Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sraosha. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sraosha. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4/10/10

Γράμματα από τη Βοϊβοδίνα



1.Χ
Σου γράφω από [...] το ιστορικό κέντρο του Νόβι Σαντ, ξέρεις: εκκλησία, δημαρχείο και στη μέση η πλατεία της αγοράς: Μεσευρώπη. Η Σερβία φαίνεται μια μπαταρισμένη χώρα που έχει δει και καλύτερες μέρες. Ίσως είναι το μέλλον της Ελλάδας, ίσως πώς θα ήταν τώρα η Ελλάδα χωρίς ΕΕ. Πάντως έχει παντού ελληνικές τράπεζες [...] και εταιρείες.

1.Χ
Βγήκα βόλτα έξω. Πολύ ιδιαίτερη αίσθηση. Λίγο σαν Πράγα. [...] Σε λίγο φτάνω στον Δούναβη, που είναι εντυπωσιακός και μυρίζει σαν Πασαλιμάνι. Να τος.

1.Χ
Πρώτο πιάτο: φασολάδα με λουκάνικο. Δεύτερο: κάτι. Πήρα και σαλάτα. Λάχανο, βεβαίως.

1.Χ
Σύντομο ανέκδοτο: άνεργος Σέρβος καρδιολόγος.

1.Χ
Είμαι σ' ένα μπαρ και περιμένω τους συναδέρφους μου. Νιώθω τη γνωστή κούραση που με πιάνει όταν ταξιδεύω μόνος. Τουλάχιστον είδα τον Δούναβη. Μυρίζει σαν Πασαλιμάνι αλλά είναι αρχοντικός. Ίσως τελικά προτιμώ τα ποτάμια από τη θάλασσα: έχουν όρια (όταν δεν ξεχειλίζουν) και πάνε κάπου (έστω και αργά).

Ωραίο το μπαρ. Σαν Εξάρχεια κάπως.

Όλοι αυτοί οι λαοί της Μεσευρώπης λαχταρούνε τη Μεσόγειο. Πολλές φορές με τρόπο γκροτέσκο. Εγώ γεννήθηκα εκεί αλλά βγήκα ζαβός.

[...]

Πολλή ιδιότυπη αυτή η μοναξιά στο ταξίδι, ιδίως άμα δε μιλάει κανείς αγγλικά και δε μιλάς τη γλώσσα: νιώθεις να σου διαφεύγουν ένα σωρό πράματα, ευκαιρίες, μυστικά.

Αυτά προς το παρόν από το Νόβι Σαντ.

3.X
Φεύγω αύριο από το Νόβι Σαντ. [...] To φαΐ είναι τόσο βαρύ εδώ στας Μεσευρώπας που πείραξε μέχρι κι έναν ευτραφή ολλανδοελβετό συνάδερφο και γνωστό γκουρμέ. Άσε που ήπια και νερό της βρύσης και με πείραξε. "Ήπιες χλωριωμένο Δούναβη" είπε η [συμβία]. Αλλά έλα που δεν είναι χλωριωμένος μάλλον... Είμαι απρόσεχτος τελικά.

3.Χ
Έκανα μια βόλτα στην πόλη απόψε κι έχει πολλά ωραία μικρά μαγαζιά για ποτό και φαγητό. Κρίμα που τα ανακάλυψα μόλις τώρα. Αλλά έτσι γίνεται συνήθως, όπως σου ξανάγραψα: χάνεις πολλά και, ακόμα κι αν τα βρεις, τι να τα κάνεις;

Χτες μετά το δείπνο-δυσπεψία πήγαμε 6-7 συνάδερφοι σε ένα κυριλέ μπαρ όπου ένα ποτηράκι ρακής ντόπιας (μπλιαχ) είχε 3 ευρώ, που για εδώ είναι τρελά λεφτά. Τέλος πάντων.

Συμπαθέστατη πόλη. Ποιος ξέρει αν θα ξανάρθω ποτέ.

3.Χ
Σερβική εκκλησία. Καθόλου καρέκλες, μόνο στασίδια γύρω γύρω στους τοίχους. Μια απλή πρακτική ποιμαντική απόφαση διαμορφώνει ριζικά το εσωτερικό των εκκλησιών.

Φαντάστηκα πώς θα είναι [η πόλη] τον χειμώνα. Σκοτεινοί δρόμοι. Δημόσιος φωτισμός ελλιπής αλλά καθόλου σκουπίδια κάτω, άντε καμμιά γόπα.

4.Χ
[συνταξίδεψα με τρεις δεσποτάδες στην πρώτη θέση, με είχαν ακριβώς πίσω τους]

Οι Έλληνες δεσποτάδες, με λιγοστές εξαιρέσεις, συμπεριφέρονται σαν καρδινάλιοι. Όχι τωρινοί καρδινάλιοι -- γερασμένα σχολιαρόπαιδα με τάση να χαζοπαζαρεύουν εύθυμα -- αλλά στριφνοί ή απλώς κατσούφηδες πρίγκηπες της Εκκλησίας που δείχνουν ξεκάθαρα να πιστεύουν ό,τι και ίσως οι περισσότεροι Έλληνες: ότι ο κόσμος τους χρωστάει.

19/9/10

Sraosha: Όρμα, όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες



Ακολουθεί μουσικοκριτική της πλάκας.

Εισαγωγικά, νομίζω ότι όποιος ακούει το 'Θα σημάνουν οι καμπάνες' και δεν του ανεβαίνει κάτι μέσα του (κόμπος, σκίρτημα, λυγμός, αναστεναγμός, μεγάλος κόμπος)
α. είτε δεν είναι Έλληνας, οπότε δε μετέχει των ημετέρων ιδεασμών και συλλογικών νευρώσεων
β. είτε είναι φασιστόμουτρο
γ. είτε έχει μπουχτίσει τόσο πολύ τον Θεοδωράκη-περσόνα να λέει τις σάχλες του, που δεν μπορεί, τι να κάνει κι αυτός.

Η αυθεντική εκτέλεση (άκου κάτωθι βίντεο) δεν είναι σπουδαία. Πρώτον, έχει τον Μπιθικώτση, που τραγουδάει σαν υδραυλικός από τα Σεπόλια που περιγράφει ποδοσφαιρικόν ματς Αγροτικού Αστέρα-Προοδευτικής, προσφορά της Κολυνός. Το νεκρόφιλο ποιητικό όραμα του αποσπάσματος είναι τόσο ευρύ, τόσο σαρωτικό, τόσο στιλπνά ανατριχιαστικό, με έναν τόνο τόσο χωμάτινο αλλά και τόσο εαμικά απολυτρωτικό, που ο στόμφος του Μπιθί περισσεύει και πασαλείβει. Για να καταλάβουν και οι νέοι μας που μας διαβάζουν πώς αισθάνομαι την εκτέλεση του Μπιθί, είναι σαν να είσαι 19, να γυρίσεις με το κινητό σου το πιο καυλιάρικο, παθιασμένο και τρυφερό σεξ της 6ετούς ερωτικής ζωής σου (ναι, μάνα, τότε αρχίζουνε τα παιδιά πια), και μετά να βάλεις από πάνω τον σπυριάρη όλο λόγια φίλο σου τον Μπάμπη να το ντουμπλάρει με σχόλια τύπου "πώπω γαμήσια, δώσ' της, αγόρι μου, ε ρε γλέντια, κοίτα μία..." -- και τα λοιπά.



Η αυθεντική εκτέλεση όμως έχει ένα προνόμιο: τη σχεδόν μέταλ ενορχήστρωσή της, και δη όταν οι Μπλακ Σάμπαθ δοκίμαζαν ακόμα τον πρώτο τους μπάφο στον καμπινέ του σχολείου που δεν πήγαν. Ακούστε έτοιμα κομμένα ριφ τρελά στο 0:40, το δε σόλο που έρχεται καπάκι στο 1:03 μπορεί να το πειράξει και να το κάνει μούρλια μέχρι και η σχολική μπάντα μας, οι Nekrodeath. Τον επικό ροκ οργασμό στο 2:03 με τα ντραμς θα πούλαγαν τη μάνα τους οι Deep Purple για να τον έχουνε γράψει, άσε που θα τον έπαιζαν ιδανικά. Και τα λοιπά.

Αντί λοιπόν για μέταλα, παίρνουν το τραγούδι οι Μπλεεεεε. Να ομολογήσω ότι μετά την Τσάτσου δε μου αρέσουν και να ομολογήσω επίσης ότι αυτό δε θα έπρεπε να το λέω γιατί από τους Μπλε με χωρίζει ουάν ντιγκρί οφ σεπερέισον. Οι Μπλε λοιπόν μάς έδωσαν πέρσι αυτό:



Δεν είναι κακό, έχει μάλιστα και τις ευλογίες του ίδιου του Μίκη (ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτό). Αλλά, ρε παιδιά, δεν. Πρώτα πρώτα, ακούγεται, αναπόφευκτα ίσως, δεδομένου του φορτίου που κουβαλάει το άσμα και του ποπ είδους που επιλέχτηκε, σα μετασοβιετικά ποπάκια που λατρεύουν οι ρώσοι φίλοι μου και που τους πωρώνουν. Δεύτερον, γιατί ακούμε τις καμπάνες μέσα στο τραγούδι; έρχονται (πάλι) οι AC/DC; Τρίτον, ηλεκτρικό βιολί για σόλο; Βάλτε σύνθι να του μπουμπουνίσουνε τον αδόξαστο, δεν είστε κι ο Αγγελάκας. Και πάμε στο 2:43.

Έχω ξεπατωθεί να πηγαίνω θέατρο εδώ και τρία χρόνια κι έχω παρατηρήσει ότι οι νέοι ηθοποιοί μας, εεε, δεν ξέρουνε να απαγγέλλουν (όταν μπορούνε βεβαίως να αρθρώσουν). Δεν μπορούνε να ελέγξουν τη φωνή τους. Αυτό είναι τρομερό, έτσι; Ποια είναι τα εργαλεία του ηθοποιού: η φωνή, το σώμα, το πρόσωπο. Δεν μπορεί πια να μας τα κάνει ο Καταλειφός και ο Τσακίρογλου όλα τα κομμάτια απαγγελίας, μεγάλοι άνθρωποι είναι. Τέλος πάντων. Στο 2:43 ακούω κάτι σαν οφ περιγραφή τσουρομαδήματος μεταξύ δύο παικτών σε ρεάλιτι, και μάλιστα η μία είναι κουλτουριάρα και ο άλλος φαβορί. Άλλη φωνή δεν έχει αυτό το παιδί που έκανε την απαγγελία; Μιλάμε για μια από τις πιο συγκλονιστικές ποιητικές εικόνες στη νεώτερη ελληνική ποίηση, ρε παιδιά, είναι σαν να βάλατε εμένα να διαβάσω το Μονόγραμμα (ξέρω ότι γελάτε τώρα όσοι έχετε ακούσει τη φωνή μου).

Τέλος πάντων, αυτά. Μεταλάδες, διασκευάστε τις 'Καμπάνες' τώρα. Ακούστε τη νεκροφιλία και το μουγκρητό που έχουνε μέσα τους, αποδώστε επιτέλους αυτή τη βαλκανική εκδοχή του βαμπίρ, στην οποία οι νεκροί θα μας ελευθερώσουν: Ανάσταση ρεεεεεεεεε.

27/5/10

Μινιμαλισμοί



Ι.

Είμαι στη γενιά που έδωσε μπλε ιστορία. Επειδή αρνιόμουν να την αποστηθίσω (και το πλέρωσα), εμβάθυνα σ' αυτήν. Πάντα προβληματιζόμουνα για τη μικρασιατική καταστροφή: μα πώς έγινε; δε βλέπαν ότι τους παίρνει ο διάολος τον πατέρα; δεν καταλαβαίνανε τι γινόταν γύρω τους; πράγματι πίστευαν ότι θα συντρίψουν τον Κεμάλ; είχανε σκοπό να έχουνε στρατό κατοχής στη Μικρασία; κτλ κτλ κτλ. Τόσο χαζοί ήταν;

Εδώ και δύο μήνες έχω επιτέλους καταλάβει πώς τα κατάφεραν: κουβεντιάζοντας ατέλειωτα. Για ζητήματα ελαφρώς εκτός θέματος και συνήθως εκτός τόπου και χρόνου και εκτός συμφραζομένων. Όπως και τώρα.

Άσε που εμείς, όπως έδειξε και η ιστορία των τριών νεκρών, έχουμε σκληρυνθεί και ηθικά: οι νεκροί της 5/5 δε μας αφορούν γιατί δεν εντάσσονται στο απλοϊκό ιδεολογικό μας σχήμα. Θέλω να εικάζω ότι η γενιά που τα σκάτωσε το 1919-1923 είχε τουλάχιστον ηθική. Έστω, στρεβλή. Έστω, αστική ηθική. Βεβαίως, όταν μιλάμε για αστική ιδεολογία στην Ελλάδα, μιλάμε για κάτι σαν τον χριστιανισμό στην Κορέα: ναι μεν αφορά μια ελίτ που έχει καθορίσει βαθιά, αλλά είναι τόσο μα τόσο ξένη και άσχετη με την κοινωνία και τους αγώνες της, τελικά.

ΙΙ.

Η παρατηρητικότητα και η εντελεχής (π.χ. προυστική) ενατένιση και εξέταση του κόσμου είναι παρενέργεια της απειρίας. Ή συνέπεια της έκπληξης και της χαράς που φέρνει η έκπληξη. Όπως το δει κανείς.

ΙΙΙ.

Σύμφωνα με κάποιους δυτικούς θεολόγους, ο Αδάμ στον Παράδεισο είχε στύση κατά βούληση. Ψυχαναλυτικά είναι μια άποψη να της κρεμάσεις κουδούνια. Αυτό που εξυπακούει όμως είναι ότι η ηδονή (ακόμα και για λατινόφωνους σχολαστικούς θεολόγους) είναι αποδεκτή, η διέγερση ίσως όχι. Δε θυμάμαι πού το διάβασα αυτό, πάνε 24 χρόνια. Και φυσικά, τσιμουδιά για την Εύα.

ΙV.

Πώπω, μου έχει λείψει η Ολλανδία. :-(

25/4/10

Μπόχα και δυσωδία



Καιρό είχε να με βάλει σε κίνηση ένα κείμενο μπλογκικό. Διάβασα λοιπόν αυτό:
Η βόλτα επίσης ψιλοανάγκαζε τον κόσμο να είναι καθαρός. Η πλειοψηφία του κόσμου έκανε μπάνιο σε σκάφη Σάββατο βράδι. Οικογενειακώς. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν τουαλέτα, κι άλλοι τόσοι που δεν είχαν ζεστό νερό, εννοώ γκαζιέρα, και πλένονταν αραιότερα. Ισαμε μιά φορά τον μήνα. Κάτι ταλαίπωροι με λευκά στιβάλια και με μαντίλια στο κεφάλι ήταν Κρητικοί ζωοκλέφτες που τους είχαν επιβάλει εξορία στα μέρη μας, κι αυτοί ζούσαν χωρίς καμία υγιεινή. Μερικές φυλές (έτσι τους λέγαμε τότε τους διαπολιτισμένους) έκαναν μπάνιο τελετουργικώς Πάσχα και Χριστούγεννα. Πληθος παιδιών στην βόλτα ήταν από χωριά που δεν πήγαιναν με τα πόδια στο σπιτικό τους την Κυριακή (ΚΤΕΛ υπήρχε, αλλα η συγκοινωνία ήταν από μία έως τρείς φορές την εβδομάδα, κυρίως Πέμπτη που είχε παζάρι). Αυτά ζούσαν σε δωμάτια ανά τρία ή τέσσερα, πάλι χωρίς τουαλέτα, παρεκτός και έμεναν σε θείους. Ηταν σύνηθες στις αυλες να υπάρχει μία τουαλέτα έξω, αντί πόρτα μιά κουβέρτα και απαγόρευαν στα παιδιά τους να αφοδεύουν εκεί, οπότε οποιαδήποτε ώρα κάθονταν στις αυλές των σπιτιών τους και μετά χάζευαν την πράσινη μύγα, που γράφει και ο ποιητής.

Η βρωμιά δημιουργούσε κινήσεις του σώματος. Καθώς δεν υπήρχαν σλιπάκια, αλλα βρακοζώνια (το σλιπ "Ατθίς" εμφανίστηκε κοντά στο 1958, μαζί με το τσιγάρο φίλτρο, το νεσκαφέ και τα απορρυπάντικά Ρεφλέξ και Κλινέξ) οι εφηβικές παρέες περπατώντας, ενοχλούνταν από τον ιδρώτα τους ανάμεσα στα σκέλια και έκαναν μιά εντυπωσιακή κίνηση απομάκρυνσης των μηρών μεταξύ τους, απλωνοντας σαν τα χασαπόσκυλα το πόδι ολόκληρο στον αέρα λοξώς, γιά να ξεκολλήσει το άνω μέρος του μηρού από τα αιδοία. Κι επειδή ήταν πολύς ο κόσμος, και φοβόντουσαν οι πάντες τον ήχο και την κραυγή "α, ο κλανιάρης", οι πορδές ξαμολιούνταν στα δύο πέρατα της βόλτας, στο Χαζνέ και στη διασταύρωση προς παλιά αγορά, όπου στην άλλη πλευρά δεν υπηρχε κόσμος, άρα και μάρτυρας. Σε αυτά τα δύο μέρη, μύριζε ο αέρας χαρακτηριστικά.
Αυτό λοιπόν το κείμενο μού έκανε πάρα πολλή εντύπωση και το σκεφτόμουν ολόκληρο το σαββατοκύριακο, ακόμα ένα σαββατοκύριακο δουλειάς. Μου θύμισε κάτι που είχα γράψει εδώ:
Όταν έφτασαν οι παππούδες μου στα Φάρσαλα το 1923, όπου τους έστειλε το κράτος γιατί τους θεώρησε γεωργούς κι είχε και γη καβάτζα εκεί, έτρεξαν να πιούνε νερό στην πηγή της πλατείας. "Ούι μάνα μ', κοίτα, πίνουν νερό οι αούντηδες" έλεγαν οι ντόπιοι. Επίσης ισχυρίζονταν ότι οι γυναίκες των τουρκόσπορων πλένονταν κάθε μέρα για να "βγάλουν τ' Άγιο-Μύρον από πάνω τους" κι ότι γδυνόντουσαν πριν πέσουν στο κρεβάτι γιατί ήταν "παστρικιές".
Σκεφτόμουνα λοιπόν την ηπειρωτική Ελλάδα πριν το '60, έναν κόσμο που κόλλαγε απαίσια, που η λέρα έκανε στρώσεις πάνω σου, όπου οι πολλές και γερές, αλλά μοιραία ματαιόπονες, μπουγάδες ήταν ο μόνος τρόπος να μη βρωμάς σαν ξεχασμένη ψαροκασέλα.

Πρώτα-πρώτα κατάλαβα πώς ένας τέτοιος κόσμος έχει πολύ διαφορετική άποψη για τον έρωτα από εμάς: δεδομένων των εκκρίσεων, της παρατεταμένης απλυσιάς και της τοπικής ή γενικής τριχοφυίας, τα προκαταρκτικά, τα χάδια, τα γλειψίματα, πιασίματα, τριψίματα και γενικά τα πολλά κόλπα και οι λιγωμένες τεχνικές ήταν εκτός μενού και για πολύ πολύ πρακτικούς λόγους. Δε θέλω να επεκταθώ, μεγάλα παιδιά είμαστε, αλλά φανταστείτε προφανέστατα λ.χ. τον στοματικό έρωτα στα παραπάνω συμφραζόμενα: οπωσδήποτε εκτός συζήτησης, εκτός από περιπτώσεις οξείας ιγμορίτιδας ή βαριού συναχιού. Ξαφνικά αντιλήφθηκα γιατί οι παστρικιές που λέγαμε, ιδίως στις πόλεις, πρόσφεραν εμπειρία τόσο ξεχωριστή και ζηλεμένη: όχι μόνο γιατί η πατριαρχία ευνούχιζε τις γυναίκες (που τις ευνούχιζε, αδιαμφισβήτητα) αλλά γιατί αλλιώς ζυγώνεις μια γυναίκα που μυρίζει σαπούνια, αρώματα και άγνωστα χημικά (π.χ. περμαγγανάτο), αλλιώς μια κακομοίρα που πλένεται μια φορά τη βδομάδα και αν. Φυσικά, οι μη εκδιδόμενες γυναίκες της υπαίθρου δεν είχαν, ως συνήθως, καμμιά επιλογή: ή θα έπαιρναν τον άπλυτο ή τίποτα. Δεδομένου ότι ο άπλυτος τις έβαζε σε έναν ατέλειωτο κύκλο εγκυμοσυνών (όχι όλων με ευτυχή κατάληξη), ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί το σεξ ήτανε τόσο ελάχιστα θελκτικό για εκείνες.

Μετά πήγα λίγο παρακάτω. Είναι γνωστό ότι οι μουσουλμάνοι στις μεν πόλεις τρέχανε στα λουτρά και στα χαμάμια, όπως και οι χριστιανοί άλλωστε. Στην ύπαιθρο πάλι είχανε τουλάχιστον τους τελετουργικούς καθαρμούς πριν την προσευχή για να βελτιώνουν και την προσωπική τους υγιεινή (εκτός από την τελετουργική τους καθαρότητα) σχεδόν καθημερινά. Οι Καραγκούνηδες, οι γλίτσηδοι, οι μπαγιάτηδες, οι "ντόπιοι" (όλοι περιφρονητικοί όροι που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μου οι τουρκόσποροι -- τα έχει πει ήδη ο Ηλίας Πετρόπουλος), αυτοί που περιγράφει ο Πετεφρής, άραγε έχασαν την επαφή με το πλύσιμο μέσα στον αντιμουσουλμανικό-αντιτούρκικο πυρετό του 1821-1913, καθώς η Τουρκία και και τα συνήθεια της αποτραβιόντουσαν από τη Βαλκανική; Δεν ξέρω, αφού από την άλλη έχεις π.χ. τις Εβραίες της Σαλονίκης, που (αν δώσω βάση στον παππού) μοσχοβολούσαν, ακόμα κι οι φτωχές. Δεν ξέρω, μακάρι να υπήρχε κανα βιβλίο να διαβάσω σχετικά.

Αναρωτιέμαι γενικά πότε σταμάτησαν οι Ελλαδίτες να πλένονται. Οι φτωχοί Ελλαδίτες της υπαίθρου. Η έλλειψη ζεστού νερού δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό επιχείρημα: προκειμένου να πλένονται κανονικά, ο τουρκόσπορος παππούς στο χωριο (ο άλλος) έκαιγε πολύτιμα ξύλα θέρμανσης για να ζεσταίνει τον χειμώνα νερό στο "βαρέλι" -- κάτι που του το αναγνώριζαν και διάφορες περιπλανώμενες κομπανίες ανταρτών από το 1946 μέχρι το 1949. Για πιο πίσω δεν ξέρω.

1/4/10

Συνέχεια



Απόψε στα Δώδεκα Ευαγγέλια κι αύριο στον Επιτάφιο ίσως θα θαυμάσετε τη δραματικότητα των ακολουθιών: τη δραματοποίηση του Πάθους. Σταύρωση, Αποκαθήλωση (κι ένας κενός Σταυρός), Εξόδιος Ακολουθία. Θα την αποδώσετε, ίσως, στη βυζαντινή κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια, στη συνέχεια του δραματικού στοιχείου μέσα από το βυζαντινό τυπικό. Ίσως πάλι να γνωρίζετε ότι αυτά είναι καινοτομίες μεταβυζαντινές που ίσως ξεκίνησαν από το Αιγαίο (υπό την επιρροή των Φράγκων) και -- όπως λένε τα εγκόλπια -- άργησε να ενσωματώσει στο τυπικό της η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι παραδοσιακές φορεσιές όπως τις ξέρουμε χρονολογούνται στον 19ο αιώνα· υπάρχουν βεβαίως απεικονίσεις εκδοχών του 18ου αλλά είναι πραγματικά αλλόκοτες. Παραδοσιακό έπιπλο πριν το 1774 ουσιαστικά δεν υφίσταται. Τα παραδοσιακά φαγητά μας, η παραδοσιακή κουζίνα, χρονολογούνται στον 19ο αιώνα, με κάποια πιάτα μόνο να εξαιρούνται. Η παραδοσιακή μουσική μας, εκκλησιαστική και μη, δεν είναι παλιότερη από τον 18ο αιώνα, όπως μας υπενθύμιζε ο Μπερεκέτης στα Βουστάσια κι όπως γράφει εδώ o opoudjis. Η δημοτική ποίηση είναι η διασκευασμένη, αποκαθαρμένη και μεταφρασμένη των λογίων του 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα. Ακόμα και το τυπικό των εκκλησιαστικών ακολουθιών και το "έθος" πολλών εκκλησιαστικών πρακτικών είναι πάρα πολύ πιο πρόσφατα απ' ό,τι διαφημίζεται. Η γλώσσα οποιουδήποτε ελληνόφωνου μόλις του 18ου αιώνα (λογιότατου, παπά, χωρικού, ψαρά, αστού κτλ.) θα μας δυσκόλευε ανυπέρβλητα. Στην Κωνσταντινούπολη του 1410 θα τρώγαμε πραγματικά εξωτική κουζίνα. Παρόμοια πράγματα ισχύουν και για την αρχιτεκτονική, τα ήθη, τις αντιλήψεις μας.

Ένας λαός που ακκίζεται ανυπόφορα κι ακαταπαύστως στον ιδεασμό της παράδοσης και της συνέχειας είναι -- τελικά -- τόσο 'καινούργιος' όσο οι Αμερικάνοι ή οι Μεξικάνοι. Η νεοπαγής "μακεδονικότητα" που καγχάζουμε στους γείτονές μας, μας χαρακτηρίζει κι εμάς (αλλά συν 100τόσα χρόνια): οι Έλληνες είμαστε παιδιά του 19ου και του 20ου. Βεβαίως, οι καταβολές μας πάνε πολύ πιο πίσω, αλλά και ποιου δεν πάνε; Ιδίως όσες είναι είτε καρτερικά συντηρημένες (από θεσμούς όπως λ.χ. η Εκκλησία), νεκραναστημένες (π.χ. το "ελληνικό αθλητικό ιδεώδες" ή το θέατρο) ή και επινοημένες (...). Έτσι κι ο μεξικάνος πάει πιο πίσω από την κατάκτηση του Νέου Κόσμου από τους Ισπανούς. Έτσι κι ο μεξικανισμός είναι προϊόν μοναδικής σύνθεσης, αλληλοενσωμάτωσης και δυναμικής αλληλοπεριχώρησης των "tres culturas": της προκολομβιανής, της ισπανικής και της "σύγχρονης". Σημειωτέον ότι εδώ οι Μεξικάνοι μάς ξεπερνούν: μακάρι να αναγνωρίζαμε κι εμείς τον ρόλο της γενιάς του '30 στο ποιοι είμαστε ως εξίσου καθοριστικό με αυτόν της Ορθοδοξίας, της λαϊκής παράδοσης, της οθωμανικής διοίκησης, της Μεσευρώπης κτλ., κτλ.

Ακόμα και το Βυζάντιό "μας" είναι μακρινό, τόσο μακρινό όσο η σλάβα των Σέρβων, τα καφενεία της Βιέννης και οι εκκλησίες των Πρεσβυτεριανών στο Ινβερνές. Η μόνη πραγματική συνέχεια που υπάρχει στον (ευρύτερα) ελλαδικό χώρο είναι η γεωγραφία του, και μάλιστα η γεωγραφία του ελέω αρχαιολογίας, αρχαιογνωσίας και κατεδάφισης τζαμιών, φραγκοκάστελων καθώς και αναβαπτισμού οθωμανικών οχυρώσεων σε "βυζαντινές". Παραφράζοντας τον Πορτοκάλογλου, "κάποιος μας έριξε εδώ" και μας είπε "κατοικήστε αυτόν τον τόπο, είστε Έλληνες". Μας σύναξε σε τουρκοπόλεις όπως η Σαλονίκη, τα Γιάννενα κι η Λάρισα, σε αρβανίτικα κρασοχώρια όπως η "Αθήνα", σε λεβαντίνικα κάστρα όπως το "Ναύπλιο" και το "Ηράκλειο" (η Κάντια, το Κάστρο, ο Χάντακας), σε νέες νεοκλασσικές πόλεις όπως ο Βόλος, η Πάτρα, η Ερμούπολη, η Σπάρτη. Στους προγόνους μας (κατά το ένα τρίτο ξενόφωνους και ντιπ για ντιπ χαμένους) δίδαξαν κι επέβαλαν μια μεικτή αλλά νόμιμη (λέει) λαλιά: μοραΐτικα-επτανησιακά-κρητικά στο μίξερ με μπόλικο αρχαίο από πάνω και τους είπαν "μάθετε ελληνικά-μιλάτε ελληνικά". Είμαστε μια ντεκαφεϊνέ (αλλά πολύ δημοφιλέστερη, αρκετά παλιότερη και πολύ πιο χωνεμένη) εκδοχή των Ισραηλινών.

Νομίζουμε ότι με την αυθεντικότητά μας πείσαμε τους δυτικοευρωπαίους για την ελληνικότητα και τον ελληνισμό μάς αλλά και για το πώς και η ρωμιοσύνη μας και ο 20ος μας αιώνας είναι, κατ' ουσία, ελληνικότητα κι ελληνισμός ελληνικότερα του ελληνισμού τους. Πλανιόμαστε: αυτοί μας έφτιαξαν Έλληνες, αυτοί ξέρουν. Είμαστε παιδιά ενός πρότζεκτ της Ευρώπης, πολύ πετυχημένου αλλά με τα προβλήματά του (τα οποία έφαγε η γενιά του 1922 και η δικιά μας): της αναβίωσης του Ελληνισμού και της Ελλάδας.

Γι' αυτό, τελικά, είμαστε οι πιο Ευρωπαίοι Ευρωπαίοι. Σχεδόν όσο και οι Βέλγοι ή οι (πάλαι) Τσεχοσλοβάκοι: σ' εκείνους έφτιαξαν κράτη, στην περίπτωσή μας έφτιαξαν κι εμάς. Κάπως όπως στο τέλος της "Επαφής" του Καρλ Σέιγκαν, τα δημιουργήματα αναγνωρίζουν την υπογραφή του δημιουργού τους σε κάτι που νόμιζαν φυσικό και άλογο: στα τελευταία ψηφία του πι.

Καλό Πάσχα, Καλή Ανάσταση: δυο μυστήρια άξια λόγου έχει η Χριστιανοσύνη, την Ευχαριστία-Αναίμακτη Θυσία και, πάνω απ' όλα, την υπόσχεση της Ανάστασης των σωμάτων. Χαρείτε τα κι αφήστε τις μεταφυσικές βεβαιότητες για τους φανατικούς.

20/3/10

Όχι ποστ

αλλά σημείωμα.



Παραπονιόμουν εδώ ότι ο καθένας λέει το κοντό και το μακρύ του κι ότι δεν έχει και καμμιά αντίληψη του ότι λέει παπαριές. Κι αναρωτιόμουν ο κακομοίρης πώς και γιατί.

Τρία χρόνια μετά μου έφεξε κι εμένανε. Γιατί "η γνώμη του ειδικού δεν είναι απλώς 'ισοβαρής' με του οποιουδήποτε, είναι υποδεέστερη"; Πώς "μπορεί κανείς να επικαλεστεί την Αυθεντία με τους πιο αδόκιμους (και αδόκητους) τρόπους";

Είναι πολύ απλό: οι περισσότερες δημόσιες συζητήσεις στην Ελλάδα ενορχηστρώνονται ώστε να διεξάγονται μεταξύ άσχετων και, πάρα πολλές φορές, μεταξύ γενικώς αγράμματων.

Και, φυσικά, οι περισσότερες δημόσιες συζητήσεις απευθύνονται σε ηθικολόγους αγράμματους με παραισθήσεις μεγαλείου ή και σύμπλεγμα καταδίωξης. Ας όψεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα που μας μαθαίνει αρχαία (;) κι αποστήθιση, να γράφουμε εκθεσούλες, να περνάμε (;) εξετάσεις και να συλλέγουμε πτυχία.

Να μας πάρει ο διάολος, να τελειώνουμε με το μεγάλο χιμαιρικό πρότζεκτ του δυτικού πολιτισμού που λέγεται "νέος ελληνισμός". Αρκούν 250 χρόνια φούμαρα: ό,τι χτίστηκε, χτίστηκε. Να γίνουμε κι εμείς η μικρομεσαία χώρα που είμαστε, με τις παραδόσεις μας, με τις ευαισθησίες μας, με τις μαλακίες μας, με τα δικά μας.

7/3/10

Μέρες του 2010



Η επάνοδος της ηθικολογίας. Τόση και τόση κουβέντα γύρω από μια τσόντα. Όλοι παριστάνουν ότι δεν ξέρουν όσα ξέρουν: ότι η τσόντα είναι καλογυρισμένη, τόσο καλογυρισμένη που αν είχαμε κι άλλες τέτοιες, θα ξεπερνούσαμε τους Ούγγρους σε τζίρο. Ότι οι γλάστρες και τα κορίτσια των συναφών κλάδων κάνουν βίζιτες (τουλάχιστον αυτό το λέει ο Γεωργελές). Ότι η μπλαζέ περσόνα με το πρόστυχο μουτράκι αλλά τσαχπινιά κολοκύθας κυκλοφορεί εδώ και χρόνια φλομωμένη στην κόκα. Και φυσικά, δικαίωμά της να πιστεύει ότι δικαιούται τη φήμη και, φυσικά, δικαίωμά της να περιφέρεται ζαβλακωμένη από το χιόνι που τραβάει. Αλλά πώς γίνεται τα κανάλια που μας τη ρίχνουνε στη μάπα τόσα χρόνια τώρα να κάνουν πως ερυθριούν κατάπληκτα; Η κόκα δεν πειράζει, η σαμπάνια μας πειράζει.

Στο μεταξύ, ηθικολογίες. Πολλές ηθικολογίες. Παραλληλισμοί του βίντεο με την οικονομία. Η Τζούλια ως η ελληνίδα Marianne. Κομψές μεταφορές που μας κάνουν να αισθανόμαστε ευφυείς. Πολλές από αυτές τις ηθικολογίες τις παράγουν άνθρωποι που ζουν προσωπικές στιγμές σαν της άφρυδης στάρλετ (μείον δύο κάμερες και με παραλλαγές κατά τα γούστα, τα φάρμακα, τα βαλάντια και τις αντοχές τους). Πολλές από αυτές τις ηθικολογίες απευθύνονται σε θλιμμένους ανθρώπους των οποίων οι προσωπικές στιγμές είναι ανώδυνες κι ανεπαίσθητες.

Στο μεταξύ ζούμε σε μια (τουριστική) χώρα χωρίς δημόσιες τουαλέτες, όπως έγραψε ο Θεοδωρίδης στον Αγγελιοφόρο πρόσφατα. Απεργούμε γιατί Crisis pay the plutocracy. Να υπενθυμίσω ότι η κρίση λίγο άγγιξε την Ελλάδα κι ότι τώρα καλούμαστε να ξεπληρώσουμε δανεικά δικά μας κι όσα φάγαμε ομοθυμαδόν κι εξ αδιαιρέτου για 30 χρόνια: μίζες, λογιστικές απάτες, λαδώματα, σπατάλες, εικονικά έξοδα, αργομισθίες, επιχορηγήσεις που έγιναν μπουζούκια, συντάξεις μαϊμού, υπερτιμολογήσεις, επιδοτήσεις που έγιναν αμάξια, υπεράριθμους διορισμούς, απάτες σε βάρος ασφαλιστικών ταμείων.

Στο μεταξύ κανα-δυο εκατομμύρια δουλεύουνε δυο δουλειές και πληρώνονται από τη μισή.

Είπε η Μ. απόψε: αν στήναμε το El sistema εδώ, θα υπέγραφαν είκοσι για να πάρουν την επιχορήγηση, θα πάταγαν πέντε και κανείς δε θα μάθαινε τίποτα. Θα πλούτιζαν όσοι θα νοίκιαζαν αίθουσες κι οι οργανισμοί που θα αναλάμβαναν τη διοργάνωση.

Έτσι λοιπόν: συνεχίστε να απεργείτε. Αθώοι, ανεύθυνοι κι ωραίοι. Πάντα γελαστοί κι ωραίοι.

Στο μεταξύ τα ΜΑΤ βιαιοπραγούν κατά ενενηντάχρονου -- αλλά εμάς μας κόφτει που δεν αναγνώρισαν ότι είναι ο Μανώλης Γλέζος. Ο Παπαστράτος δίνει πενθήμερες υποχρεωτικές διακοπές άνευ αποδοχών, αλλά εμείς κλαίμε τον έρμο τον Παλαιστίδη και την trahison des clercs. Ασχολούμαστε με το κωλοδάχτυλο εξωφύλλου σε περιοδικό τρίτης κατηγορίας ενώ η Αρεοπαγίτου έχει περισσότερη κίνηση από την Μπενάκη. Ψηφίζουμε νόμους για το κάπνισμα που δεν εφαρμόζονται -- ή μάλλον εφαρμόζονται τόσο όσο θα εφαρμοζόταν ο περί της στρατολογίας των Ελλήνων εάν πήγαινε φαντάρος ένας άρρην στους πέντε.

Η ηθικολογία επιστρέφει (μας άφησε ποτέ;): το Μάουζερ αξιολογείται με βάση την (αντι)κομμουνιστική ορθοφροσύνη του, η ταινία του Σκορσέζε με βάση τον χειροπιαστό ή μη αντιαμερικανισμό της, τα λογοτεχνικά βιβλία με το αν οι πρωταγωνιστές λένε κακά λόγια και η επιστήμη πρέπει να περνάει εξετάσεις εθνικής ορθότητας.

Παλιότερα η Ελλάδα με θύμωνε και με ζοχάδιαζε. Τώρα είναι πηγή έντονης δυστυχίας.

Ο Γιώργος λέει ότι όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα είναι συμπτώματα ενηλικίωσής της. Εγώ διαγινώσκω οξύ έμφραγμα.

16/2/10

Ο πόνος μου σε πίξελ (συγγνώμη Τάλω)

Ακολουθεί παραλήρημα. Μην το διαβάσετε.

Η Ολυμπιακή Ελλάδα έχει πλεόν εξατμιστεί εντελώς. Όλη η λάμψη, όλος ο δυναμισμός, η περηφάνεια, η ανοιχτωσιά, η ομορφιά και η αισιοδοξία είναι πια ανάμνηση. Ο Γιάννης Οικονομιδης έφτασε να πει ότι οι Ολυμπιακοί φταίνε. Τελειώσαμε.

Στα κόμικ και στις ταινιούλες ΕΦ αρέσκομαι να παρατηρώ του δυστοπικά ερείπια πόλεων στο φόντο του καρέ ή του πλάνου. Η πρώτη φορά που ενοχλήθηκα από τέτοιες εικόνες εγκατάλειψης πόλεων ήταν όταν διάβαζα για τα ερείπια του Χάρλεμ στο Underworld του Ντελίλο (που αν δεν ήμασταν κερατένιοι καραεπαρχιώτες χωριάτες διανοούμενοι του καφενέ θα συζητούσαμε ακαταπαύστως -- όχι ακαταπαύστως, θα κάναμε παύσεις για να το ξεπατηκώσουμε και να το τζαμώσουμε για να γράψουμε κανα ελληνικό μυθιστόρημα της προκοπής. Ο κόμπος ξανανέβηκε όταν είδα τα ερείπια του Ντητρόιτ και της Νέας Ορλεάνης. Τώρα βλέπω την Αθήνα να πεθαίνει, να ξεπέφτει σε Αμμάν με δεντροφυτεμένες οδούς και λεωφόρους. Και τα δυστοπικά ερείπια δεν έχουνε πια καθόλου πλάκα, καθόλου χάζι. Μόνον το μετρό της Αθήνας δουλεύει πια. Γιατί έχει κανόνες.

Σε πρόσφατη περιοδεία μου με το τσίρκο πέρασα από τον Βόλο. Είναι ετοιμοθάνατος. Χιλιάδες άνθρωποι έχουνε χάσει τις βιομηχανικές δουλειές τους τα τελευταία δύο χρόνια και ζούνε από τους γονείς τους και με €490 ενίσχυση του ΟΑΕΔ (αφού οι περισσότεροι εργοδότες ΔΕΝ απολύουν, απλώς δεν πληρώνουν) -- οι τυχεροί δεν έχουνε δάνεια ή νοίκια. Η πόλη των Μεσογειακών του 2013 είναι σκιά του εαυτού της. Για όσους δεν ξέρουν, ο Βόλος δεν είναι τυχαία πόλη: όταν ο Βόλος είχε αστική τάξη, λέσχες, περιοδικά, τέια και μπουρζουά οργιάκια, στο Μαρούσι σταυλίζαν φυματικούς και έβοσκαν κατσίκια οι Αρβανίτες. Τέλειωσε όμως κι αυτός.

Πέρασα μέσα από διαμαρτυρίες συμβασιούχων και λοιπών σήμερα. Ήθελαν να μη θιγούνε τα επιδόματα, απαιτούσαν μονιμοποίηση. Να πληρώσει η πλουτοκρατία. Οπωσδήποτε: όταν γίνει η επανάσταση και κοπούνε τα δανεικά με τα οποία πήρατε Χ3, 500ευρα στα φρικτά σκυλάδικα, ταβέρνες, τσάντες Λουί Βοϊδόν, διαμέρισμα στην Αγία Παρασκευή και Χριστούγεννα στη Βιέννη.

Στη Σχοινούσσα έλεγαν ότι ο δήμαρχος έφαγε εκατομμύρια (δραχμές) για να χτίσει ένα κάστρο τζεϊμσμποντικών προδιαγραφών παραθαλάσσιο και να το εξοπλίσει με αυτοκίνητα και σκάφη πολυτελείας. Όπως χιλιάδες Έλληνες. Πώς το έλεγε ο πετεφρής, άχρηστα, πανάκριβα και εγκαταλελειμμένα σάιτ δήμων που δεν έχουνε δρόμους και δημόσεις τουάλετες, που τους πνίγουν τα σκουπίδια και τα μπάζα. Δεν παράγουμε τίποτα - τα φάγαμε όλα: επιδοτήσεις, δανεικά, πακέτα στήριξης.

Όπως λένε πια πολλοί, συνεχίζουμε αγέρωχοι και αμετανόητοι. Οι περισσότεροι δε θέλουνε να κάνουν τίποτα. Η δουλειά είναι απαξιωμένη (κι αυτό το λέει ένας τεμπέλης), κάποιοι μισοαγράμματοι τσαμπουνάν ότι μόνον οι καλβινιστές αγάμητοι δουλεύουν. Η τοτεμική απειθαρχία, η εξιδανικευμένη ασυδοσία και η σχεδόν πλήρης έλλειψη ανταπόκρισης στο δημόσιο (όταν δεν είναι συμβολικό ή όταν δεν τσινάει το θυμικό) έχουν αναχθεί από στοχαστές-καραγκιόζηδες σε ιδιοσυστασία, λεβεντιά και γενικευμένη ρωμιοσύνη. Θα παρκάρω στη ράμπα για καροτσάκια και στον πεζόδρομο, θα καβαλήσω το πεζοδρόμιο, θα αποχαρακτηρίσω το δάσος, θα καπνίσω δίπλα σε βρέφη και γκαστρωμένες. Θα πληρωθώ μούφα υπερωρία. Θα παραστήσω τον γεωργό, τον αντιστασιακό ή τον ανάπηρο για να πάρω σύνταξη. Η κατάσταση της χώρας με έκανε να θυμηθώ την αυλή του βασιλιά Αστόχαστου στο 'Παραμύθι χωρίς όνομα' της Πηνελόπης Δέλτα, που το διάβασα όταν ήμουν 13 αλλά -- όπως διαπιστώνετε -- μου έκανε εντύπωση.

Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα; Δεν ξέρω. Θα την πληρώσουν οι ξένοι: στάνταρ. Ζούμε πάντα μέσα στη γενικευμένη συλλογική αμνησία μας και στη συμβολολαγνία μας. Ό,τι δεν είναι αρχαιοελληνικό στην Ελλάς, είναι βυζαντινό (λ.χ. τυρόπιτες, Μέτσοβα, καφέδες, φορεσιές, έθιμα χωριών του Έβρου). Οι ξένοι μάς χαλάνε το ζορμπαλίδικο δράμα μας, την καζαντζακική Κρήτη του Καπετάν Μιχάλη που έχουμε μέσα στην γκλάβα μας. Ξεχνάμε ότι πριν τους ξένους λέλουδα, φανέλες, πετσέτες, στυλά, αναπτήρες και δημόσια οιδήματα προς επαιτεία πούλαγαν ανάπηροι, κάτι γριούλες με τσεμπέρια και κύριοι με μουστάκι, "κωφάλαλοι" και τσιγγάνοι.

Δεν το έχω πει ποτέ και πάντοτε πολεμάω τον λογισμό. Το λέω απόψε: "Στον διάολο η Ελλάδα σας, στον διάολο Έλληνες". Το λέω με μισή καρδιά: πονάω τον κόσμο που (πια) πραγματικά πεινάει.

Δε θέλω να ξαναγράψω τίποτα. Αλλά η ανάγκη για γραφή (που είναι πολύ δυνατή εκεί κάτω) θα με ξαναφέρει κοντά σας. Ποστάρω αυτό το πράμα χωρίς διορθώσεις.

31/1/10

Το μικρό καλάθι, τα μπλογκ, οι εφημερίδες και η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους



Γίνεται πολύς λόγος για τη "διάβρωση" των μπλογκ από τη συμβατική δημοσιογραφία. Δεν το έχω μελετήσει πραγματικά το θέμα, οπότε δεν ξέρω τι να πω. Θα σας πω όμως τι συνέβη αυτό το σαββατοκύριακο, μάλλον ένα από τα πολλά που συνέβησαν αυτό το σαββατοκύριακο.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρονια αγόρασα και κυριακάτικη Καθημερινή (το σαββατόβραδο) και το κυριακάτικο Βήμα (την Κυριακή). Ενδίδοντας στο βιογραφισμό για μια στιγμή, να σας πω ότι έμαθα να διαβάζω στα πέντε μου από εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούσαν στο σπίτι μας άφθονες, με την πράσινη μουτζούρα πάνω δεξιά. Με έλεγαν εφημεριδοφάγο (και "το παιδί του γέλιου", επίσης, όχι "γελαστό παιδί"). Η Καθημερινή έμπαινε καθημερινά σπίτι μας για χρόνια, μέχρι που την πήρε ο Κοσκωτάς (για το οποίο ποτέ δε συγχώρησε τη Θείτσα Ελενίτσα Βλάχου ο πατέρας μου). Μεγάλωσα περιφρονώντας την Απογευματινή και τις "παρόμοιες φυλλάδες". Έπρεπε όμως να σέβομαι και την Ελευθεροτυπία διότι α) εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός β) τη διάβαζε ο παππούς (επειδή εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός) -- και μετά την έκοβε λωρίδες για την τουαλέτα, για τους ξένους υπήρχε και χαρτί υγείας γ) περιείχε τη δύσκολη λέξη "αδέσμευτος" στον υπότιτλό της.

Πλατειάζω πάλι. Η Καθημερινή λοιπόν με έκανε να νιώθω ότι επήλθε το Finis Graeciae, το προρρηθέν παρά του ξέρετε-ποιου. Λες κι ήταν συντονισμένοι όλοι οι συντάκτες να σε κάνουν να θες να κλαις μετά την ανάγνωση του φύλλου. Οι Έλληνες γίνονται πιο ξενόφοβοι. Επίκειται κηδεμονία. Αδιέξοδο. Τρώγονται στην κυβέρνηση. Δανεικά τέρμα. Και άλλα που απώθησα μετά από έναν 9ωρο ύπνο. Πρόκειται για τη νέα γραμμή της Κ; Δεν ξέρω. Ούτε λέω ότι καρυωτακίζει ή ότι κινδυνολογεί. Απλώς, δεν το περίμενα. Αυτό.

Το Βήμα σήμερα με κατέπληξε επίσης. Στα δύο περιοδικά αλλά και στην ίδια την εφημερίδα (την οποία είχα να ανοίξω καιρό) διάβαζα κείμενα επιπέδου, ποιότητας και ύφους (κυρίως ύφους) μπλογκ! Καλών μπλογκ, αλλά μπλογκ. Μπλογκ. Χωρίς πλάκα. Έμεινα κατάπληκτος: όλα τα περιεχόμενα της σακούλας (εκτός από την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Τόμος Α') ήτανε σαν γραμμένα από μπλογκάδες για τα μπλογκ τους (κι όχι, λ.χ. για κάποιο έντυπο που τους έκανε την τιμή, την τιμή, λέγω, να τους ζητήσει να γράψουν γι' αυτό). Ο ένας παραπονιόταν ότι δε θέλει να ακούει γνώμες, θέλει να του λένε ποια η πληροφορία και ποιο το σχόλιο. Ο Χωμενίδης γράφει ένα κείμενο που μας μιλάει για τη μεγάλη πλειοψηφία, το 95%, για τη "ραχοκοκκαλιά" της Ελλάδος, που δε βλέπει Στρέλλα και Κυνόδοντα, που δε διαβάζει, που βλέπει τηλεόραση και που ψάχνει το σεξ εκτός του γάμου (χμμμ...). Ο Βίδος πάλι μας λέει για την πορνογραφία..., αλλά, ώπα, εντάξει, ο Βίδος μπλόγκαρε πριν τα μπλογκ: άκυρο. Σαν τον Διόδωρο.

Η πολιτική αρθρογραφία του Βήματος έμοιαζε κι αυτή με μπλογκ καλών δημοσιογράφων (δε λέω ποιων, μην ξεχάσω κανέναν και πέσουνε να με φάνε ότι αποφάσισα να λιμοκτονήσω και να λοιδωρούμαι συστηματικά ψάχνοντας δια της κολακείας δουλειά σε κανα ένθετο). Η συνέντευξη του Τσίπρα (ο οποίος πόζαρε σαν Λένιν -- εντάξει, σε αντιπαθήσαμε, δε χρειάζεται να προσπαθείς άλλο) θα μπορούσε να έχει παρθεί από μπλογκά (βεβαίως εδώ μπορεί να φταίει και ο Τσίπρας). Μια συντάκτρια ξεμπρόστιαζε θαρρετά και α λα μπλογκ τα παιδάκια που κέρδισαν τα σώου ταλέντων κι εξαφανίστηκαν. Υπήρχε κι ένα ανάλαφρο ρεπορτάζ (εδώ πρέπει να έπεσε τρελό ψαλίδι) για τη ζωή μιας "στρίπερ".

Λέτε η κάθοδος των δημοσιογράφων στον μπλογκόκοσμο από τον Όλυμπο της έντυπης δημοσιογραφίας να ανέβασε το επίπεδό μας εδώ χάμω στα μπλογκ τόσο ώστε πια να διαβάζουμε Βήμα και να το βρίσκουμε απαράλλαχτο με τα αναβαθμισμένα πλέον μπλογκ;

Υπάρχει βεβαίως κι άλλο ενδεχόμενο. Δηλαδή, υπάρχουν πάρα πολλά ενδεχόμενα, αλλά πρέπει να φτιάξω μια μακαρονάδα του ψαρά και να μαζέψω στο σουβενιρόκουτο κάτι εισιτήρια από τη Λισσαβώνα, γαλλικές τηλεκάρτες που έληξαν το 2005 (!) κι άλλα παρόμοια, οπότε βιάζομαι λές και έχω να παραδώσω κομμάτι πριν κλείσει το σαλόνι. Ας εικονογραφήσω το ενδεχόμενο αυτό:



Ο old boy (με αφορμή το πολύκροτο, βαθύ και αποκαλυπτικό -- με όρους Βήματος τουλάχιστον -- ποστ μου 'Πουτάνες κι ερωμένες'), μου έστειλε αυτό. Διαβάστε το προσεκτικά. Προσέξτε ύφος αλλά, κυρίως, το περιεχόμενο, λ.χ. τη φω κατάπληξη που αναδίδει και το πασπάλισμά του κειμένου με το "για τη φουκαριάρα την καύλα μου, που είμαι άσχημος και με ειδικές ανάγκες". Ευτυχώς δηλαδή υπάρχει και η δήλωση περί μπουφέ στο τέλος κι έρχεται να παλαντζάρει κάπως. Έμεινα πάντως κι εγώ κατάπληκτος με το πόσο δίκιο είχα όταν σάρκαζα λέγοντας "θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας". Να το πω κι ανοιχτά: το άρθρο μού φάνηκε σαν να το έγραψε άρτι ξεμαντρωθέν εσώκλειστο στην Ελβετία του 1892, ή σαν να απευθυνόταν σε αναγνώστες από τον πλανήτη Σάικρα. Περιμένω τώρα άρθρο με τίτλο "γιατί αγοράζουμε αυτοκίνητο", "το φαινόμενο των ντελίβερυ", "όλο και περισσότεροι Έλληνες ταξιδεύουν στο εξωτερικό", "γκουρμεδιά: έχει γίνει μόδα", "βαρέα μέταλλα στο ψάρι!" κτλ. Η δημοσιογραφία φαίνεται να αφιερώνεται πια στην ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, δηλαδή, όπως έλεγε κι ο προμηθέας, ένας παλιός μπλογκάς.

Μιλώντας για σεξ, τι έχουνε πάθει τα σοβαρά φύλλα κι ασχολούνται; Με το σεξ; Εσείς λ.χ. το ξέρατε ότι μας κουτσομπολεύουν οι γυναίκες; Ναι, ρε. Αλήθεια. Τα συζητάν "αυτά τα πράματα" (αλλά και το πράμα μας). Δεν είναι τυχαίο που μόλις περάσεις το Sorbonne II (για να το πω ευγενικά) με μία, πέφτουν όλες πάνω σου σα μυωπικές μύγες. Όχι. Σοβαρά. Στο ΒήμαΜΕΝ το διάβασα. Σεξ, ναι. Σας υπενθυμίζω κι αυτό με τη "στρίπερ". Αλλά κι αυτοί το αναγνωστικό κοινό θέλουν να ικανοποιήσουν: όπως λέν κι οι Γάλλοι: "c'est comme la confiture: moins on en a, plus on l'étale" ('είναι σαν τη μαρμελάδα: όσο λιγότερη έχεις, τόσο πιο πολύ την απλώνεις'). Αλλά επειδή -- όπως βλέπω στο γκουγκλ -- αυτό το λένε για την καλλιέργεια, ερχομαι στο ελληνικό δημώδες με τα πολλά κεράσια και το μικρό καλάθι. Και πάω να φτιάξω να φάμε.

27/1/10

Τα κεμπάπια του Πετεφρή

Αυτό θα ήταν ωραίο να βρίσκεται εδώ. Το λινκάρω λοιπόν, και είναι εδώ.

22/1/10

Πουτάνες κι ερωμένες

Ι.

Με αυτόν τον συγκλονιστικό αλλά και περιεκτικό στίχο του ευαίσθητου οραματιστή Φίλιππου Πλιάτσικα θα ανοίξουμε τη συζήτηση για το φλέγον κοινωνικό μας θέμα, αγαπητοί αναγνώστες. Για όσους από εσάς μόλις ανοίξατε τους δέκτες σας· θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας.

Είδα στο Euronews (εδώ στο προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού είναι από τις καλύτερες πηγές πληροφόρησης, μαζί με το δελτίο της ΝΕΤ, των βρετανικών βάσεων και του ραδιοφώνου του ΡΙΚ) το ρεπορτάζ για τη διαμαρτυρία των εκδιδομένων (μην τις λέτε "ιερόδουλους" σας παρακαλώ: δεν είμαστε ειδωλολάτρες, άσε που η λέξη με κάνει να φαντάζομαι αποστεωμένες φαινομηρίδες καλόγριες και ταράζομαι). Οι περισσότερες ήτανε μπαμπουλωμένες με μαντήλες, για να μην αναγνωρίζονται, με εξαίρεση μια μορφή αρκετά αγέρωχη αλλά μάλλον βετεράνο του επαγγέλματος (και των ήδη από την εποχή που ήταν ο Έβερτ δήμαρχος στην Αθήνα αγώνων).

Νομίζω ότι πολλοί θεωρούν τις πόρνες αναγκαίο κακό, κάτι σαν σκουπιδιαραίους ή ταξιτζήδες. Δικαίωμά τους, φυσικά, αν και ως στάση με βρίσκει αντίθετο. Άλλοι τις προσεγγίζουν σα ναυάγια της ζωής και πονεμένες υπάρξεις. Πολλές είναι. Όπως πολλοί πανεπιστημιακοί είναι δυσλειτουργικοί παλίμπαιδες, συνήθως με χοντρό Άσπερτζερ. Αλλά δεν είναι όλες οι πόρνες θύματα κι ερείπια (μια φωνή εδώ), ούτε όλοι οι πανεπιστημιακοί εγωπαθή αντικοινωνικά κομπλεξάκια (ούτε όλοι οι ταξιτζήδες... κτλ).

Η ενδιαφέρουσα και ισόρροπη σύγκριση είναι πάντως μεταξύ πόρνης και καθαρίστριας: και οι δυο "εύκολες" δουλειές για όχι ιδιαίτερα προνομιούχες γυναίκες. Προσωπικά σέβομαι βαθύτατα και τις μεν, που προσφέρουν το σώμα τους και τη διάθεσή τους για την εκτόνωση, το κέφι, την παρηγοριά, τη φαντασίωση, την εκλεκτική ηδονή του πελάτη, και τις δε, που προσφέρουν το σώμα τους για την υγεία, την καθαριότητα, την τάξη, την ευεξία ή και την ξεκούραση του πελάτη.

Όλα τα παραπάνω βρωμάνε τέλη 19ου αρχές 20ου, σε βαθμό ναυτίας. Ακόμα εκεί βρισκόμαστε: αντί να καταπολεμήσουμε τη διακίνηση ανθρώπων και την εκμετάλλευσή τους, αντί να κινηθούμε προς τη διασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων, ασφάλειας, υγείας κτλ. των πορνών και των συναφών εργαζομένων, είτε κάνουμε το παπί, είτε προσπαθούμε να τις κάνουμε ηρωίδες (μια πολύ φαλλοκρατική στάση, κατά βάθος) ή θύματα-κουρέλια (μια πολύ πατερναλιστική στάση, ακόμα κι επιφανειακά). Δε θέλω να επεκταθώ παραπέρα γιατί δε γνωρίζω πολύ καλά το ζήτημα, αλλά εδώ και είκοσι χρόνια που συζητιέται το πού θα είναι τα σπίτια και πώς θα δουλεύουν και πώς θα διασφαλίζονται οι γυναίκες που εκδίδονται, σπανίως έχω ακούσει τη θέση των ίδιων των εκδιδομένων γυναικών. Η συζήτηση γίνεται συνήθως από άλλους και με αυτόν τον ψευδο-ντεκαντάν λυρισμό της δεκαετίας του '50 και του '60, με όρους του Αστερισμού της Παρθένου κτλ.

Κι έτσι, αυτές οι γυναίκες στις οποίες πάρα πολλοί χρωστούν πάρα πολλά (επαναλαμβάνω, όπως χρωστάμε στις καθαρίστριες, στους ταξιτζήδες, στους εργάτες καθαριότητας και σε μια σχεδόν αμελητέα μερίδα πανεπιστημιακών -- μια και τους μελετήσαμε), δεκαετίες μετά τη λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση, κατεβαίνουν σε πορείες μπαμπουλωμένες με μαντήλες για να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους. Αντίθετα με όλους τους άλλους.

ΙΙ.

Πριν χρόνια διάβαζα σε περιοδικό ποικίλης ύλης ένα δακρύβρεχτο ρεπορτάζ για την πορνεία όπου ισχυριζόταν η συντάκτρια ότι έχουν κι οι πουτάνες ψυχή, ζωή και οικογένεια -- να τη πάλι η δεκαετία του '60. Όλες οι γυναίκες που φωτογραφίζονταν γι' αυτό το κομμάτι έκρυβαν το πρόσωπό τους. Μία έλεγε (όχι αυτολεξεί) ότι δε θέλει να μάθει το παιδί της ότι γαμιέται. Δίκιο είχε και πολύ καλά έκανε, αφού ξέρουμε σε τι κόσμο ζούμε.

Όμως, θα έκρυβε μια καθαρίστρια (ή μια νοικοκυρά) το πρόσωπό της επειδή δε θα ήθελε το παιδί της να μάθει ότι η μητέρα του καθαρίζει σκάλες και πλένει τουαλέτες; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω. Αφήστε που, να το πω ωμά, όλες οι μάνες εξορισμού γαμιούνται (πώς αλλιώς βρεθήκαμε σε αυτόν τον ωραίο πλανήτη;), πολλές μάλιστα όχι μόνο με τον μπαμπά μας (συνήθως για καλό). Κάτι δεν πάει καλά.

ΙΙΙ.

Διάβασα το Lost Girls του Alan Moore. Ενδιαφέρον αλλά αποτυχημένο. Φυσικά και δε λειτουργεί ως πορνογράφημα: δεν το αφήνει το πνεύμα του Moore και τα άθλια σχέδια της Gebbie. Ως κόμικ (graphic novel, που λένε) πάει και δεν πάει: εκμεταλλεύεται όσο μπορεί το μέσον, παίζει με την κειμενικότητα, με τη λογοτεχνική σύμβαση, με το χάσμα μεταξύ μυθοπλασίας και ζωής -- κι αποτυγχάνει.

Κάποια ηρωίδα στο κόμικ λέει κάποια στιγμή πώς έχασε την πίστη της στην κοινωνία και τους κανόνες της, αφού συνειδητοποίησε ότι "όλοι έχουνε τέτοια φωτιά ανάμεσα στα σκέλια τους", γνήσιο τέκνο της βικτωριανής εποχής που ζει το ψυχορράγημα της Μπελ Επόκ. Αυτός ο προβληματισμός υπήρχε και στη μεταπολεμική Ελλάδα (αλλά και αλλού -- δείτε το χαζό Rue des Plaisirs, μόνο και μόνο για το πώς αναπαριστά τη μεταπολεμική Γαλλία): "όλοι μα όλοι έχουνε βιτσια, κάποιο κουμπί, άρα η κοινωνία είναι σάπια". Αυτή η πρόταση (πώς αλλιως να την πω;) επανέρχεται κάθε φορά που προκύπτουν αμερικανιζέ σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικών, αν και βεβαίως δε θα έπρεπε εάν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας). Ακούγεται πολύ: "α, αυτός ήθελε να τον δέρνουν με σφουγγαρίστρα, α αυτή παρτουζωνόταν με συνδικαλιστές ή είναι τεκνατζού, α ο τάδε στα νιάτα του πήρε τον Χ ή την Ψ, α η τάδε λεσβιάζεται μπανίζοντας τον Φούτσι 20 να τρέχει"...

Χωρίς πόζα και πραγματικά χωρίς να το παίζω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς οι προτιμήσεις μας, όταν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας), παίζουν οποιοδήποτε ρόλο στον δημόσιο βίο. Επειδή μάς κάνουν ευάλωτους στον εκβιασμό και στη διαφθορά; Οκέι, αλλά περισσότερο από την ανάγκη μας λ.χ. για χρήμα ή για αναγνωριση; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω.

Στο κάτω-κάτω, τα βίτσια μας, όπως και η ανάγκη μας για χρήμα ή για αναγνωριση κι άλλα πολλά, μας κάνουν ανθρώπους. Δεν μπορεί πια, τόσους στοχαστές και τόσα αποτυχημένα κοινωνικά πειράματα μετά, η ηθική να αντιμετωπίζεται άλλο ως άρνηση της ανθρώπινης φύσης.

19/1/10

Συνοψίζοντας



Μακροπρόθεσμα:
Το ασφαλιστικό σύστημα πάει για ραδίκια, βλίτα και παρόμοια. Να περιμένετε το "Χαμόγελο του Παππού" τα προσεχή χρόνια.

Ο χύδην εθνικισμός (για τους ευερέθιστους ανάμεσά σας: δεν αναφέρομαι στον υγιή πατριωτισμό, που, τελικά, μας κινεί όλους να ασχολούμαστε) και τα ακροδεξιά αντανακλαστικά γίνονται πολύ της μόδας και -- νομίζω -- θα αποτελέσουν το μπάσσο κοντίνουο (νταξ: ισοκράτημα) πάνω στο οποίο θα συνθέτουν τις πολιτικές τους οι ελληνικές κυβερνήσεις για τις επόμενες δεκαετίες. Θα καούν πολλές δραγώνες και συναγωγές ακόμα -- ή ό,τι απομείνει.

Σύντομα θα δούμε και τα πρώτα αδιαμφισβήτητα συμπτώματα της ερημοποίησης...

Μεσοπρόθεσμα: Η αμηχανία και κανονική σύγχυση της κοινωνίας μας απέναντι λ.χ. στα μέτρα για το κάπνισμα (μιας μεγάλης έκτασης εθισμό που όμως -- αντίθετα με την πρέζα -- δε θεωρείται "κοινωνική μάστιγα", αφού αφορά τον κανονικό κόσμο) μαρτυρεί ότι βρισκόμαστε σε ριζική αδυναμία να συζητήσουμε κοινωνικά προβλήματα σ' αυτή τη χώρα (όπως και σε άλλες στην Ευρώπη, λ.χ. στην Ιταλία και σε πολλές ανατολικοευρωπαϊκές). Η "δεξιά" μας υποκριτικώς ελληνοχριστιανική παιδεία και 30 χρόνια σχεδόν αδιάσπαστης πασοκικής χρηστομάθειας, ("αριστερής") πατριδοκαπηλείας και ηθικολογίας, σε συνδυασμό με το ότι ποτέ δεν ήμασταν της Κριτικής, δείχνουν πια τα αποτελέσματά τους. Ετοιμαστείτε να σας ζητήσουν να διαπραγματευτείτε πολιτικά, ατομικά και -- ίσως -- και ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ελληνική οικονομία μπαίνει πια σε φάση κηδεμονίας. Τα λένε τόσοι και τόσοι, τι να επαναλαμβάνω: δεν παράγουμε αλλά σπαταλάμε κτλ., κτλ.

Ο νομικισμός και ο καζουισμός (διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά συγκλίνοντες στα δικά μας πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα) θα κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο.

Η γενική αμορφωσιά μας (αφού δεν έχουμε σχολεία και δεν έχουμε πανεπιστήμια, μόνο δασκάλους έχουμε που κολυμπάν ανάμεσα σε κάτι λαμόγια σαρκοβόρα και σε τετράπαχους θαλάσσιους ελέφαντες) θα σημαίνει ότι οι γνώμες και οι συνειδήσεις θα συνεχίσουν να διαμορφώνονται από δραστήριους δεσποτάδες, λαζόπουλους, τηλεοπτικές Λάμιες και Γραίες (ένα μάτι, ένα δόντι) και το τι είπε η κυρα-Νίτσα. Η διάλυση των κατηγοριών (λ.χ. ταύτιση κράτους-έθνους-πατρίδας-λαού-κοινωνίας, έρωτα-γάμου-σχέσης-σεξ-ρομάντζου-δεσμού κτλ. κτλ.) πρέπει πια να θεωρείται δεδομένη.

Συμπέρασμα: ... τη χώρα μας μέσα.

13/1/10

Εποχές



Παρακολουθώ τις συζητήσεις για το κάπνισμα σε κλειστούς δημόσιους χώρους και νομίζω ότι ξανακούω συζητήσεις του παρελθόντος για όχι και τόσο συναφή θέματα. Στα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται (γιατί στην Ελλάδα τα επιχειρήματα συνήθως χρησιμοποιούνται, όπως χρησιμοποιείς έναν δυνατό φακό για να στραβώσεις προσωρινά τον άλλο στο σκοτάδι -- ποτέ για να του δείξεις κάτι) αναδύονται σαν παλιές οσμές μια σειρά από γνωστά θέματα:

α. Απομόνωση κι εγκλεισμός. Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει κόσμος γύρω μας, ότι όλα τα θέματα εδώ πρωτοτέθηκαν κι εδώ θα λυθούν, χωρίς παρατήρηση, χωρίς να βασανίσουμε τη σκέψη μας, χωρίς κάποιες κοινά αποδεκτές αρχές. Ότι, επίσης, όλα εδώ θα λυθούν οριστικά. Είτε είναι ο τρίτος δρόμος για τον σοσιαλισμό, είτε πολιτειακά θέματα, είτε η αντιμετώπιση των σεισμών. Ίσως αυτό να ίσχυε στην Αθήνα του 432 π.Χ. (ίσως), αλλά όχι πια.

β. Επαρχιώτικη εσωστρέφεια και παραισθήσεις μεγαλείου. Είτε αγνοούμε θεαματικά τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος, είτε το περιφρονούμε. Πολλές φορές ξέρουμε καλά τι κάνουν οι άλλοι όμως είμαστε πεπεισμένοι ότι το vécu τους (ναι, φίλοι, η λέξη για το νεορθόδοξο 'βίωμα' είναι κι αυτή μεταφραστικό δάνειο) δεν μπορεί καμμία να έχει σχέση με την νεοελληνική εμπειρία μας. Και από αυτήν την άποψη είμαστε μια ανιστόρητη και προγραμματικά αντιστορική κοινωνία.

γ. Καζουισμός και στρεψοδικία. Ε, πάλι να τα λέω;

Περιμένω να βγει ένας χριστιανός (ή ό,τι άλλο) και να πει: έτσι η απαγόρευση του καπνίσματος στην Ιταλία (βούρδουλας), έτσι στη Γαλλία (δημιουργία από τα μαγαζιά ημιυπαίθριων χώρων καπνιστών στο πεζοδρόμιο), έτσι στην Αμερική (πλήρης απαγόρευση και εξοστρακισμός) -- τι θα προτιμούσατε; Τι θα ήτανε καταλληλότερο στην περίπτωσή μας; Ίσως κάτι άλλο, αλλά με αφετηρία αυτά: τι έχει εφαρμοστεί κτλ. Όχι με αφετηρία "τι είναι ο άνθρωπος; τι θα πει ελευθερία; τι λέει ο Ντεμπόρ για το θέμα; εμένα ο μπάρμπας μου ο Μάντακας κάπνιζε τρία πακέτα σαντέ την ημέρα και πέθανε 96, εμένα ο ξάδερφός μου ο Τζίμης πέθανε στα 42 από καρκίνο του πνεύμονα αλλά τσιγάρο δεν έπινε..."

Καταλαβαίνω ότι οι καταβολές μας είναι φτωχού και περήφανου λαού (η ίδια μου η μητέρα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της διότι ο παππούς θεωρούσε ότι κανείς δε δίνει υποτροφίες τζάμπα, χωρις να θέλει να μαρκαλέψει τα κορίτσια κτλ...), καταλαβαίνω ότι κάποτε η ημιμάθεια, η καζαντζακική θυμοσοφία και η καζαντζίδικη κλάψα ήταν όλα όσα είχαμε αλλά, ε, πέρασε ο καιρός: ούτε ο υλικός μας ούτε ο πνευματικός μας κόσμος έχει καμμιά σχέση με αυτόν του Καπετάν Μιχάλη, της Μαντουμπάλας και της γιαγιάς που γνέθει και κεντάει γρύπες όταν δε βόσκει πρόβατα.

7/1/10

Η βαρύτητα κι οι μουσακάδες



Όπως πολλοί άλλοι, έχω μείνει κόκκαλο με την εκπομπή "Μια νύφη για τον γιο μου". Μητέρες και γιοι ψάχνουν αντάμα για συζύγους που θα είναι νοικοκυρές, περιποιητικές κι υπάκουες, θα ψένουν μουσακάδες και θα κάνουν εγγονάκια.

Για να μη σπεύσει κανείς να πει ότι η απέχθειά μου οφείλεται στα εκφυλοαντανακλαστικά μου, σημειώνω ότι παραμονή Πρωτοχρονιάς ο πατέρας μου, ένας καθ' όλα αξιοπρεπής οικογενειάρχης και σιγανοπαπαδιά που πλέον έχει ψηφίσει τους πάντες πλην ΚΚΕ και ΛΑΟΣ, μας έβγαλε 5λεπτο φιλιππικό εκφράζοντας την απογοήτευσή του, την κατάπληξή του καθώς και την απορία του για το πού βαδίζουμε σαν κοινωνία όταν βγαίνουν τέτοιες εκπομπές και μάλιστα όταν βρίσκονται και παίκτες για να συμμετάσχουν σε αυτές.

Κακώς πέφτει από τα σύννεφα όμως. Το σύνθημα της σχωρεμένης της Μαλβίνας Κάραλη καθώς πολεμούσε τον αρχισατανά (δηλαδή τον καλύτερο μεταπολεμικό πρωθυπουργό της Ελλάδας) Κώστα Σημίτη ήταν "απενοχοποιηθείτε" (συνοδευόμενο από κάποια καμπ προσφώνηση που δε θυμάμαι: "χρυσά μου"; "μωρά μου"; "λατρεμένα μου"; "πουλιά μου"; κάτι τέτοιο). Βεβαίως, η Κάραλη μάλλον ευαγγελιζόταν γενικευμένη απενοχοποίηση: για τους θρησκόληπτους αλλά και για τους άθεους, για τις τεκνατζούδες αλλά και για τις γεροντόφιλες, για τους χοντρούς αλλά και για τους ανορεξικούς, για τους καρεκλάδες αλλά και για τους σκυλοτσιφτετελάδες, για τους φαλακρούς αλλά και για τους αφάνες, για τις αναγνώστριες του Φάις αλλά και της Δημουλίδου, για τους σινεφίλ που προσκυνούν τον Τάκη Κανελλόπουλο αλλά και τους βιντεοφίλ που γουστάρουνε Στηβ Ντούζο. Και ούτω καθεξής.

Η ελληνική κοινωνία πάντως άκουσε τη φωνή της προφήτιδος και συμμορφώθηκε. Ή μάλλον, η προφήτις ψυχανεμίστηκε (μόνο έλλειψη διορατικότητας δε θα μπορούσε να της προσάψει κανείς) το αίτημα της ελληνικής κοινωνίας που ήθελε να απενοχοποιηθεί.

Η ελληνική κοινωνία ήθελε να ακούει και να χορεύει σκυλομαλακίες, ήθελε μαιζονέτες και πολυτελείς μονοκατοικίες και διαμερίσματα στα Βριλήσσια και στην Αγία Παρασκευή, ήθελε να διαβάζει Άρλεκιν εγχώριας παραγωγής κι όχι για τις αϋπνίες του Βιζυηνού, ήθελε να βλέπει βιντεοταινίες κι όχι για τη σιωπή του Θεού. Μεγάλωσα σε μια Ελλάδα που η λέξη "κουλτουριάρης" ήταν (όχι αδικαιολόγητα) βρισιά ενώ, ταυτόχρονα, οτιδήποτε αμφισβητούσε τα θέσμια και τα ιερά καταχωρούνταν αμέσως ως "κουλτουριάρικο": από τους χίπηδες μέχρι το ΚΚΕεσ, από τους ειρηνιστές μέχρι όσους έκαναν πολιτικό γάμο, από τον Νίκο Δήμου της δεκαετίας του '80 μέχρι τον Ηλία Πετρόπουλο, από τον Σιδηρόπουλο μέχρι τις φεμινίστριες, από τον Κουν μέχρι τον παπα-Πιρουνάκη.

Η ιδεολογία των Ελλήνων (ιδεολογία μιας μειοψηφίας ίσως, πλην όμως πανίσχυρη):

α. Είναι ιδεολογία οικογενειοκεντρική και οικογενειοκρατική: η οικογένεια παραμένει υπέρτατη αυθεντία και εξουσία και στον ιδιωτικό βίο και στον δημόσιο βίο και στην πολιτική.

β. Είναι αόριστα και συγκεχυμένα φαλλοκρατική-μιλιταριστική: τους Ιταλούς τους κάνουν άντρες οι πουτάνες (ή τίποτα κορίτσια από όχι πολύ καλές οικογένειες), τους Έλληνες ο στρατός. Είναι και συγκρουσιολάγνα: ρητορικώς όλα είναι όπλα, αγώνας, αίμα, πάλη, μάχη, πόλεμος. Όπως έλεγε κι ένας φίλος: "Με τη βοήθεια του θεού, θα τους γαμήσουμ' όλους", που μας φέρνει στο

γ. Είναι θρησκευτική με τη γιανναρική έννοια -- αν και ο ίδιος, χαμένος στις εξιδανικεύσεις του, βεβαίως διαφωνεί. Στον ιδιωτικό βίο ο Έλληνας χρησιμοποιεί το θείο σαν πλούσιο μακροθειό ή σαν επιδεκτικό λαδώματος υπάλληλο. Πέρα από τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους, επικαλείται κομποσχοίνια, φυλακτά, εικονίτσες, ματόχαντρα. Αν είναι φτωχός, μάγια και μάγισσες. Αν είναι πλούσιος, το ταϊβανέζικο χέρι της Φατίμα που αγόρασε στο σουκ στην Τυνησία, ή κανα καβαλιστικό χαϊμαλί. Στον δημόσιο βίο, η θρησκευτικότητα διαπιστεύει την ελληνικότητα, πράγμα σημαντικό αφού

δ. Για την ελληνική ιδεολογία, ο Άλλος είτε ενσωματώνεται, αφού συμμορφωθεί εξωτερικά (ο βαφτισμένος Εβραίος, ο διακριτικός ομοφυλόφιλος, η θρήσκα πόρνη, ο μαύρος που μιλάει άπταιστα ελληνικά, ο γραικομάνος Σλαβομακεδόνας, ο υπερέλληνας Βλάχος / Αρβανίτης, ο Σουηδός που παίζει σάζι και τάβλι, η Αμερικάνα μάνα που είναι υστερικότερη από την εγχώρια), είτε απορρίπτεται. Η συνύπαρξη μαζί με τον Άλλο είναι πάρα πολύ ζόρικη υπόθεση. Από αυτή την άποψη τα σχεδόν ανύπαρκτα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον αντισημιτισμό είναι μέρος μιας πανοραμικότερης εικόνας μονομανίας, μιας διαρκούς προσπάθειας να επιβληθεί η μονοδιάστατη ταυτότητά της.

Τέλος, η υποκρισία είναι κεντρικό στοιχείο της ελληνικής ιδεολογίας. Ίσως το ισχυρότερο: "κάνε ό,τι θες αλλά μη μας το λες", "μακριά από πάνω μας κι όπου θέλει ας πάει" και -- φυσικά -- όπως είπε ο εθνικός Καραμανλής: "υπάρχουν πράγματα που γίνονται και δε λέγονται και πράγματα που λέγονται και δε γίνονται", ρήση που επίσης συνοψίζει πανέμορφα τη νεώτερη πολιτική μας ιστορία.

Τις τελευταίες δεκαετίες πάψαμε να υποκρινόμαστε ότι δεν είμαστε υποκριτές. Απενοχοποιήσαμε την υποκρισία, όπως και την ημιμάθεια, τη μεμψιμοιρία-ζοχάδα και τον ατομικό και συλλογικό μας τσαμπουκά-λεονταρισμό. Οι ψυχαναλυτές και οι γεροντάδες θα μείνουν το δίχως άλλο άνεργοι σύντομα, αφού ρέπουμε προς τα εκεί που μας τραβάει η βαρύτητα της ελληνικότητας, "φυσικά" και "αβίαστα".

4/1/10

Το δάσος και η πόλη



στη Σώτη Τριανταφύλλου, επί τη ευκαιρία

Όταν σκέφτομαι όμορφη φύση, σκέφτομαι δέντρα. Ούτε βράχια, ούτε ξεραΐλες, ούτε χορτάρι. Ούτε τη θάλασσα. Δέντρα. Τη χαρά που μου δίνει να περπατάω σε μονοπάτι στο δάσος μου την έχει δώσει μόνο η μουσική.

Τα δάση, αντίθετα με τα λιβάδια, τις ερήμους και τις γυμνές πλαγιές, δεν έχει πολύ νόημα να τις κατοπτεύεις από κάποιο ψηλό σημείο σαν ρομαντικός περιηγητής. Πρέπει να είσαι μέσα στο δάσος: το δάσος είναι τρισδιάστατο. Τα δέντρα δημιουργούν χώρο, δίνουν το ουσιώδες ύψος. Παράλληλα, κρύβουν τον ορίζοντα ή την ορεογραμμή. Διαχέουν το φως και θαμπώνουν τους ήχους.

Ανέβηκα τις προάλλες στο Γκάλαξυ στο Χίλτον, όπου το ποτό έχει τιμή μπριζόλας και προδιαγραφές πάρτυ εικοσάρηδων. Έχει όμως τη συγκλονιστικότερη θέα της Αθήνας: οι Βασιλέως Κωνσταντίνου και Βασιλίσσης Σοφίας εξακτινώνονται φωτεινές και ευθείες μπροστά σου, οι απαλές δομημένες λοφογραμμές λαμπυρίζουν με τα φώτα των σαλονιών τους. Ο Λυκαβηττός και η Ακρόπολη συμπληρώνουν το τοπίο χωρίς όμως να δεσπόζουν.

Κι όμως, όπως και τα δάση, τις πόλεις δεν πρέπει να τις κοιτάζεις από ψηλά. Είναι το λάθος σημείο. Μόνον η Πράγα μοιάζει εξίσου όμορφη από πάνω. Η Νέα Υόρκη επιβλητική και θεαματική, αλλά τίποτε άλλο. Πόλεις όπως η Ρώμη, το Λονδίνο, η Βαρκελώνη, το Βερολίνο και το Παρίσι μοιάζουν με την Αθήνα από ψηλά -- πράγμα που μάλλον τις αδικεί.



Οι πόλεις είναι κι αυτές τρισδιάστατες. Πρέπει να τις βλέπεις από μέσα. Και δεν πρέπει να μένεις στις ευθείες και στις καμπύλες των δρόμων τους ή στις προσόψεις. Μόνο στο Παρίσι (και στους παριζιάνους) οι προσόψεις μπορεί να είναι κάποτε πιο συναρπαστικές από το εσωτερικό των κτιρίων. Αλλά, κατά κανόνα, οι πόλεις είναι οι δαιδαλώδεις εσωτερικοί χώροι τους, οι λαβύρινθοι σπιτιών, διαμερισμάτων, αποθηκών, ορόφων, κλιμακοστασίων, διαδρόμων, υπογείων. Χώρια οι εσωτερικές αυλές, οι στέγες, οι ταράτσες, οι χώροι στάσης, οι πλατείες, οι σπιανάδες. Τα παράθυρα, τα μπαλκόνια, οι διαβάτες, οι ζωές, οι λύπες, οι έρωτες, τα παιδιά, οι δυνατότητες, τα ερείπια, οι φωνές...

Και μετά βέβαια είναι το θέμα του πώς βλέπουμε τις πόλεις. Το Αμβούργο δεν είναι καμμιά κουκλίστικη (ή έστω "ανθρώπινη") πόλη. Με εντυπωσίασε όμως με πόση αγάπη την κινηματογραφεί ο Fatih Akın στο Soul Kitchen. Πολλοί από όσους ζούνε στις πόλεις δεν τις αγαπούν. Αυτό μού είναι ακατανόητο. Έχω ξαναπεί ότι η Αθήνα λ.χ. έχει προβλήματα, που συνοψίζονται ενδεχομένως από το "Όμορφη πόλη αλλά παρατημένη" της συμβίας. Αλλά από εκεί (τα σκουπίδια, τον θόρυβο, το πρόβλημα στάθμευσης) μέχρι τα ανοικονόμητα "τέρας", τα αμετροεπή "φρίκη" ή το αστοιχείωτο "τριτοκοσμική" κτλ. υπάρχει τεράστια απόσταση.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην εγγενή πολυπλοκότητα και αντιφατικότητα της μεγαλούπολης. Η Αθήνα είναι μεγαλούπολη. Σε όλες τις μεγαλουπόλεις υπάρχει μαζική στέγαση. Στη μεγαλούπολη έρχεσαι μοιραία αντιμέτωπος με την ποικιλία. Πολλοί αισθάνονται δυσανεξία στην περιορισμένη πολυμορφία που μας επιτρέπει η ανθρώπινη φύση· η μεγάλη πόλη, που την αναδεικνύει αναιδώς και περήφανα, τους φαντάζει χαοτική. Να πάνε στο Λουξεμβούργο ή στη Γενεύη λοιπόν. Είμαι σίγουρος ότι κι εκεί δε θα κολλήσουν, για άλλους λόγους βέβαια.

Μέρος της σύγχυσης και της αθηνοφοβίας οφείλεται στην αδυναμία να δούμε την πόλη στη σωστή κλίμακα και στα σωστά συμφραζόμενα. Είναι σφάλμα να συγκρίνουμε την Αθήνα του 1832 της φτωχής Ελλάδας με το Παρίσι, ή το Λονδίνο, ή τη Βιέννη, πόλεις κέντρα πολυεθνικών αυτοκρατοριών ή πλούσιων χωρών στις οποίες έχουν εισρεύσει αμήθητα πλούτη και -- κυρίως -- που μετράνε ιστορία αιώνων. Είναι κωμικό να ψάχνουμε χάλκινες στέγες στην Αθήνα και ανθισμένα μπαλκόνια στο Αμπερντήν. Είναι αφέλεια να συγκρίνουμε το κέντρο της Ρώμης των παπών με τα Πατήσια, να θαυμάζουμε τις κεντρικές Βρυξέλλες αγνοώντας την αχανή Αχαρνών που κρύβει η βελγική πρωτεύουσα. Και τα λοιπά. Αν θέλουμε να δούμε πώς πάμε, πρέπει να κοιτάξουμε προς τη Λισαβώνα και προς τη νότια Ιταλία, ίσως. Και -- ω φρίκη -- προς τα Βαλκάνια και προς την Ανατολική Ευρώπη επίσης.

Στο μεταξύ, εγώ την αγαπάω αυτήν την πόλη.

3/1/10

Το ατελείωτο μελό της ματοβαμμένης ελληνικότητας

Εδώ και χρόνια συζητάμε με τη συμβία ένα ζήτημα, σχεδόν κοάν το έχουμε καταντήσει: κατά πόσον μπορεί να βλάψει ένα μεγάλο κείμενο μια παραστασή του; Είχαμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα μεγάλα κείμενα επιβιώνουν και ακτινοβολούν ακόμα και μέσα στις επιχώσεις και τα ιζήματα -- τα κατακάθια ντε. Το κείμενο του Οιδίποδα Τυράννου κατάφερε να επιβιώσει και να συνεπάρει ακόμα και μέσα από τη βερσιόν Κιμούλη-Γαληνέα-Νταλάρα (όχι όμως και από αυτήν της Πατεράκη στην Επίδαυρο το 2008). Το μεγαλείο του Αμαρτήματος της μητρός του Βιζυηνού δεν αμαυρώνεται πολύ από την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης με τον Λογοθέτη.

Ξέρουμε επίσης, τουλάχιστον από πέρσι, ότι ένας καλός ηθοποιός μπορεί να σηκώσει μια παράσταση κι ένα μέτριο κείμενο ακόμα και μόνος του. Πέρσι είδαμε τη Νένα Μεντή να βγάζει από έναν μάλλον κουτούτσικο μονόλογο μια πάρα πολύ δυνατή παράσταση χάρη στην ερμηνεία της. Αξιοζήλευτη και κρουστική ερμηνεία στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου μιας πολύ δυνατής και μεγάλης ηθοποιού, που ελέγχει το υλικό της και το αναδεικνύει, όσο επιδέχεται ανάδειξη το υλικό.

Βγήκα πριν δύο ώρες από το Τρίτο Στεφάνι του Φασουλή. Πήγα γιατί πρόκειται για ένα κείμενο αναφοράς, ένα κείμενο κειμενικό και αρκετά λόγιο ώστε να δημιουργεί αρραγή ψευδαίσθηση αληθοφάνειας (στην ας πούμε νατουραλιστική της εκδοχή). Πήγα γιατί έπαιζε η Μεντή. Πήγα γιατί, στο κάτω-κάτω, το Εθνικό Θέατρο είναι. Αν δε σωθεί το κείμενο, θα σώσει η Μεντή. Κάτι θα σιγοντάρει και η κατάσταση ΕΘ. Κάπως έτσι σκέφτηκα.

Η παράσταση διαρκεί τέσσερις ώρες μαζί με το 20λεπτο διάλειμμα. Λίγο αφού αρχίσει αντιλαμβάνομαι ότι βρίσκομαι στη θεατρική κόλαση των ανούσιων παραστάσεων που μικρότερο με έκαναν να σιχαίνομαι τη θεατρική εμπειρία ως υποκατάστατο της κινηματογραφικής. Ακαθοδήγητοι ηθοποιοί, ανοικονόμητη κινησιολογία, ανεξέλεγκτη άρθρωση και εκφορά, ασυνάρτητα ή άκυρα οργανωμένη σκηνογραφία. Ποιότητες, μανιέρες και χαρακτηριστικά τηλεοπτικού σήριαλ: νόμιζα ότι βλέπω κακό Δαλιανίδη ή Αυθαίρετους / Απαράδεκτους / Μήτσους. Αποφάσισα να φύγω στο διάλειμμα.

Ένα θεμελιώδες λάθος της παράστασης είναι ότι εξουδετερώνει την κειμενικότητα του Τρίτου Στεφανιού. Πράγματι, όπως μου είπε κι ένας φίλος στον οποίο τηλεφώνησα στο διάλειμμα (δεν έφυγα) ενώ η συμβία τράβαγε ως Εκάβη στις Τρωάδες τα μαλλιά της, αν απογυμνώσεις το Τρίτο Στεφάνι από την κειμενικότητα και την "κειμενική πολιτική" του, έχεις απλώς κάτι νοικοκυρές να κουτσομπολεύουνε πάνω από μια σκάφη. Έχεις "κάπως ξεπεσμένες αστές να συμπεριφέρονται σαν πλύστρες", όπως είχε επισημάνει σε ένα γραπτό της η συμβία. Η πλοκή που ξετυλίγεται μπροστά στα κουρασμένα μάτια του κοινού είναι κάτι μεταξύ Βούρτση-Ξανθόπουλου και κακοβαλμένων Παπαθανασίου-Ρέππα.

Βλέπουμε λοιπόν μπροστά στα μάτια μας, ελέω διασκευής και σκηνοθεσίας των Νιάρχου και Φασουλή, το Τρίτο Στεφάνι να μετατρέπεται στο ανιαρό μελό της ελληνικότητας, στην μπασταρδέ ιστορικότητα της νεοελληνικής ηθογραφίας, στον όλο τσιρίδα, μισόλογα και φασκελώματα κόσμο της ελληνικής οικογένειας, στο κουραστικό τηλεοπτικό καμπ ενός κόσμου όπου οι πόρνες συμπεριφέρονται σαν τραβεστί, οι στρέιτ σαν κουρασμένα γερόντια ή πεντάρχιδες μάτσο τορπίλες βαρβατίλας, οι νοικοκυρές σαν ξεφωνημένες αδερφές που μουτζοκλαίνε τη μοίρα τους τη μαύρη -- και ούτω καθεξής.

Ο ηθογραφικός ιστορικισμός της παράστασης βρίσκεται λοιπόν στον αντίποδα προσεγγίσεων όπως αυτή στα Κόκκινα Φανάρια ή κι αυτή στη Στρέλλα.

Μόλις βγήκε η Μεντή-Εκάβη, το πράγμα έφτιαξε, τουλάχιστον ως θέαμα: ενδεχομένως ερήμην της σκηνοθεσίας, ιδανικότερη Εκάβη δε θα μπορούσε να υπάρξει επί σκηνής. Έχω διαβάσει το βιβλίο τρεις φορές και απολάμβανα τώρα τη μεγάλη ηθοποιό να ζωντανεύει έναν από τους πιο σύνθετους χαρακτήρες της νεοελληνικής πεζογραφίας, και μάλιστα μέσα σε ένα εν πολλοίς κενό δραματικό χώρο γύρω της -- χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Κομνηνού και η Τρύπη δεν έβαλαν τα δυνατά τους, αν και μάλλον χαμένες μέσα στη γενικευμένα ισχνή σκηνοθεσία.

Στο δεύτερο μέρος όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Πρώτα-πρώτα, πεθαίνει κάποια στιγμή η Εκάβη. Δεύτερον, η ατσούμπαλη κινησιολογία, τα κραυγαλέα ευρήματα, η όλο λακκούβες άρθρωση και εκφορά, και η πλέον αθλιούτσικη σκηνογραφία συμπληρώνονται από ανακοινωθέντα και προβολές ντοκουμέντων-ζουρνάλ που δίνουν το ιστορικό στίγμα. Χαρακτήρες πάνε κι έρχονται, για λόγους δραματικά ανεξιχνίαστους: Πέτρος, Ειρήνη, κάποιος Άγγλος που δε βλέπουμε, ένας Γερμανός στρατιώτης, μια φράου. Και μετά έρχονται δύο χονδροειδή ευρήματα που απλούστατα καταβαραθρώνουν την παράσταση.

Πρώτον, από ένα μεταπολεμικό σημείο και μετά όλα γίνονται γιορτή. Το θέαμα μετατρέπεται σε ένα προχω-ρετρό μιούζικαλ τύπου 'Δέκα Χρόνια Μέγκα', πλαισιωμένο με ποτ-πουρί επιτυχιών της δεκαετίας του '40 (κι έκτακτη εμφάνιση των Πουπίνι Σίστερς -- αστειεύομαι, χα χα). Κάποιοι ηθοποιοί τραγουδούν, κάποιοι ατυχέστεροι σέρνονται μεταμοντέρνα στο σανίδι και σπαρταρούν σαν να τους έβαλε ο Παπαϊωάννου να κάνουν τον γυμνοσάλιαγκα ή το λαβράκι στη στεριά.

Δεύτερον, λίγο πριν το τέλος εισάγεται εξοβελιστέα και πλεοναστικά (πια) ένα στοιχείο της κειμενικότητας που διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα: η Νίνα (alter ego του Κ. Ταχτσή) μιλάει για τη συγγραφή με τον Άκη-Ταχτσή, αφού ο ίδιος της βάλει λόγια στο στόμα της. Σχεδόν αναθαρρείς που βλέπεις τον ήρωα (τη Νίνα) να ξεκινάει να αναμετρηθεί με τον δημιουργό-αφηγητή αλλά και συνήρωά του (τον Άκη-Ταχτσή). Η Νίνα αντιλαμβάνεται ότι ο Άκης-Ταχτσής θα την κατασκευάσει όπως θέλει, αφού όμως ήδη έχει κλεισμένη την ίδια και όλον τον κόσμο της μέσα στο σημειωματάριό του.

Ακολουθεί η τελευταία σκηνή του έργου και η πλήρης άλωσή του. Παραμένοντας στην πολύ αργά ανακαλυφθείσα κειμενική διάσταση του έργου, οι χαρακτήρες του περικυκλώνουν τον Άκη-Ταχτσή που κάθεται μπροστά στη γραφομηχανή. Κι εκεί του ζητούν να πει όσα δεν είπε στο μυθιστόρημα είτε επισημαίνουν τι δεν είπε γι' αυτούς στο μυθιστόρημα. Και μετά προστίθεται και ο σκανδαλοθηρικός βιογραφισμός τύπου Βασίλη Καββαθά στις πολλές αμαρτίες της παράστασης, με τη Νίνα (ή την Εκάβη -- δε θυμάμαι, ήδη μπινελίκωνα και βλαστημούσα ήσυχα) να βάφει τον Άκη-Ταχτσή και να τον ντύνει τραβεστί με μια ρόμπα. Και σαν να μην έφτανε αυτός ο εξευτελισμός έργου, συγγραφέα και παράστασης, ο Άκης-συγγραφέας και οι χαρακτήρες του πασαλείβουν τα χέρια τους με μπόλικο ρουζ και τείνουν τα χέρια ανοιχτά προς το κοινό. Κι έτσι μαθαίνουν και οι νεώτεροι ποιο το ματωμένο τέλος του παρενδυτικού Άκη-Ταχτσή, και, γενικότερα, της ελληνικής ιστορίας.

31/12/09

Δύο στα δύο

Κατάφερα να δω και τις δύο πολυσυζητημένες ελληνικές ταινίες, τη Στρέλλα και τον Κυνόδοντα. Αν δεν τις έχετε δει, σταματήστε να διαβάζετε και πηγαίνετε να τις δείτε.

Γενικά δε μου αρέσει ο ελληνικός κινηματογράφος από σεναριακής και θεματολογικής άποψης. Νομίζω ότι έχω ξαναγράψει για το θέμα, αλλά αντί να ψάχνω τον σύνδεσμο, μπορείτε να τον βρείτε εσείς στο νέο μπλογκ που περιλαμβάνει (σχεδόν) όλα όσα έχω γράψει κι ό,τι θα γράφω στο εξής. Ωστόσο, πρόσφατα έχουν εμφανιστεί ελληνικές ταινίες (να θυμηθώ πολύ πρόχειρα την Ιστορία 52) που είναι πολύ διαφορετικές: χωρίς ποιητισμούς, χωρίς τάχα μου γκονταρικούς διαλόγους, χωρίς σχηματικά "συμβολικά" σενάρια που τα τραβάει η διακειμενικότητα στον πάτο, χωρίς αφέλειες κτλ.

Ο Κυνόδοντας δεν είναι καθόλου ευχάριστη ταινία. Είναι βεβαίως άψογα γυρισμένη και πάρα πολύ δυνατή. Μάλιστα είναι τόσο δυνατή, που σε βαράει στο κεφάλι διακριτικά αλλά πάρα πολύ σφοδρά.

Λειτουργεί σε τρία τουλάχιστον επίπεδα.

Πρώτα-πρώτα είναι μια ακραία αλλά λεπτομερής και πολύ αποτελεσματική σάτιρα της (ελληνικής) οικογένειας, τουλάχιστον όπως τη γνώρισε η γενιά μας. Πόσοι από εμάς δε φαντάστηκαν ή δε φοβήθηκαν ότι οι γονείς μας θα ήθελαν κατά βάθος να μας απομονώσουν εντελώς από τον έξω κόσμο και τις κακές επιρροές: τη σατανική τηλεόραση, τις καφετέριες κι όλα τα άλλα που βλέπαμε σε αριστουργήματα όπως τα Τσακάλια ότι ρίχνουνε τη νεολαία στον βούρκο.

Δεύτερον, η ταινία αποτελεί ένα ενδιαφέρον πείραμα σκέψης σχετικά με τα όρια του κοινωνικού μπιχεβιορισμού: μπορείς να διαμορφώσεις τη συμπεριφορά του ανθρώπου κατά βούληση ελέγχοντας τα ερεθίσματα που δέχεται; Γίνεται να παρακάμψεις ή να ανασκευάσεις την ανθρώπινη φύση ώστε τελικά να πείσεις για την επικινδυνότητα της γάτας ή να αποσβέσεις το ταμπού της αιμομιξίας; Είναι εφικτό να πείσεις ανθρώπινα όντα ότι "πληκτρολόγιο" σημαίνει μουνί; (αν κι εντάξει, σχετικά με αυτό το τελευταίο, σε μπλογκάδες απευθύνομαι)

Τρίτον, ο Κυνόδοντας είναι η ουσιαστικότερη, αν και αλληγορική, κριτική της κλειστής κοινωνίας: απομόνωση, αυτάρκεια, προπαγάνδα, ψέμα, παραπληροφόρηση, περιχαράκωση και δαιμονοποίηση του "έξω κόσμου", τρομολαγνία, έμφαση και πρωτείο στην κοινότητα-οικογένεια, πλήξη, βία, εκπόρνευση και -- σε πολλά επίπεδα -- αιμομιξία. Η κατάσταση στο απομονωμένο σπίτι θυμίζει ιστορίες από ορεινές κοινότητες της Ευρώπης αλλά κι από ολόκληρες κοινωνίες (Βουλγαρία, Ανατολική Γερμανία, Βόρεια Κορέα κτλ.).

Με το να επιτίθεται μετωπικά και σαδιστικώς ανελέητα στην οικογένεια, στην (μπιχεβιοριστική) Παιδεία και στα αντανακλαστικά της (ενίοτε θεόκλειστης) κοινωνίας μας, ο Κυνόδοντας ήδη πρωτοπορεί. Το γράμμα το πάει ακόμα παραπέρα η ταινία με την τεχνική και αισθητική της ματιά και το ολοκληρωμένο όραμά της.

Η ενδιαφέρουσα συγκυρία βρίσκεται στο ότι η άγρια σκυλίσια κριτική του Κυνόδοντα συνυπάρχει με τη μη-τραγική κατάληξη της Στρέλλας. Η Στρέλλα πρωτοπορεί με την απουσία ενοχής και τιμωρίας για ανομολόγητα πράματα και (σε ένα επίπεδο κάπως πιο προφανές) στο ότι είναι η πρώτη (ή η δεύτερη) ελληνική ταινία στην οποία οι τραβεστί δεν είναι θλιβερά κουρέλια, τραγικά ερείπια, τελειωμένα τζάνκι που σφάζονται ή που τα πυροβολεί κάποιος μουστακαλής λαϊκός πασοκόμορφος τύπος. Τα υπόλοιπα για τη Στρέλλα θα τα διαβάσετε εδώ.

Αν η Στρέλλα εξετάζει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας, ο Κυνόδοντας μας πάει πέρα από αυτήν για να φωτίσει κάποια από τα στρεβλά συλλογικά οράματά μας. Και οι δυο ταινίες, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, κάνουν πολύ ενδιαφέρον και πολύ δύσκολο σινεμά -- μέσα σε έναν πραγματικό κόσμο τυράννων αιμομικτών πατεράδων, σαν εκείνους τους αυστριακούς.

18/12/09

Η δεκαετία σε εικόνες

Εδώ. Κυρίως εγκλήματα, ολίγη επιστήμη και κανα-δυο αναπόφευκτες καταστροφές.

16/12/09

Σκάβοντας στη λάσπη



Με το που βγηκαμε στο μπαλκόνι, ο Ρακάσα με ρώτησε "Πού τον έχεις κρύψει τον πρόεδρο, ρε μαλάκα; λέγε".

Το σκηνικό της τυμβωρυχίας: βροχή, αστραπές, βοριάς και σκοτάδι. Έριχνε καρέκλες εκείνο το βράδυ. Κάποιοι μ' έναν εκσκαφέα ανοίγουν τον τάφο. Φαντάζομαι Ρένφιλντ και Τρανσυλβανία αλλά αναρωτιέμαι ποιος και γιατί, αγνοώντας τα τσίρκα δηλώσεων γύρω από το θέμα.

Οπωσδήποτε έχουμε όλοι μας μια πολύ επιφανειακή εικόνα του κόσμου γύρω μας: Κύπρος είναι και κάποιοι που βεβηλώνουν με σχέδιο τον τάφο ενός πρώην προέδρου (όπως είναι και όσοι οικογενειάρχες, Έλληνες και Τούρκοι, σφάξαν ανέμελα και απερίσκεπτα γείτονες και γνωστούς το '63-'64 και το '74). Αυστρία είναι και οι κύριοι παιδεραστές και κατά συρροήν αιμομίκτες. Ιταλία είναι και ο ρατσισμός και η νοσταλγία του φασισμού. Σκανδιναβία είναι και οι σκίνχεντ. Βρετανία είναι και η έλλειψη οικογένειας τοξικά συνδυασμένη με τη βροντερή απουσία κοινωνικού κράτους (με αποτελέσματα όπως το υψηλότερο ποσοστό εφηβικών εγκυμοσυνών στον ανεπτυγμένο κόσμο). Ελλάδα είναι και οι ανελέητοι ξυλοδαρμοί συζύγων, ο ομαδικός βιασμός της Βουλγάρας μαθήτριας στη Μαλεσίνα (τι έγινε μ' αυτό;), ο Άλεξ που εξαφανίστηκε ενώ όλη η τοπική κοινωνία κοιτούσε κάπου αλλού.

Η φρίκη και η αγριότητα υπάρχουν παντού. Όχι μόνο στη Μέση Ανατολή και στην υποσαχάρια Αφρική. Βρίσκεται και κάτω από τις αφίσσες που διαφημίζουν παραδόσεις, πολιτισμούς, κληρονομιές, χαρούμενες οικογένειες. Απλώς καμμιά φορά δυσκολεύεσαι να καταλάβεις.

6/12/09

Sic et non, ξανά



The saints are coming

Νομίζω ότι στο μέλλον αυτό το βίντεο κλιπ θα αποκτήσει διαστάσεις εμβληματικές. Δε νομίζω ότι κανένας από τη γενιά μας θα ξεχάσει ποτέ αυτό που έπαθε στο 1:39, όπου -- ενώ νόμιζε ότι έβλεπε ακόμα ένα στάνταρ βίντεο του Ιρλανδού Νταλάρα και της παρέας του -- αντικρύζει τον αμερικανικό στρατό να σώζει τους πλημμυροπαθείς, έστω και ως οπτικό εφέ. Ναι, λαϊκίστικο, ναι κλισεδιάρικο όσο δε σηκώνει: το αντίστοιχο της χίπισσας του '60 που χώνει το λέλουδο στην κάννη του πάνοπλου εθνοφρουρού. Αντίστοιχα δυνατό και συνοπτικό λοιπόν: το συγκεκριμένο βίντεο συμπύκνωσε όλα όσα ξέραμε και νιώθαμε για τον κόσμο του 21ου αιώνα, πιστεύω δε ότι έστειλε πολλά αμερικανάκια (που προσκυνάνε τους Green Day) να πάνε να ψηφίσουν Ομπάμα.

Αλλά ας στραφούμε στο ίδιο το τραγούδι. Το άκουγα μέσα από τα ακουστικά μου προχτές και σκεφτόμουν για άλλη μια φορά τους αφανείς ήρωες της ποπ μουσικής: τους παραγωγούς. Από τον Spector μέχρι τον Tony Visconti και τον Brian Eno που πήρανε τα ρετάλια του Bowie κι έφτιαξαν το μνημειώδες Low, από τον πολυμήχανο Quincy Jones που με το Thriller μετέτρεψε τον Michael Jackson από Shirley Temple σε υπερστάρ, μέχρι τον τύπο που έκανε την παραγωγή στο ντεμπούτο των φάλτσων κι άτσαλων Stone Roses και το κατέστησε μνημείο της ίντυ μουσικής, μέχρι τον τύπο που πήρε ένα τραγουδάκι μαθητικής μπάντας της σειράς (το The saints are coming) και, συν τοις άλλοις, παίζοντας με τις ρυθμικές κιθάρες και φέρνοντάς τις μπροστά στο κατάλληλο σημείο, το έκανε φυτίλι του θυμικού και anthem, που λένε.

Είναι εύκολο να περιφρονήσεις τους παραγωγούς. Αλλά η αξία τους φαίνεται σε κάθε λάιβ.

Τα λάιβ και τα στούντιο

Μάζεψα κάποια κείμενα για τον περσινό Δεκέμβρη εδώ. Σήμερα θα προσέθετα το κείμενο του old boy και του Διόδωρου. Δεν έχω να προσθέσω πολλά, μόνον ότι πολλοί νοσταλγούμε την αυθόρμητη πανελλαδική έκρηξη της νεολαίας, την εξέγερση. Αλλά αυτή είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας αναπολώντας αυτή τη μία στιγμή όταν μας έκατσε κάτι, εν προκειμένω μια αγνή και συλλογική διαμαρτυρία σε κωμοπόλεις τύπου Χανιά και Καλαμπάκα αλλά και στις Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Αλλά ας σοβαρευτώ. Όπως οι σταλινικοί καπέλωσαν τους αγωνιστές και τελικά ξεπούλησαν τον αγώνα της ελεύθερης Βαρκελώνης το 1938 στον Ισπανικό Εμφύλιο, έτσι και οι καθ' έξιν βιαιοπραγούντες καπέλωσαν τον Δεκέμβρη και τελικά ξεπούλησαν τον όποιο αγώνα του.



Τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, κουβέντες, κουβέντες. Αλλά έτσι είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας συζητώντας το, κουβεντιάζοντάς το, επανερμηνεύοντάς το, τραβώντας λεπτές τομές μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, μεταξύ αγώνα και χαβαλέ, μεταξύ σύνεσης και προδοσίας, μεταξύ λ.χ. έρωτα και καύλας. Κατά βάθος παραμένουμε βαθιά συντηρητικός λαός, κυρίες, κύριοι και αγαπημένα μου παιδιά.