον είναι αγνώριστη: εγκαταλείπω δεκάδες βιβλία. Το τελευταίο που πάει για εγκατάλειψη είναι το Τυπωθήτω δύο ατάλαντων Ιταλών που ζήλωσαν το τρόπαιο του Έκο και του συγγραφέα του Q (το οποίο καταβρόχθισα κατόπιν συστάσεων από τον Rakasha). Το αγόρασα στο αεροδρόμιο τον Αύγουστο και μετά από 176 επίπονες σελίδες (το 1/4 του βιβλίου) πάει για την υπόγα, αφού μάλιστα άρχισα πια τον Frankenstein (ο οποίος, δυστυχώς, ακόμα μου μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στα λημέρια της Χάιντι).

Βαριέμαι λοιπόν, η υπομονή μου εξαντλείται ταχύτατα. Δεν έχω κουράγιο να παρακολουθήσω κάτι αν μου φαίνεται ετοιματζίδικο ή κακοστημένο. Δεν είναι καλό αυτό αλλά δν ξέρω, κουράστηκα.

Τι μου θυμίζει; Τι μου θυμίζει;

Ο τύπος μου θυμίζει τον Ζαμπέτα. Μου θυμίζει και τον όψιμο Γιανναρά.
Εδώ έχουμε να κάνουμε είτε με έναν "λαϊκό άνθρωπο" που κάνει έφοδο στους ουρανούς του Γιανναρά, είτε με τον Γιανναρά να μιλάει "λαϊκά" και κατανοητά.

19/10/09

Θεοδωρίδης αλλού.

...για όσους, όπως εγώ, χρειάζονται συχνότερα τη δόση τους. Ο Πετεφρής ουδεμία σχέση έχει με το παρόν ποστ.

*



*
σπεύδω, κύριε πρόεδρε του δικαστηρίου των εγκλημάτων κατά του περιβάλλοντος, να σας ειδοποιήσω, με τον πρέποντα σεβασμό στην ιδιοφυΐα σας, ότι πριν από τριάντα χρόνια τα σκουπίδια ήταν πολύ λιγότερα στις χωματερές, επειδή πολλά προϊόντα ήταν χύμα.
Οι μαύρες τρύπες του συστήματος

*

Το βαρύ, παχύτατο, ανοργασμικό, αδρανές, αλλά παντοδύναμο «κόμμα της μέσης οδού» (δεν υπάρχει, αλλά βρίσκεται εν υπνώσει σε όλα τα υπάρχοντα κόμματα εξουσίας) ψοφάει να βρίσκει κομμουνιστικούς δακτύλους και ακροδεξιά αβγά του φιδιού σε οτιδήποτε δεν του κάθεται
Κουβεντούλα με τα «άκρα»

*

Οντως, από τότε που υπάρχει το ελληνικό γκουβέρνο, χρωστάει. Χρωστάει πολλά, περισσότερα από αυτά που βγάζει. Δε νομίζω ότι υπάρχει καμία χρονιά, από την Επανάσταση του 1821, που να είχε ο τόπος μας ο έρμος ένα περίσσευμα.
Η περικοπή των δαπανών

*

[οι μηχανικοί και οι σύνοδες εξειδικεύσεις][δ]ιαφέρουν από τα συνεργεία και τους μαστόρους σε ένα ζήτημα: [...] παράγουν με το τσουβάλι πολιτική. Μία αβλεψία ή μια παρωνυχίδα από κάποιον φρέσκο στη δουλειά και άπειρο μπορεί να προκαλεί επί σαράντα χρόνια δυστυχήματα, αρρώστειες, φτώχεια και καρμιριά. Διότι εδώ δεν είναι ο κόσμος του αναίτιου Λόγου (τον λένε και νομικό πολιτισμό), μήτε ο κόσμος της ματαιωμένης Ελπίδας (τον λένε και ιατρικό κόσμο). Εδώ είναι ο κόσμος της βουβής Φιλοσοφίας. Ο λεγόμενος και «τεχνικός κόσμος». Κάθε γενικό πλάνο και μια κριτική στον Αριστοτέλη. Κάθε τεύχος δημοπράτησης και μια παραχώρηση στον Μαμωνά. Κάθε σχέδιο λεπτομερειών, μια ρομαντική ανεφάρμοστη λύση. Κάθε τεχνική έκθεση, ένα τολμηρό σουρεαλιστικό μυθιστόρημα.
Μια βόλτα με το σύμβουλο

*

ΥΓ. Ευτυχώς που ο ιστοτόπος της εφημερίδας βρίσκεται ακόμα σε έκδοση beta. Τώρα είναι που πρέπει να πει κάποιος στον σχεδιαστή του σάιτ, ότι στα άρθρα γνώμης, το όνομα του συντάκτη μπαίνει ΚΑΙ στη σελίδα που βρίσκεται το άρθρο. Παραπέμπει κανείς στο "χρονογράφημα" και είναι σαν να παραπέμπει σε ανώνυμο κείμενο. Αν και εδώ το πρόβλημα μάλλον το έχουν όσοι ΚΑΙ πλήρωσαν ΚΑΙ ανέχονται την κατάσταση. Τα ονόματα είναι που φέρνουν τα λεφτά βρε ιδιοκτήτη μου! [και το αντίστροφο ισχύει βέβαια, αλλά να μη μπλέξουμε τώρα...]

*



"Πάγια και Αναλώσιμα" μπλογκ.

*
Δεν θα σε ψηφίσω. Με τίποτα. Ουδέποτε. Στο τέλος, δεν θα θυμώνεις, αλλά θα χαμογελάς. Επειδή το αρνητικό εκλογικό μου κριτήριο είναι φάρος τηλαυγής και πόλος άπωσης γιά τουλάχιστον 34 χιλιάδες ψηφοφόρων, όλων από την περιφέρειά σου. Μόλις μαθαίνουν ποιόν σιχαίνομαι, τρέχουν και τον ασπρίζουν.
Δήλωση γιά να χαρεί ο πολιτευτής μου

*
ΠΟΙΗΜΑ

Τελευταία το παράκανα. Πίνω πολλές μπιρες
χαραμίζω τα λεφτά μου και ξενοκοιτάζω
καρφωμένος μόνιμα στην τηλεόραση
δακρύζω συχνά.

Κι όμως έχω ικανότητες
ζωγραφίζω γράφω αποδελτιώνω
ξέρω να φερθώ σε συντροφιές παίζω πόκα
συνθέτω τραγουδάκια λέω ψέμματα
είμαι και προοδευτικών αντιλήψεων
αλλά αυτά είναι ματαιότητες:

το βράδι μετά τον εμετό
το πρωί με το στόμα τσαρούχι
αρκετούς μήνες τώρα
το πράμα είναι καθαρό.

Αρρώστησα μετρώντας υπομονετικά
που μας οδηγεί ο Καραμανλής.


Οταν το έγραψα αυτό, ήταν 1975. Ημουν στα 27 και έκτοτε πολλά άλλαξαν, ειδικά αυτά που μπορώ να κάμω, αλλα η κρίσιμη λέξη είναι Καραμανλης. Προψέ σηκώθηκα το ίδιο άκεφος και μπορούσα να προσυπογράψω, άνκαι όχι με τις ίδιες" ικανότητες" το ίδιο ποίημα. Τζάμπα ζήσαμε από κοτζαμάν μεταπολίτευση. Δεν ήταν τελικά εποχή γιά ρεμπετοροκάδες.
Μετά 34 έτη

*

18/10/09

Υπότιτλοι αφιερωμένοι

Βρήκα ένα ωραίο σάιτ για να βάζεις υποτίτλους στα βίντεο του Gioytioymp. Το εκμεταλλεύτηκα.



Ν.Β.: buridan

*



Το αποπάνω ποίημα του Απολιναίρ το έχουν τραγουδήσει κι οι Pogues.

*

για τη φίλη μου τη Δάφνη, 1978-2009

*

17/10/09

Sraosha: Στη ζωή μου καθε μία, καθε μία γνωριμία



κατά το 'Ιδού ο άνθρωπος' του Λασκαράτου, που διάβαζα μικρός

Την ώρα που σφουγγάριζα τα αντιπαθητικά πλακάκια που καλύπτουν τα αχανή τετραγωνικά του σαλονιού μου (ακόμα και τα μικρά, όπως το δικό μου, διαμερίσματα στη Λευκωσία είναι αναίτια μεγάλα για τα δεδομένα της Αθήνας) σκεφτόμουνα κόσμο που γνώρισα πρόσφατα.

Σκεφτόμουν τη δεκαοχτάχρονη από τη σχεδόν ανώνυμη κωμόπολη που μου δήλωσε όλο πίκα, χολή και σιγουριά ότι αυτός θα χάσει, ενώ μου παραπονιόταν για τον καθηγητή που δεν της έδωσε τη δέουσα σημασία στο πρώτο έτος της σχολής της. Από πού αντλεί τόση αυτοπεποίθηση αυτό το μικρό; Σίγουρα δεν είναι η αγωγή που πήρε: ξέρω πολλούς ανθρώπους που οι γονείς τους τους μεγάλωσαν θετικά, καταφατικά, υποστηρικτικά -- ή πώς τα λένε αυτά (δε σκαμπάζω από Παιδαγωγική): δεν είναι απαραιτήτως έτσι.

Θυμήθηκα την ιστορικό που γνώρισα σε ένα πάρτυ (ναι, Πετεφρή, στα πάρτυ συμβαίνουν όλα, πού να συμβούν: στα μπουζούκια; ή στο φέισμπουκ;). Θέλω να ελπίζω ότι είναι καλοπροαίρετη: έτσι την πατάω με τους ανθρώπους, ξεκινάω καλή τη πίστει πάντα και με την παραδοχή ότι είναι καλοπροαίρετοι. Μέσα σε είκοσι λεπτά πάντως με είχε ρωτήσει γιατί δεν παχαίνω καθόλου ενώ τρώω σα ζώον, και μάλιστα γλυκά, γιατί δεν πήρα τη γυναίκα μου μαζί μου (λες και είναι iPhone η συμβία και δε χώραγε στην κωλότσεπη του τζην), πόσα σκοπεύω να πιω, γιατί δε λέω σε έναν φίλο δικό της να το βουλώσει, αφού έλεγε ανοησίες (δεν έλεγε ο άνθρωπος, τέλος πάντων). Και να φανταστείτε ότι η συζήτηση ξεκίνησε από αυτά που γράφει στην εφημερίδα: της είπα πόσο σημαντικό ήταν ένα άρθρο της που διάβασα. Η απάντησή της ήταν να με ρωτήσει αμέσως πόσο με πληρώνει εμένα η εφημερίδα στην οποία γράφω εγώ.

Ο γιατρός είναι ένας πολύ ευγενικός και συμπαθής πενηντάρης. Είναι όμως διαολεμένα ξεροκέφαλος. Τον ελεύθερο χρόνο του μελετάει ένα θέμα άσχετο με την ιατρική του και σκοπεύει κάποτε να γράψει ένα εκλαϊκευτικό βιβλίο γι' αυτό. Είναι, όπως είπα, ευγενικός, καλλιεργημένος και γαλαντόμος. Είναι από τους ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να βγεις για τσίπουρο (αποφεύγω το ούζο όσο μπορώ) ή για ρακή, στην περίπτωσή του, και να είσαι ήσυχος ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο να εξελιχθεί η τσιπουροκατάνυξη σε καβγά για τα πολιτικά, τη θρησκεία, την οικονομία, την νεοελληνική ιστορία ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων ή ξέρω γω για τι τσακώνεται ο κόσμος μετά από πέντ'-έξι πενηνταράκια (αντίθετα, π.χ., μ' εμένα). Έχει όμως ένα θεματάκι, που λέμε: είναι ανελέητα ξεροκέφαλος. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι έχει πειστεί ότι η ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και τα φοινικικά γράμματα είναι γερμανική συνωμοσία για να στραβώσουν τα παιδιά μας, ορίζει τα θέματα για τα οποία δεν πρέπει να συζητάς μαζί του. Να ήτανε και των ελληνοφρόνων, κομμάτια να γινότανε: κατά όλα τα άλλα, είναι ένας νορμάλ μορφωμένος άνθρωπος. Απλώς έχει ένα κουμπί. Άλλοι έχουνε τις ζαρτιέρες, άλλοι το Άγιον Όρος, άλλοι τις σιλικόνες, άλλοι το "ουίσκι με το περδίκι", άλλοι τις BMW κι άλλοι την Πανάθα. Ε, αυτός έχει τον αντιφοινικισμό και τον αντινδοευρωπαϊσμό. Τι να κάνουμε: ανθρώπινα, που λέει κι ο Κουκουζέλης ο Μέγας.

Τον ΜΠ τον ξέρω χρόνια αλλά μου τον θύμισε η συμβία χτες στο κρεβάτι (όχι, βεβαίως, δεν είναι αυτό που νομίσατε: σιγά μη σας τα έγραφα αυτά). Ο ΜΠ, ο άνθρωπος παντός καιρού, ο πολυπράγμων μέσα-σ'-όλα, ο άνθρωπος-ελιγμός, ο απόλυτος πρωταθληταράς στο σκληρό και αλλοτριωτικό άθλημα του να ζεις ολόκληρη τη ζωή σου ως δημόσιες σχέσεις. Περιφρονεί το 98% του παγκόσμιου πληθυσμού αλλά το υπόλοιπο 2% είτε το γλείφει, είτε προσπαθεί να το εξευμενίσει, είτε του κάνει βελονισμό με κουζινομάχαιρα στη ράχη, είτε το αποφεύγει για λόγους υγείας (ω,ναι: μέχρι και οι δημόσιες σχέσεις έχουνε όρια). Πάντα μέσα σε όλα, πάντα δίπλα σε όλους: παπάδες, πολιτικούς, πονεμένες καρδιές, μουσικούς, σοφούς, ποιητές, αθλητές, εργάτες, αγρότες και -- φυσικά -- φοιτητές. Θυμήθηκα λεπτομέρειες γι' αυτόν πίνοντας το ποτό μου: ούτε φτάρνισμα δεν του έφευγε χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς τακτικό βάρος, χωρίς να υπάρχει περίπτωση κάπου να τον ωφελήσει στο μέλλον ("καλέ θυμάστε που φταρνίστηκα; ήτανε γιατί πούντιασα φτυαρίζοντας το χιόνι έξω από το γκαράζ σας... Ε, δεν είμαι τέτοιος, αλλά φχαριστώ για την προαγωγή" -- κάπως έτσι). Το να πεις για τον ΜΠ ότι είναι πουλημένος κι άλλα τέτοια είναι φαιδρό κι αφελές: οι δημόσιες σχέσεις είναι γι' αυτόν ό,τι ο στίβος για τον Γιουσέιν Μπολτ. Θα αποκαλούσατε τον Μπολτ πουλημένο;

16/10/09

kukuzelis: Λαογραφική λαογραφία

Ένα χιπχόπ κομάτι, αλβανικής καταγωγής και προελεύσεως, όπου τα γκρίκλις είναι απαραίτητα.

Ο στίχος που κάνει τη διαφορά είναι:
na ksepernate tous mpatsous pote den kserate
Αυτό ακριβώς, δεν έχουμε μάθει να ξεπερνάμε τους μπάτσους. Ένας αδιανόητος στίχος για μελό τύπους όπως οι Άκτιβ Μέμπερ ας πούμε.



*

Από την άλλη ο Βασιλάκης είναι ένας φίνος μάγκας, κάπου στην Κυψέλη νομίζω, που ξέρει να χρησιμοποιεί την τεχνολογία:



γράφει και τραγούδια:



Τα βίντεο μέσω Kagouras. Ένα μπλογκ που άλλοτε μου τη σπάει και άλλοτε μου ανοίγει τα μάτια.

*

14/10/09

Έρωτας στην κουζίνα!



Είναι στιγμές που δεν μπορώ να λυπηθώ
τη ζάχαρη, το βούτυρο,
και τα αυγά…
που σαν φωτιά ερωτική
-μετά τα αναδεψίματα
τα προκαταρτικά-
ο φούρνος
σιγολιώνει.


Αυτό συμβαίνει ειδικώς
σαν μου παραπονιέται
η κοιλιά
πως μια γυναίκα
ένας άντρας (ωσάν εμέ)
δεν πρέπει γενικώς
ν’αφήνει μόνη.

Sconvolto cosi – Irene Grandi (Ειρήνη η Μεγαλοπρεπής).

13/10/09

σιγαλή ξομολόγηση.



Θυμούμαι μικρές φράσεις του πιανίστα Κορτώ –ερμηνείες, μια μια, στις σπουδές του Σοπέν. Κατόπι πιάνω αυτή την σιγαλή ξομολόγηση:

Chopin: Improptu III op.51

Τόσο γερτή, πάθος σε ροή σαν ανθός περασμένο. . .
Μουσική ν' αφήνεσαι στο κοιμισμένο νερό, αγωνία
τον τυφλού ρυθμού στα ωραία παραμύθια.
Ποιος είμαι; ποια είσαι. . .
τι ‘ναι πού καθορίζει μ’ ένα οποιοδήποτε όνομα
ανθρώπινο,
εσένα
πού μάδησες τ' άνθη σε ονειρεμένη φαντασία;
Πάψε! Όσο ρωτάς κλείνουν τα μάτια,
τα λόγια πεθαίνουν στα χείλη. . . Μελωδία!
— άκουσε την με κλειστά τα μάτια,
νιώθοντας τη σιωπή μου.
Ενα τ' αγκάθι της καρδιάς μου!. . .
Μελαγχολική στιγμή της μουσικής
σε κάλεσα
πληθαίνοντας — ως το θάνατο μας, τη στιγμήν ετούτη. . .

Στά ποιήματα του ανθρώπου αυτού -δεν τον ξέρω- βρίσκω ένα σημάδι πού μου δείχνει, εμένα, όλη την αλήθεια τους: το ξαναγύρισμα του ίδιου σκοπού. Ένα είναι το τραγούδι πού θα πει ο αληθινός καλλιτέχνης. Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς γιατί κι αυτός είναι ένας. Ας περάσει από όσους σταθμούς θέλει, ας γράψει θέατρο, πρόζα, κριτική, σε όλη του τη ζωή μια θα είναι η φωνή του. Βλέπω τον Αντωνίου να λέει και να ξαναλέει τα λόγια του: είναι μια φυσική λειτουργία αυτή. Το ίδιο κάνει μια κρεβατίνα όταν απλώνει, κάθε χρόνο, τους κάβους της για ν' αγκαλιάσει μια βέργα και να στεριώσει. Δε βαρέθηκε ακόμα.

***

Ακούγοντας τον Κορτώ, και ενθυμούμενος μικρές του φράσεις –ερμηνείες- ο Λορεντζάτος γράφει για την ποίηση του Αντωνίου. Θα σταθώ κι εγώ με την σειρά μου για λίγο στην εικόνα της κρεβατίνας του Ζήσιμου όπου απλώνει κάθε χρόνο τους κάβους της για ν΄ αγκαλιάσει μια βέργα και να στεριώσει προχωρώντας συνεχώς. Μεταφορά, αντίφαση, και πραγματικότητα συνάμα.

Εν-θυμούμαι –όχι στην δημοτική- κι εγώ το τρίο Τιμπώ, Καζάλς, Κορτώ. Μούχε επίσης αρέσει, πολύ, ο Τιμπώ στα solo recordings του 1929-1936 όπου τον συνόδευε εκτός από τον Κορτώ, κι ένας Έλληνας στην καταγωγή, εξ Αιγύπτου, ο Tasso Janopoulo. Μικρές φρασούλες- λεπτομέρειες ζωής που ανακάλυψα ανεξάρτητα, και σχεδόν παράλληλα με τον Ζήσιμο και τον Αντωνίου.

Νομίζω, πως πασχίζοντας ν’ αγκαλιάσουμε την κρεβατίνα του χρόνου, κάποιες φορές ανακαλύπτουμε πως στην καλή βεντέμια ( συγκομιδή) ο βότρυς προς βότρυν πεπαίνεται και η σταφυλή σταφυλήν βλέπουσα πεπαίνεται. Κοιτώντας τα σταφύλια αυτά του κόσμου τα ώριμα, πως μπλέκονται οι ρίζες τους – οι κάβοι τους, ελεύθερα είς τα οπίσω, βαδίζουμε αργά προς τα εμπρός!

Ξομολογιέμαι το λοιπόν με υπομονή στα σιγαλά, κι αναρωτιέμαι όπως κι ο Μακρυγιάννης (281) : «Πως σας φαίνονται αυτά αδελφοί, αξιότιμοι αναγνώστες, όνειρα;»

9/10/09

Σημειώσεις για το Κάτι Ψήνεται


στη Μάτζικα και σε όλους τους άλλους μάγειρες

Το 'Κάτι Ψήνεται' είναι ένα τηλεοπτικό παιχνίδι στο οποίο οι διαγωνιζόμενοι τραπεζώνονται μεταξυ τους: κάθε μέρα ο ένας τραπεζώνει όλους τους άλλους. Το παρακολουθώ αρκετά τακτικά, τακτικά για κάποιον σαν εμένα που δε βλέπω πολλή τηλεόραση.

Υπάρχουν διάφορα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση. Θα έλεγα "που τα βρίσκω accablants" αλλά δεν ξέρω την ελληνική λέξη, και δε θέλω να πω "τσιμπουκοπλακάν":

Οι διαγωνιζόμενοι βγάζουνε μια απίστευτη κακομουτσουνιά και μουντρουχίαση, δε φαίνονται να περνάνε καθόλου καλά. Όχι όλοι, αλλά αυτοί που γκρινιάζουν και ξινίζουν τα μούτρα τους και κοιτούν αμίλητοι το μισογεμάτο πιάτο τους σαν άνεργοι σε αμερικάνικη ηθογραφία δίνουνε τον τόνο. Απ' ό,τι φαίνεται, για πολλούς ο σκοπός είναι να συντριβεί ο αντίπαλος, να φανεί η ατζαμοσύνη κι η απειρία του, κι όχι να περάσουμε καλά.

Επίσης, όλοι τα ξέρουν όλα (λ.χ. 'οι ξένοι δεν τρώνε συκώτι', 'έτσι γίνεται το ατζέμ πιλάφι' κ.ο.κ.). Όλοι παριστάνουν τους γκουρμέδες και τους μάγειρες. Πότε τα έμαθαν όλα αυτά; Ακόμα χειρότερα, πολλές φορές οι παίκτες κάνουν κωμικές δηλώσεις που δείχνουν ελλιπέστατη γαστρονομική κουλτούρα, και δεν εννοώ εξοικείωση με έννοιες, τεχνικές και ορολογία γαλλικού τύπου, εννοώ να έχουν τηγανίσει πολλά πολλά αυγά προτού καταπιαστούν με χουνγκιάρ, εσκαλόπ, σουφλέ και μη χέσω. Εικονογραφούν ιδανικά και την απίστευτη εθνική μας έπαρση και την έλλειψη κουζινικής παιδείας: ο Έλληνας, ακόμα και σήμερα, μόνο ψησταριά και φαΐ της μαμάς δείχνει να ξέρει, όταν δε μεγαλοπιάνεται κάπως αρχοντοχωριάτικα.

Τέλος, η δικαίωση μιας συνταγής είναι η δεδηλωμένη παραδοσιακότητά της: "εμείς έτσι το φτιάχνουμε στα Κάτω Διμίκλαδα", "αυτή είναι συνταγή της γιαγιάς μου", "εγώ ξέρω από πολίτικη κουζίνα". Κατ' αρχήν έλεος: η πλειοψηφία των 'παραδοσιακών συνταγών' χρονολογούνται το πολύ από τον μεγάλο Τσελεμεντέ. Μη μας τρελαίνετε. Δεύτερον, όποιος έχει φάει παραδοσιακές κουζίνες (δηλαδή της γιαγιάς και της προγιαγιάς), ξέρει ότι δεν περιλαμβάνουν μόνο ζηλευτές συνταγές. Αυτό οφείλεται στη βουτυροθύελλα, στα τέσσερα δάχτυλα λάδι ανά πιάτο, στη ζάχαρη στις σάλτσες και σε άλλα παρόμοια. Αυτό με τη σειρά του, βεβαίως, εν μέρει οφείλεται στο ότι πιάτα τα οποία προορίζονταν να καταναλώνονται μία με δυο φορές το χρόνο, εμείς θέλουμε να τα τρώμε Πέμπτη, για να φάμε πίτσες την Παρασκευή το βράδυ. Παραδείγματα: σουτζουκάκια (τα πραγματικά, του τετραώρου και βάλε) που ήτανε για ονομαστικές εορτές και πάνω, το θρυλικό χοιρινό με φασόλια γίγαντες, βλάχικο μετσοβίτικο πιάτο γάμου, το οποίο αν καταναλωθεί πριν το μήτινγκ των 4 εγγυάται υπνηλία και δυσπεψία, το γαμοπίλαφο (το λέει και το όνομά του), το αρνί με κυδώνια κτλ. Τρίτον, οι παραδοσιακές πολύπλοκες συνταγές πολλές φορές απαιτούν μεθόδους και χρόνους παρασκευής που δεν μπορούμε εύκολα να αναπαραγάγουμε: γάστρα, σίτεμα, κάπνισμα. Έτσι και κάποια υλικά απλούστατα δεν βρίσκονται, ακόμα και στου πουλιού το γάλα (λ.χ. καλό σίγλινο, σωστό φύλλο μπακλαβά κτλ). Όλα επανερμηνεία είναι, και στην κουζίνα: ας μην κραδαίνουμε συνταγές για να μας αναγνωριστεί ψευδεπίγραφη αυθεντικότητα.

Τέλος πάντων: αναρωτιέμαι αν ξέρει ακόμα να χαίρεται ο κόσμος στην Ελλάδα, ή αν όλα πια (έως και το ιερό μας φαΐ) έχουνε γίνει πόζα.

Καλή χώνεψη.

8/10/09

Fundamentals



[…]«Και τώρα οποία αναστροφή της καταστάσεως!Οι ομοφρονούντες συγγραφείς θεωρούνται ως καθολικοί, αλλ΄ οι ακολουθούντες αυτούς ως αιρετικοί. Οι διδάσκαλοι συγχωρούνται, οι μαθηταί καταδικάζονται. Οι συγγραφείς των βιβλίων θα είναι τέκνα της βασιλείας, οι ακολουθοί των θα υπάγουν εις την κόλασιν»(Commonitorium, κεφ.6). Ο Βικέντιος του Λερίνου ομίλει βεβαίως περί του Κυπριανού και των Δονατιστών. Αλλά και ο ίδιος ο Κυπριανός αντιμετώπιζε την ίδια κατάσταση. Η «αρχαιότης καθ’ εαυτήν δύναται να είναι μια αθεράπευτος προκατάληψις: nam antiquitas sine veritate vetustas erroris est (epist.74). Δηλαδή τα παλαιά έθιμα καθ’ εαυτά δεν εγγυώνται περί της αληθείας. Η αλήθεια δεν είναι απλή συνήθεια.[…]


Ο καλός Μπζεφταράς, το λοιπόν, γνωρίζει πως κατέχει μέρος της Αλήθειας και ποτέ ολόκληρη την Αλήθεια . Ωστόσο, παλεύει για να την γνωρίσει (με την έννοια του γαμέω –γαμώ = να την παντρευτεί, να την κάνει δική του ολοκληρωτικά) χωρίς αυτό να γίνεται ποτέ. Επομένως η σχέση του Μπζεφταρά με την Αλήθεια είναι ερωτική. Μυστήριο!

Αυτό που θα ήθελα να επισημάνω είναι δυό-τρία απλά πραγματάκια, τα λεγόμενα θεμελιώδη (fundamentals) της καλής ζωής. Ο ηλικιωμένος κύριος με το μουστάκι στο βίντεο είναι ο Ντοριβάλ Καϋμι. Εξαιρετικός τραγουδοποιός, μύθος για την Βραζιλία, έφυγε πέρυσι, ενενήντα τεσσάρων χρονών. Απλότητα, καπελάκι, μπλουζάκι με βεδάκι, και καλή διάθεση χωρίς πόζα. Εδώ διασκεδάζει οικογενειακά με τον φίλο του Αντόνιο Κάρλος Τζομπίμ στο πιάνο, τραγουδώντας μια δική του σύνθεση, Μαρακανγκάλια. Διαπιστώνω για μια ακόμη φορά, πως οι Βραζιλιάνες μινίνιες (μικρούλες), μια προσφώνηση για όλες τις γυναίκες, είναι ακριβώς όπως αρέσουν στον Κουκουζέλη. Με ωραίες φωνές, ρυθμό, μουσικότητα, διάθεση, συμμετοχή στα δρώμενα, και επίσης καλοψημένες (μουλάτες) στην πλειοψηφία τους. Πλούτος!

*Τις προάλλες, μιλώντας με τον Πετεφρή στο τελέφωνο, επέμεινα πως στο screenplay του φιλοσοφικού του λιμπρέτου, ο Μπζεφταράς και η Αλήθεια τελικά θα αναχωρούν πιασμένοι χέρι χέρι για τους ουρανούς. Ο λόγος είναι –καταπώς το βλέπω εγώ- πως αυτοί οι δυο μέσα στην ερωτική τους πάλη, πιέζουν το μυαλό για να δώσουν χώρο στην καρδιά. Ο καθένας με τον τρόπο του!

7/10/09

Sraosha: Μαύρες μαντήλες


Όταν μεγαλώνει κανείς στην πόλη, και μάλιστα στην Αθήνα, και μάλιστα στην ανδρεοπαπανδρεϊκή Ελλάδα, αποκτάει μια κάργα εξιδανικευμένη εικόνα του χωριού. Τουλάχιστον (και) εκεί φαίνεται να στόχευε η παιδεία που μας έδιναν. Τέλος πάντων, μ' αυτά έχω ξανασχοληθεί.

Όμως απόψε σκεφτόμουν τις δικές μου αναμνήσεις από το χωριό. Ποιο χωριό, δηλαδή, από τον συνοικισμό που κατάγεται η μητέρα μου. Θυμάμαι αλλόκοτα παιδιά, τα παιδιά του χωριού: κωλοπετσωμένα, καπάτσικα αλλά και συγκλονιστικά αφελή καμμιά φορά. Θυμάμαι πρασινάδα και ωραίες μυρωδιές βρεγμένου χώματος. Απόψε θυμήθηκα τις μαυροφόρες.

Τρεις μαυροφορεμένες γυναίκες, τότε μου φαινόντουσαν πανάρχαιες, σαν να βγήκαν από εκείνη την εικόνα των Μοιρών στο βιβλίο της μυθολογίας. Τώρα πια ξέρω ότι ήτανε στα πενήντα τους, άντε στα εξήντα τους. Γιαγιάδες και θειες τις φωνάζαμε. Γυναίκες παλαιού τύπου, ξεβρασμένες στην Ελλάδα του πασοκικού θαύματος, με τις έγχρωμες τηλεοράσεις του, τις εοκικές επιδοτήσεις του, τα δύο και τρία αυτοκίνητα -- και τα λοιπά.

Γυναίκες μικροπαντρεμένες, κηδεμονευόμενες από αμείλικτες πεθερές, μαθημένες στις αποβολές μέσα στα χωράφια, παραμελημένες από άντρες που πήγαιναν στις πουτάνες κατα συρροή όταν κατέβαιναν στην πόλη, για να τους κολλάνε κι όσα ψώνιζαν από κει. Γυναίκες που έπλεναν στο χέρι με πράσινο σαπούνι σεντόνια, πάνες, σώβρακα, πουκάμισα, πανιά. Που χήρεψαν πολύ νωρίς, αφού πρώτα πέρασαν χρόνια στον ρόλο αποκλειστικής νοσοκόμας, και δεν ξαναπαντρεύτηκαν γιατί είχανε κορίτσια μέσα στο σπίτι. Που σισύφεια σάρωναν και σφουγγάριζαν τσιμεντένια πατώματα. Που έχτισαν σπίτια στα παιδιά τους και τα είδαν να αποκεφαλίζονται μέσα στους άθλιους ελληνικούς δρόμους, να πεθαίνουν δίπλα τους από καρκίνους φαρμακωμένα από φυτοφάρμακα, να ζουν μακριά τους ακατανόητες ζωές πλάι σε δολερούς ή βίαιους άντρες και κάνοντας χρήση διαζυγίων, εκτρώσεων, ψυχοφαρμάκων.

Αυτές τις γυναίκες σκεφτόμουνα, που πέθαναν από κούραση στα ενενήντα τους (αν και μοιάζανε χιλίων) ή νωρίτερα από 'μητρικά', κάτι ιάσιμο αλλά ντροπή να το κουβεντιάζεις. Κι έκανα την αληθινά κοινότοπη αλλά και κοινότοπα αληθινή σκέψη ότι είμαστε πολύ τυχεροί.

5/10/09

Από ναυάγιο σε ναυάγιο: μετά δύο έτη


Το ναυάγιο του "Ρηγίλλη".

Λάδι σε καμβά. 491 × 717 cm

Δείτε κι εδώ.

4/10/09

3/10/09

Being Karagiozis (Τελευταίες λέξεις)



(αυτό το ποστ είναι συμπαραγωγή με τον αγαπημένο όλων, και δη των γυναικών, Rakasha)


Λόγω του πρόσφατου κυπριακού ανεμοστρόβιλου δεν έχω τηλεόραση, κάτι έπαθε η κεραία και δεν έχω πρόσβαση να πάω να την κοιτάξω. Μου λέει λοιπόν ο Ρακάσας:
Ο Καραμανλής πήγε σήμερα τα δίδυμα στο μουσείο και τους εξηγούσε για τα μάρμαρα που λείπουν από τότε που τα πήγε στο Λονδίνο ο λόρδος Έλγιν...
Η πρώτη μου αντίδραση ήταν να επικαλεστώ τα θεία. Αυτά σαν να μισοάκουσαν και μου έδωσαν έμπνευση. Είπα λοιπόν περίπου αυτά, ένα μπλογκικό επίγραμμα:
Τhe shape of absence.
Twins, look, here is a god-shaped void.
Και τώρα επιστρέφω στη σιωπή μου. Καλή ψήφο, συνέλληνες.

1/10/09

kukuzelis: Παραλείποντας τα περισσότερα.

ή προσπαθώντας να βρω τι να ψηφίσω.

Διαβάζεται μαζί με το ποστ του Σραόσα.
Αυτό μπορεί να μειώνει την αξία του ποστ του Σραόσα, αλλά τι να κάνω ο ανεπαρκής;


*


Την επιφάνειαν εκπροσωπώ ,παλαιοπουτάνα,
την εύθρυπτον παρηγορίαν των θνητών,παλουκοπήδω. *


Προειδοποίηση: Πρόκειται για σημειώσεις που εκφράζουν περισσότερο σύγχυση παρά συγκρότηση. Άγνοια παρά γνώση. Ανοησία παρά σοφία. Παραλογισμό παρά ορθολογισμό. Τον τάδε, παρά τον δείνα. Κυρίως, δεν είναι πολιτική πρόταση για κανέναν. Πολιτικές προτάσεις κάνουν σοφότεροι, ωριμότεροι και ωραιότεροι εμού.

*
1) Συμπαθώ το είδος μου, το ανθρώπινο. Δεν έχω άλλη επιλογή.
Την Ελλάδα την κατοικούν άνθρωποι.

2) Η Ελλάδα μοιάζει με βάλτο. Παρά το ότι οι παραλίες, τα βουνά, τα εναπομείναντα δάση, ο ουρανός, η φαιδρά πορτοκαλέα, το Χαλάνδρι εξακολουθούν να μου φαίνονται ωραία, ο βάλτος είναι κακό πράμα.

3) Κάθε επανάσταση χαραμίζει τις ζωές αυτών που τη ζουν. Δεν θέλω επαναστάσεις, διότι μια φορά μονάχα θα ζήσω -δεν είναι μοναχά ζήτημα σπασίματος αλυσσίδων. Όμως η ανάδευση του τέλματος -από οποιονδήποτε, προς οιανδήποτε φορά- είναι καλύτερη από την μη ανάδευσή του. Για λόγους υγείας.

4) Η Δημοκρατία είναι το μοναδικό καλό πολίτευμα που γνωρίζω. Ακριβέστερα, το μοναδικό πολίτευμα που γνωρίζω. Πρωτίστως, παρατείνει το προσδόκιμο επιβίωσης. Όμως: Ποτέ των ποτών δεν έχει υπάρξει με τρόπο ιδανικό πάνω στον πλανήτη. Κι ούτε πρόκειται. Είναι αδύνατον να παρατείνεις το προσδόκιμο επιβίωσης όλων, μηδενός εξαιρουμένου.

5) Δημοκρατία (σήμερα) σημαίνει ότι όλες οι ψήφοι είναι ίσες με τη δική μου. Ακόμα κι εκείνες όσων απεχθάνομαι. Αυτό πρέπει να το χωνέψω.

6) Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής είναι υποχρεωμένος να σφίξει τα χέρια ανθρώπων που κατά πάσα πιθανότητα είναι πιο ηλίθιοι από τον ίδιο. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάω ποτέ.

7) Η διακυβέρνηση της Ελλάδας (πολύ περισσότερο του βάλτου) είναι δύσκολη υπόθεση. Ο Ντε Γκολ απορούσε "πώς να κυβερνήσεις μια χώρα που έχει 246 είδη τυριών;" Για την Ελλάδα θα μπορούσε να ισχύει το "πώς να κυβερνήσεις μια χώρα που κατοικείται από 11000000 είδη τυριών;". Και μάλιστα όταν, λόγω ειδικού περιβάλλοντος, όλα τα είδη μοιάζουν μεταξύ τους;

8) Η προεκλογική περίοδος υπάρχει εξ αιτίας ενός ελάχιστου ποσοστού, ένα 5% πιθανόν, το οποίο, προστιθέμενο στον όγκο των οπαδών κάθε μεγάλου κόμματος, ίσως εξασφαλίσει την κατάκτηση της περιπόθητης εξουσίας. Και τα μικρά κόμματα πασχίζουν όσο γίνεται λιγότερο, από αυτό το 5%, να είναι κομμάτι από τα δικά τους ποσοστά. Όταν κάνουν εκλογική έφοδο στους ουρανούς, τα μικρότερα κόμματα οδηγούνται (αναγκαστικά;) σε παραλογισμούς (ευχαριστώ Νίκο Σαραντάκο) . Αυτά εξηγούν γιατί είμαι, και θα παραμείνω, δυσαρεστημένος από τις προεκλογικές περιόδους. Συνήθως δεν ανήκω στο ποσοστό για το οποίο εφευρέθηκαν οι προεκλογικές περίοδοι.

9) Τα κόμματα είναι βγαλμένα από τα σπλάχνα της ελληνικής κοινωνίας. Μας εκφράζουν και τα εκφράζουμε σε μεγάλο βαθμό. Αυτό το βρίσκω καλό.

10) Το "τι Πλαστήρας, τι Παπάγος" ήταν λάθος σύνθημα. Και τότε και σήμερα. Μόνο η ψυχολογία (η ψυχοπαθολογία;) με βοηθάει να το προσεγγίσω. Και ενδεχομένως το δικαιώνει.

11) Θα ήθελα η παρούσα μορφή του Ελληνικού Κράτους να συντριβεί, να τσακιστεί, να καταστραφεί. Θα ήθελα για να γίνει κανείς μόνιμος δημόσιος υπάλληλος, για να καταλάβει μια θέση στο κράτος (με την ευρύτερη έννοια), αφού πρώτα πετύχει στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ ή όποιες εξετάσεις χρειάζονται, να πληρώνει ένα μικρό τίμημα (οι αστυνομικοί και οι δικαστές, πρώτοι πρώτοι): Πριν παραλάβει τον διορισμό του, να μαστιγώνεται δημόσια (τριακόσιες βουρδουλιές δεν θα ήταν άσχημα). Αν δεν ξέρω εγώ το γιατί, θα το μάθει αυτός. Το όφελος (λόγω διορισμού) για τον δημόσιο λειτουργό θα ήταν και πάλι μεγαλύτερο της βλάβης. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Κι αυτό πρέπει να το χωνέψω.

12) Η Ελληνική κοινωνία είναι, αρκετό καιρό τώρα, ώριμη για αλλαγές. Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι το πολιτικό προσωπικό της, οι ηγέτες, βρίσκονται ένα βήμα πίσω από την πλειοψηφία του κόσμου που εκπροσωπούν. Όχι ένα βήμα μπροστά (μόνο ένα βήμα), όπως, έτσι μου φαίνεται, συμβαίνει στον υπόλοιπο (δυτικό) κόσμο. Γιατί συμβαίνει αυτό δεν ξέρω.

13) Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν (είναι) ότι έπλασε όλο το πολιτικό προσωπικό, ανεξαρτήτως κόμματος, κατ εικόνα και ομοίωσή του. Κυρίως διότι δεν είχε αντιπάλους.

14) Ο δικομματισμός, για τα μέτρα της Ελληνικής κοινωνίας, μου φαίνεται σχεδόν κατάκτηση. Σκέφτομαι τις περιόδους της Ένωσης Κέντρου και την περίοδο της συγκυβέρνησης (89). Καθώς και το πως αντιμετωπίζουν σήμερα το ενδεχόμενο συμμαχιών τα σοβαρά μικρά κόμματα (Σύριζα, ΚΚΕ). Το ΛΑΟΣ (μάλλον και οι Οικολόγοι) αποτελεί εξαίρεση. Ως προς την πολιτική συμμαχιών του, το βρίσκω έξυπνο και ώριμο.

15) Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είναι ουσιαστικά συνασπισμοί κομμάτων. Νομίζω ότι επιβιώνουν διότι είναι ταυτόχρονα και αρχηγικά κόμματα. Συνασπισμός κομμάτων ήταν παλιότερα και η Ένωση Κέντρου, όμως ο αρχηγικός της χαρακτήρας ήταν πολύ πιο χαλαρός. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αρχηγικό κόμμα. Αποτέλεσμα made in Greece: Παρά το ότι τα περισσότερα μέλη του Συν/Σύριζα ενδιαφέρονται για ριζικές αλλαγές, αδυνατούν να παρέμβουν (όταν το κλίμα είναι ήπιο) έστω και προς λάθος κατεύθυνση.

16) Τα αρχηγικά κόμματα, όπως τα ξέρω μέχρι σήμερα, είναι κακό πράγμα. Βοηθάνε τη διαφθορά και συμβάλλουν στη διαιώνιση του τέλματος. (Άρα; Αδιέξοδο;)

17) Στις τάξεις του Συν/Σύριζα βρίσκονται πολλοί που έχουν συμφέρον να διατηρηθεί το παρόν τέλμα. Μεταξύ τους και εκείνοι που αρκετές φορές συμβάλλουν στην αναβολή των (όποιων) αλλαγών χρησιμοποιώντας τον πιο "προχωρημένο" αριστερό λόγο. Αυτό (δυστυχώς;) δεν τους κατατάσσει αναγκαστικά στους κακούς. Είτε πάντως για τον Συν/Σύριζα μιλάω, είτε για οποιοδήποτε άλλο κόμμα, η αντίθεση εμείς και αυτοί είναι μια αντίθεση με κοντά ποδάρια (σαν το ψέμα)

18) Θέλω συμμαχίες, κοινωνικές και πολιτικές. Και κόμματα ώριμα γι αυτές. Είτε ενδοκομματικά, είτε γενικότερα. Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν ο Σύριζα έγινε μόνο και μόνο για να μειωθεί η ενδοκομματική σημασία των ιδεών της λεγόμενης Ανανεωτικής πτέρυγας του Συν. Του παλιού ΚΚΕ εσωτερικού.

19) Προϋπόθεση των συμμαχιών είναι να γνωρίζουν τα κόμματα το ειδικό βάρος τους σε μια κοινωνία. Ο Σύριζα με ελάχιστο ειδικό βάρος, ζει ένα διαρκές και επώδυνο (για τον ίδιο) παραλήρημα μεγαλείου. Η περίπτωση του ΚΚΕ είναι διαφορετική: Ζει σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν άλλοι, δεν τίθεται καν ζήτημα "μεγαλείου".

20) Ο "Χώρος". Τα κουνούπια του βάλτου. Για το μυαλουδάκι μου, τα εμβληματικά του προϊόντα. Ο Χώρος είναι η αποθέωση του παραληρήματος μεγαλείου. Της εκ των υστέρων αυτοδικαίωσης. Της ανευθυνότητας. Αν σε κάποιους ταιριάζουν οι στίχοι του Σαββόπουλου "έξαλλα πλήθη -το ποτάμι- το εγώ του Πασοκά [Μπορεί να μπει εδώ οποιαδήποτε συνιστώσα του Χώρου]/ ήθελε αλλαγή πάντων των άλλων/ δίχως να αλλάξει αυτός" αυτοί είναι -Βρρρζζζτ- Έχουν αναλάβει να προωθούν- Βρζζζτ-βρζζζζζτ-ζζζτ: Βραχυκύκλωμα.

Όταν αναφέρομαι σε δαύτους δεν μπορώ ούτε να σκεφτώ. Κακό αυτό. Θα ήθελα πάντως να τους πατήσω. Αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνει. Ακόμα κάτι που πρέπει να χωνέψω. Μόνο ο νόμος να εφαρμοστεί για πάρτη τους. Και για όλους τους υπόλοιπους φυσικά. Να εφαρμοστεί ο νόμος με αιχμή του δόρατος αυτούς που πληρώνονται για να τον εφαρμόζουν. Μόνο ο νόμος (και το Σύνταγμα).

*
Και στο τέλος-τέλος, εξακολουθεί να ισχύει: "Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better." (-Samuel Beckett, Worstward Ho (1983).)


Σημειωτέον ότι η κυρία από κάτω ψηφίζει, κατά πάσα πιθανότητα, Δεξιά.


*