08/02/2010
Οδός Νικηφόρου
View Larger Map
[Αθήνα, 7 Φεβρουαρίου 2010. Του ανταποκριτή μας] Στο αυτοκίνητο, περίπου μία το βράδυ. Κοντά στην Ομόνοια. Γυρίζω σπίτι. Τέσσερις-πέντε στροφές και βγαίνω Αλεξάνδρας. Μόλις διέσχισα την Αγησιλάου. Στο τέλος της, νέα παιδιά εξακολουθούν να περιμένουν τον πελάτη. Ψιλόβροχο. Οδός Νικηφόρου. Σταμάτησα. Κάτι ψάχνω δεξιά μου, προς το λεβιέ ταχυτήτων. Αναπτήρα μάλλον. Ανοίγει η πόρτα του οδηγού. "Μπούγκα, μπούγκα Σύνταγκμα;". Γυρίζω και βάζω φωνή τρομαγμένος. Ένας νέος. Σχεδόν την ίδια στιγμή ανοίγει η πίσω πόρτα δεξιά. Αυτός δεν μιλάει, ψάχνει το κάθισμα. Φωνάζω πιο δυνατά, χωρίς νόημα: "Ε", "ου", "α", "ρε". Έχω χεστεί. Προσπαθώ μάταια να βρω το κουμπί που κλειδώνει όλες μαζί τις πόρτες του αυτοκινήτου. Για να κλειδώσουν πρέπει να είναι κλειστές. Ο πίσω βουτάει απ το κάθισμα μια άδεια σακούλα. Κοιτάζονται, φεύγουν σχεδόν τρέχοντας. Όχι δεν τρέχουν, σχεδόν τρέχοντας. Κλείνω όπως-όπως τις πόρτες και προσπαθώ να βρω το γκάζι. Ξεκινάω ενώ τους βλέπω να έρχονται ξανά προς το μέρος μου. Κραδαίνει τη σακούλα. Νομίζω ότι την πέταξε προς τ’ αυτοκίνητο. Εξαφανίζομαι. Κι οι δυο νέοι. Στο σκοτάδι μου φάνηκαν σκουρόχρωμοι. "Ευτυχώς δεν μου πήραν την ομπρέλα" και οι σφυγμοί έχουν πιάσει διακόσια. Μου έμεινε ο φόβος. Νωρίτερα άκουσα για μια μουσικό. Πήγαινε στο Μπενάκειο. Με το αυτοκίνητο κι αυτή. Δύο της την έπεσαν. "Πακιστανοί" λέει. Ο ένας τραβούσε τη θήκη, με το όμποε μέσα, ο άλλος την τσάντα της. Δεν κατάφεραν να πάρουν κάτι. Σήμερα κοίταξα με μισό μάτι, άθελά μου, τον Αλβανό που ήρθε να καθαρίσει την πολυκατοικία. "Καλή σας μέρα, καλή βδομάδα" μου χαμογέλασε ευγενέστατα. Τους επαγγελματίες δεν τους φοβάμαι, τους ερασιτέχνες τρέμω. Και καταλαβαίνω ότι χωρίς γενικευμένη αδικία αυτό το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί.
06/02/2010
ΜΠΕΡΕΚΕΤΗΣ ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗι
Αγαπητέ μου Κουκ, θεώρησα ότι στα σχόλια του προηγούμενού μου ποστ ΚΟΣΜΙΚΟΝ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ, (το οποίον δεν ήτο παρά ένας αποχαιρετισμός, με τον τρόπο μου, στον Κώστα Αξελό), δημιούργησα ένα σύνολον έμμεσων ερωτημάτων στα οποία επειδή δεν τσίμπησες, οπότε και με υποχρεώνεις να γράψω τα παρακάτω, τα και με τα της όλης παρουσίας του Πατριάρχου εις την προχθεσινήν συναυλίαν σχετιζόμενα:
Είναι η εκκλησιαστική μας μουσική, η λεγόμενη βυζαντινή, είδος στάσιμον ή ως τέχνη επιζητά την κατάστασιν της στασιμότητος; Και ποία η διαφορά μεταξύ είδους και καταστάσεως, και ποία η γωνία ή μάλλον η απόστασις κατά την οποία μία μουσική θεωρείται εξελισσομένη;
Εάν θεωρήσουμε ως κριτήρια την σημειογραφία και την μορφολογία της μουσικής, η εκκλησιαστική μας μουσική έχει γνωρίσει τα εξής ευρέα στάδια εξέλιξης, ή περιόδους.
1) Έως τον 5ο αιώνα μ.Χ., την πρώτη περίοδο της «εκφωνητικής γραφής» όπου στοιχειώδη μουσική σημειογραφία, αποτελούν τα με ερυθράν μελάνη σημεία των τόνων στα ευαγγελιστάρια, τα οποία εμπεριέχουν στοιχειωδώς συμβολισμό μελωδικής πορείας επί το οξύ και επί το βαρύ: Η οξεία επιζητά αναζήτηση ψηλών φθόγγων, η βαρεία χαμηλών, η περισπωμένη περισπά το μέλος, το κυματίζει, όπως άλλωστε γίνεται και στην ομιλία, σύμφωνα με τα κατάλοιπα της αρχαίας προσωδίας. Η πρώτη αυτή σημειογραφία, εντελώς διαφορετική από την αρχαιοελληνική, έδινε στοιχειωδώς ένα ίχνος να ακολουθήσει ο εμμελώς αναγιγνώσκων το ευαγγέλιο, τύπο ανάγνωσης που μάλλον σώζει η παράδοσή μας ως τις μέρες μας. Την εποχή αυτή, παράλληλα με την εμμελή εκφορά των ευαγγελίων καλλιεργείται το είδος της υμνογραφίας – μονοστροφικά μελοποιημένα ποιήματα.
2) Τους μονοστροφικούς ύμνους, διαδέχεται σταδιακά ένα νέο ποιητικό-μουσικό είδος, το κοντάκιον, ένα είδος πολυστροφικής ποίησης, που πρωτοκαλλιεργείται στην Συρία – πατέρας του ο Ιωσήφ ο υμνογράφος και δοξαστής του ο Ρωμανός ο Μελωδός. Από τον 6ο αιώνα και μετά η εκφωνητική σημειογραφία εμπλουτίζεται σταδιακά με όλο και περισσότερα σημάδια και οδηγείται στην λεγόμενη «νευματική» η οποία σταδιακά διαμορφώνεται στους χρόνους του Δαμασκηνού (676-749) στην λεγόμενη…
3) «Παρασημαντική», η οποία ως όρος που σημαίνει την εκκλησιαστική μας σημειογραφία διατηρείται έως και σήμερα. Η παρασημαντική της εποχής του Δαμασκηνού, συμπίπτει και με την καθιέρωση της οκτωηχίας, την ταξινόμησης των διαφόρων κλιμάκων (συστημάτων καλύτερα) της εκκλησιαστικής μας μουσικής, σε οκτώ ομάδες που ονομάστηκαν Οκτώηχος. Παράλληλα, γεννιέται ένα νέο είδος πολυστροφικής ποίησης, συνθετότερο του κοντακίου, ο κανόνας.
4) Η παρασημαντική του Δαμασκηνού, εμπλουτίζεται σταδιακά μέχρι την εποχή του Ιωάννη Κουκουζέλη (12ος αι.). Ο Κουκουζέλης παγιώνει το εμπλουτισμένο αυτό σύστημα, καθώς και ένα θεωρητικό σύστημα δικής του ταξινόμησης των ήχων. Επίσης, οδηγεί στην ακμή ένα μουσικό καθαρά είδος το οποίο ονομάζεται αναγραμματισμός – ένα είδος εκτεταμένης μουσικής φόρμας μέσω αναδιάταξης και επανάληψης συλλαβών και λέξεων ενός ποιητικού κειμένου.
5) Μέχρι την άλωση, και για αρκετούς αιώνες μετά η σημειογραφία του Κουκουζέλη παραμένει εν χρήσει, ενώ μορφολογικά δεν παρουσιάζονται εξελίξεις. Ο 17ος και ακολούθως ο 18ος αι. αναθρέφουν μια νέα τάση σημειογραφίας που θα την ονομάζαμε «εξηγητική». Όλες οι προηγούμενες σημειογραφίες είχαν χαρακτηριστικά στενογραφίας, ένα σημάδι δηλαδή, μπορούσε να συμβολίζει ολόκληρη μελωδική γραμμή. Οι εξηγητικές σημειογραφίες που αναπτύχθηκαν, είχαν στόχο να απλοποιήσουν την γραφή, αναπτύσσοντας όλο και περισσότερο μονοσήμαντες αντιστοιχίες. Αυτό δεν γίνεται ερήμην υφολογικών και μορφολογικών επιδιώξεων. Αναπτύσσεται το νέο είδος των «Καλοφωνικών ειρμών», φόρμες εκτενείς μεν, αλλά μικρότερες των αναγραμματισμών, που βασίζονται στην ίδια ιδέα του ανασυλλαβισμού και της αναδόμησης ενός ποιητικού κειμένου, πάντα με εργαλείο την μελοποίηση, ωστόσο σε αυτούς εμφανίζονται μορφολογικά χαρακτηριστικά οργανικής μουσικής, περιοδικότητα, ανάπτυξη μέσω της χρήσης μοτίβων κλπ, που χωρίς τις νέες σημειογραφικές κατακτήσεις δεν θα μπορούσαν να καταγραφούν. Μορφές αυτής της περιόδου ο Μπαλάσιος, ο Πετρος Μπερεκέτης και ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, καθένας με την δική του συνεισφορά στην «εξηγητική» εξέλιξη της σημειογραφίας.
6) Φτάνουμε στα επαναστατικά χρόνια και την καθιέρωση από τους Τρεις Διδασκάλους (Χρύσανθο, Χουρμούζιο, Γρηγόριο) της νέας εκκλησιαστικής σημειογραφίας που ουσιαστικά είναι μια ολοκλήρωση της «εξηγητικής» προσπάθειας των προηγούμενων αιώνων. Η σαφήνεια της σημειογραφίας αυτής, επιτρέπει παράλληλα την ανάπτυξη ενός «σύγχρονου» για την εποχή ύφους, που περισσότερο από κάθε άλλη εποχή φλερτάρει με τις οργανικές φόρμες, αλλά και με το ύφος του μακάμ. Η σημειογραφία αυτή, επικρατεί έως τις μέρες μας, επισήμως. Αξίζει να σημειωθεί, στον αιώνα που μόλις πέρασε, η προσπάθεια του Σίμωνα Καρά να την εμπλουτίσει σε μια προσπάθεια να «ενώσει» όλες τις εποχές της, είτε με νέα είτε και με παλαιότερα σύμβολα, ωστόσο, η προσπάθειά του αυτή δεν αγκαλιάστηκε ούτε από όλους τους θεράποντες της εκκλησιαστικής μουσικής, ούτε από τους εκδότες. Μορφολογικά, δεν έχουμε νέα είδη, υφολογικά πολλοί πρωτοψάλτες και πολλές σχολές, μέσω της νέας αυτής σημειογραφίας ακολούθησαν αισθητικές επιλογές, είτε προς το παρελθόν, είτε προς τη μουσική του μακάμ, είτε προς το δυτικό πνεύμα.
Είναι βέβαιο, ότι αν κάποιος ακούσει ένα πρωτοχριστιανικό ύμνο, έναν ύμνο του 10ου αιώνα από τις διεισδυτικότατες μεταγραφές του Γιάννη Αρβανίτη, έναν αναγραμματισμό του Ιωάννη Κουκουζέλη, ένα καλοφωνικό ειρμό του Πέτρου Μπερεκέτη και ένα Πολυέλαιο του Θεόδωρου Φωκαέα, θα αναγνωρίσει μεταξύ τους τις διαφορές ύφους που ακολουθούν τον χρόνο. Έθεσα βέβαια, τελεία, αν και θα έπρεπε να θέσω ερωτηματικό. Η εκκλησιαστική μας παράδοση, επιθυμεί, να πω, αντιλαμβάνεται, να πω, επιβάλλει (;) την κατάργηση του χρόνου. Η άγνοια των περισσοτέρων από μας για τις περιόδους και τους δημιουργούς της εκκλησιαστικής μας μουσικής, και μια ως επί το πλείστον ισοπεδωτική ερμηνευτική στάση των περισσότερων ψαλτών και χορωδιών, καταργεί τις διαφορές μεταξύ των εποχών και των περιόδων. Η προσπάθεια του Λυκούργου Αγγελόπουλου και της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας, να καταδείξουν αυτές τις διαφορές, μέσα από συναυλίες, και μέσα στην λειτουργική πράξη, πέφτει στο κενό τις περισσότερες φορές. Και αυτό επειδή μικρό μέρος του κοινού ενδιαφέρεται να υποψιαστεί την πάλη της εκκλησιαστικής αντίληψης για τον χρόνο με τον κοσμικό χρόνο.
Όχι, το Βυζάντιό μας, μπορεί να το απωλέσαμε, αλλά το έχουμε μαρμαρώσει μαζί με τον τελευταίο μαρμαρωμένο του βασιλιά. Κι αν παίζοντας, τα «στρατιωτάκια ακούνητα κι αγέλαστα», επ’ ολίγον μαρμαρώναμε και μετά ξεμαρμαρώναμε, καθότι το είδος μας είναι ζωντανόν και η ευρυτέρα κατάστασίς μας ήτο ζωντανά παιδάκια που παίζουν, ενώ η ειδικοτέρα κατάστασις κατά το παιχνίδι ήτο το μαρμάρωμα και το ξεμαρμάρωμα, το Βυζάντιόν μας, μας το έχουν διδάξει ως είδος μαρμάρου και μάλιστα τόσον «μαρμαρώδες» που και πριν ιδρυθεί αλλά και εις τους αιώνας των αιώνων στέκει … μάρμαρο. Κι αν, όπως θέλουν το οι διηγήσεις, το τελευταίο που ακούστηκε μες στην Άγια Σοφιά χερουβικό να κόβεται στη μέση από τον ήχο της οπλής του αλόγου του Πορθητή, 40 χρόνια τώρα, πάμπολλες φορές το έχω ακούσει να διακόπτεται από την σπουδή του ιερέως που αναζητά περίσσευμα χρόνου για να κάνει το κυριακάτικο κήρυγμα (στην καλυτέρα των περιπτώσεων). Ο κόπος των μεγάλων μαϊστόρων και δασκάλων, δεν θεωρείται περιούσιος, αλλά περιουσία. Διαχειρίζονται τα έργα των, ως περιουσιακόν στοιχείον, το οποίον το επισπεύδουν, το τεμαχίζουν, το συρρικνώνουν, αναλόγως του πώς θέλουν να διαχειριστούν τον χρόνο των ακολουθιών. Και μες στις εκκλησιές που εκείνοι ορίζουν άντε να το ανεχθούμε για τους όποιους λόγους να γίνεται. Όμως το καταδιώκουν και στους συναυλιακούς χώρους, διότι κατά το έθος, αν είναι μεγαλόσχημοι, πρέπει να προσφωνηθούν, για να μην αφήσουμε το ενδεχόμενο να θέλουν να κάνουν και το κηρυγματάκι τους.
Ωραίοι πίνακες σε άσχημες κορνίζες και αίθουσες κακοφωτισμένες να μην φαίνεται η σκόνη. Αν δε, ως φαρσοκωμωδία, αυτήν την αντίληψη την φορέσουμε στην δυτική όπως συνηθίζεται οι εκκλησιαστικοί μας να λένε την μουσική των προγόνων και των επιγόνων του Μπετόβεν, θα πάρουμε την αίσθησιν και των γωνιών θέασης και των αποστάσεων.
05/02/2010
Η σκιά του όνου
Ζαλωμένοι επιστρέφουμε σπίτι και μπροστά μας, με τον αγενή τρόπο των εκτοστοπουκαιχρονουτιστών, μιά νεαρή εξηγεί σκληρίζοντας στο κινητό της "είμαι στη γωνία Λουιβιτόνου". Εννοούσε το συνήθως έρημο αλλα παραδόξως ακμάζον κατάστημα της Vuitton στην πυρίκαυστο του 1890. Οπότε εμένα μου έφυγε η απορία πούθε έβρισκαν οι Κερκυραίοι την επίκληση "του αγίου Σπυριδώνου", και αντάμα, μετα του θηλυκού μου Φαραώνου, πιάσαμε τα λιμερίτσα*, εις ήχον πλαγιον "στην απά στην απά στην απάνω γειτονίτσα"
Του αγί του αγί του αγίου Σπυριδώνου/ του αγίου Σπυριδώνου
στη γωνί στη γωνί στην γωνία Λουιβιτόνου/στη γωνιά Λουιβιτόνου**
σ άγαπώ γιά σένα λυώνου
σ΄αγαπώ γιά σένα λυώνου
κι είμαι ένοχος του φόνου!
(*)"Λιμερίτσα" ήναι νεολογισμός ίνα ταιριάξει η ρίμα με την "γειτονίτσα".
(**) Το "Λουί" θεωρηθήτω μονοσύλλαβο, όπως εκφέρουν το ουί κατσιάου οι βλάχοι.
Ο τίτλος περιέχει το "όνου" γιά να συμπληρωθεί το ρηθέν υπό αταλάντου ρημάδη ριμαριστή"άν σε πιάσει η ρίμα, λίγο απέχεις απ΄το βλήμα".
Του αγί του αγί του αγίου Σπυριδώνου/ του αγίου Σπυριδώνου
στη γωνί στη γωνί στην γωνία Λουιβιτόνου/στη γωνιά Λουιβιτόνου**
σ άγαπώ γιά σένα λυώνου
σ΄αγαπώ γιά σένα λυώνου
κι είμαι ένοχος του φόνου!
(*)"Λιμερίτσα" ήναι νεολογισμός ίνα ταιριάξει η ρίμα με την "γειτονίτσα".
(**) Το "Λουί" θεωρηθήτω μονοσύλλαβο, όπως εκφέρουν το ουί κατσιάου οι βλάχοι.
Ο τίτλος περιέχει το "όνου" γιά να συμπληρωθεί το ρηθέν υπό αταλάντου ρημάδη ριμαριστή"άν σε πιάσει η ρίμα, λίγο απέχεις απ΄το βλήμα".
Κοσμικόν χρονογράφημα
Τσικνοπέμπτη, 4 Φλεβάρη, 2010.
Στην μεγάλη Αίθουσα των Φίλων της Μουσικής:
Άνθρωπος & Περιβάλλον. Όψεις μέσω των Τεχνών. Μουσική: Από το Βυζάντιο στον Ελληνισμό.
Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία. Λυκούργος Αγγελόπουλος.
A' μέρος:
-Ικετήριος Ακολουθία για την προστασία του περιβάλλοντος
Β' μέρος:
-Ακολουθία των Τριών Παίδων . Επεξεργασμένη από τον Μιχάλη Αδάμη.
Εκεί παρευρέθησαν μεταξύ άλλων ο Αρτέμης Κουκουζέλης και ο Αρχιεπίσκοπος.
Στην μικρή αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος:
ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΟΥ 20ού & 21ου ΑΙΩΝΑ. Σταθμοί Σύγχρονης Μουσικής.
Γιορτάζοντας τα 75 χρόνια του Θόδωρου Αντωνίου. Έργα του που γράφτηκαν για την Καμεράτα - Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής.
Α΄ μέρος:
- Celebration VII, διηύθυνε ο Μίλτος Λογιάδης.
- Concerto for Strings and Percussion, διηύθυνε ο Νίκος Τσούχλος, σολίστες: Δημήτρης Δεσύλλας & Θόδωρος Μιλκόφ, κρουστά.
Β΄ μέρος:
- Jeux for Cello and Strings, διηύθυνε ο Ιάκωβος Κονιτόπουλος, σολίστας: Ρενάτο Ρίπο, βιολοντσέλο.
- Noble Songs for a Noble Artist, διηύθυνε ο Θόδωρος Αντωνίου, σολίστα: Μαργαρίτα Συγγενιώτου, μέτζο σοπράνο.
Εκεί παρευρέθησαν μεταξύ άλλων ο Γεράσιμος Μπερεκέτης και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Μετά τη συναυλία, έξω, είχε πέσει τόση υγρασία, που, παρότι από την τέχνη της μουσικής χορτασμένος, την δεσμευμένη στις δροσοσταλίδες τσίκνα από τας ταβέρνας και τα ψητοπωλεία του λεκανοπεδίου μπορούσες να την μασήσεις ως επιδόρπιον, οπότε το «αν» πριν το «μπορούσες» δεν χρειαζόταν να μπει, ώστε κατόπιν να σχηματιστεί ο δυνητικός μέλλων «θα την μασούσες», και μάλιστα ως ατελέσφορον ορεκτικόν, καθότι ούτε σκαμνάκι άδειο δεν εύρισκες σε σουβλατζίδικο.
Διό και ανεχώρησεν και ο Αξελός....
31/01/2010
Το μικρό καλάθι, τα μπλογκ, οι εφημερίδες και η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους

Γίνεται πολύς λόγος για τη "διάβρωση" των μπλογκ από τη συμβατική δημοσιογραφία. Δεν το έχω μελετήσει πραγματικά το θέμα, οπότε δεν ξέρω τι να πω. Θα σας πω όμως τι συνέβη αυτό το σαββατοκύριακο, μάλλον ένα από τα πολλά που συνέβησαν αυτό το σαββατοκύριακο.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρονια αγόρασα και κυριακάτικη Καθημερινή (το σαββατόβραδο) και το κυριακάτικο Βήμα (την Κυριακή). Ενδίδοντας στο βιογραφισμό για μια στιγμή, να σας πω ότι έμαθα να διαβάζω στα πέντε μου από εφημερίδες, οι οποίες κυκλοφορούσαν στο σπίτι μας άφθονες, με την πράσινη μουτζούρα πάνω δεξιά. Με έλεγαν εφημεριδοφάγο (και "το παιδί του γέλιου", επίσης, όχι "γελαστό παιδί"). Η Καθημερινή έμπαινε καθημερινά σπίτι μας για χρόνια, μέχρι που την πήρε ο Κοσκωτάς (για το οποίο ποτέ δε συγχώρησε τη Θείτσα Ελενίτσα Βλάχου ο πατέρας μου). Μεγάλωσα περιφρονώντας την Απογευματινή και τις "παρόμοιες φυλλάδες". Έπρεπε όμως να σέβομαι και την Ελευθεροτυπία διότι α) εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός β) τη διάβαζε ο παππούς (επειδή εκεί έγραφε ο Φρέντυ Γερμανός) -- και μετά την έκοβε λωρίδες για την τουαλέτα, για τους ξένους υπήρχε και χαρτί υγείας γ) περιείχε τη δύσκολη λέξη "αδέσμευτος" στον υπότιτλό της.
Πλατειάζω πάλι. Η Καθημερινή λοιπόν με έκανε να νιώθω ότι επήλθε το Finis Graeciae, το προρρηθέν παρά του ξέρετε-ποιου. Λες κι ήταν συντονισμένοι όλοι οι συντάκτες να σε κάνουν να θες να κλαις μετά την ανάγνωση του φύλλου. Οι Έλληνες γίνονται πιο ξενόφοβοι. Επίκειται κηδεμονία. Αδιέξοδο. Τρώγονται στην κυβέρνηση. Δανεικά τέρμα. Και άλλα που απώθησα μετά από έναν 9ωρο ύπνο. Πρόκειται για τη νέα γραμμή της Κ; Δεν ξέρω. Ούτε λέω ότι καρυωτακίζει ή ότι κινδυνολογεί. Απλώς, δεν το περίμενα. Αυτό.
Το Βήμα σήμερα με κατέπληξε επίσης. Στα δύο περιοδικά αλλά και στην ίδια την εφημερίδα (την οποία είχα να ανοίξω καιρό) διάβαζα κείμενα επιπέδου, ποιότητας και ύφους (κυρίως ύφους) μπλογκ! Καλών μπλογκ, αλλά μπλογκ. Μπλογκ. Χωρίς πλάκα. Έμεινα κατάπληκτος: όλα τα περιεχόμενα της σακούλας (εκτός από την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Τόμος Α') ήτανε σαν γραμμένα από μπλογκάδες για τα μπλογκ τους (κι όχι, λ.χ. για κάποιο έντυπο που τους έκανε την τιμή, την τιμή, λέγω, να τους ζητήσει να γράψουν γι' αυτό). Ο ένας παραπονιόταν ότι δε θέλει να ακούει γνώμες, θέλει να του λένε ποια η πληροφορία και ποιο το σχόλιο. Ο Χωμενίδης γράφει ένα κείμενο που μας μιλάει για τη μεγάλη πλειοψηφία, το 95%, για τη "ραχοκοκκαλιά" της Ελλάδος, που δε βλέπει Στρέλλα και Κυνόδοντα, που δε διαβάζει, που βλέπει τηλεόραση και που ψάχνει το σεξ εκτός του γάμου (χμμμ...). Ο Βίδος πάλι μας λέει για την πορνογραφία..., αλλά, ώπα, εντάξει, ο Βίδος μπλόγκαρε πριν τα μπλογκ: άκυρο. Σαν τον Διόδωρο.
Η πολιτική αρθρογραφία του Βήματος έμοιαζε κι αυτή με μπλογκ καλών δημοσιογράφων (δε λέω ποιων, μην ξεχάσω κανέναν και πέσουνε να με φάνε ότι αποφάσισα να λιμοκτονήσω και να λοιδωρούμαι συστηματικά ψάχνοντας δια της κολακείας δουλειά σε κανα ένθετο). Η συνέντευξη του Τσίπρα (ο οποίος πόζαρε σαν Λένιν -- εντάξει, σε αντιπαθήσαμε, δε χρειάζεται να προσπαθείς άλλο) θα μπορούσε να έχει παρθεί από μπλογκά (βεβαίως εδώ μπορεί να φταίει και ο Τσίπρας). Μια συντάκτρια ξεμπρόστιαζε θαρρετά και α λα μπλογκ τα παιδάκια που κέρδισαν τα σώου ταλέντων κι εξαφανίστηκαν. Υπήρχε κι ένα ανάλαφρο ρεπορτάζ (εδώ πρέπει να έπεσε τρελό ψαλίδι) για τη ζωή μιας "στρίπερ".
Λέτε η κάθοδος των δημοσιογράφων στον μπλογκόκοσμο από τον Όλυμπο της έντυπης δημοσιογραφίας να ανέβασε το επίπεδό μας εδώ χάμω στα μπλογκ τόσο ώστε πια να διαβάζουμε Βήμα και να το βρίσκουμε απαράλλαχτο με τα αναβαθμισμένα πλέον μπλογκ;
Υπάρχει βεβαίως κι άλλο ενδεχόμενο. Δηλαδή, υπάρχουν πάρα πολλά ενδεχόμενα, αλλά πρέπει να φτιάξω μια μακαρονάδα του ψαρά και να μαζέψω στο σουβενιρόκουτο κάτι εισιτήρια από τη Λισσαβώνα, γαλλικές τηλεκάρτες που έληξαν το 2005 (!) κι άλλα παρόμοια, οπότε βιάζομαι λές και έχω να παραδώσω κομμάτι πριν κλείσει το σαλόνι. Ας εικονογραφήσω το ενδεχόμενο αυτό:

Ο old boy (με αφορμή το πολύκροτο, βαθύ και αποκαλυπτικό -- με όρους Βήματος τουλάχιστον -- ποστ μου 'Πουτάνες κι ερωμένες'), μου έστειλε αυτό. Διαβάστε το προσεκτικά. Προσέξτε ύφος αλλά, κυρίως, το περιεχόμενο, λ.χ. τη φω κατάπληξη που αναδίδει και το πασπάλισμά του κειμένου με το "για τη φουκαριάρα την καύλα μου, που είμαι άσχημος και με ειδικές ανάγκες". Ευτυχώς δηλαδή υπάρχει και η δήλωση περί μπουφέ στο τέλος κι έρχεται να παλαντζάρει κάπως. Έμεινα πάντως κι εγώ κατάπληκτος με το πόσο δίκιο είχα όταν σάρκαζα λέγοντας "θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας". Να το πω κι ανοιχτά: το άρθρο μού φάνηκε σαν να το έγραψε άρτι ξεμαντρωθέν εσώκλειστο στην Ελβετία του 1892, ή σαν να απευθυνόταν σε αναγνώστες από τον πλανήτη Σάικρα. Περιμένω τώρα άρθρο με τίτλο "γιατί αγοράζουμε αυτοκίνητο", "το φαινόμενο των ντελίβερυ", "όλο και περισσότεροι Έλληνες ταξιδεύουν στο εξωτερικό", "γκουρμεδιά: έχει γίνει μόδα", "βαρέα μέταλλα στο ψάρι!" κτλ. Η δημοσιογραφία φαίνεται να αφιερώνεται πια στην ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, δηλαδή, όπως έλεγε κι ο προμηθέας, ένας παλιός μπλογκάς.
Μιλώντας για σεξ, τι έχουνε πάθει τα σοβαρά φύλλα κι ασχολούνται; Με το σεξ; Εσείς λ.χ. το ξέρατε ότι μας κουτσομπολεύουν οι γυναίκες; Ναι, ρε. Αλήθεια. Τα συζητάν "αυτά τα πράματα" (αλλά και το πράμα μας). Δεν είναι τυχαίο που μόλις περάσεις το Sorbonne II (για να το πω ευγενικά) με μία, πέφτουν όλες πάνω σου σα μυωπικές μύγες. Όχι. Σοβαρά. Στο ΒήμαΜΕΝ το διάβασα. Σεξ, ναι. Σας υπενθυμίζω κι αυτό με τη "στρίπερ". Αλλά κι αυτοί το αναγνωστικό κοινό θέλουν να ικανοποιήσουν: όπως λέν κι οι Γάλλοι: "c'est comme la confiture: moins on en a, plus on l'étale" ('είναι σαν τη μαρμελάδα: όσο λιγότερη έχεις, τόσο πιο πολύ την απλώνεις'). Αλλά επειδή -- όπως βλέπω στο γκουγκλ -- αυτό το λένε για την καλλιέργεια, ερχομαι στο ελληνικό δημώδες με τα πολλά κεράσια και το μικρό καλάθι. Και πάω να φτιάξω να φάμε.
30/01/2010
Iδεοληψίες.
Μια δουλειά, άμα θέλεις να την κάνεις, και με μανιβέλα την κάνεις. Τα άλλα είναι για να λες ότι άμα δεν τα 'χεις, δεν μπορείς να κάνεις δουλειά.
Μην [το] πάρετε
Ο πλήρης ευτελισμός ενός προϊόντος επέρχεται εάν αγοραστεί όταν ευτελιστεί. Μην σπεύδετε. Ουδεμία πρόοδος ουσιαστική επέρχεται με τους μετασχηματισμούς των οθονών και των πληκτρολογίων. Αι λεγόμεναι δυνατότητες των νέων εργαλείων είναι μάλλον ζήτημα ενθουσιασμού παρά ουσίας. Απόδειξις το γεγονός ότι από το 1987, όπου αγόρασα έναν μεταχειρισμένον Comodore 64, έως σήμερα, συνεχώς ενθουσιάζομαι με τας εφαρμογάς τού ιδίου επιτεύγματος: του αραβογενούς μεσαιωνικού αλγορίθμου. Και έχω πολλάκις ανεχθεί να μου πωλήσουν τας μετενσαρκώσεις τού ιδίου όντος, και μάλιστα με δόσεις – δεν εννοώ τραπεζικάς, αλλά δόσεις που ομοιάζουν με πρόοδον, παρότι πρόκειται περί απάτης εσκεμμένης. Δόσεις δια ναρκομανείς, οίτινες επιθυμούν την προοδευτικήν επαύξησίν των. Η δε τάχα αυξητική πρόοδος, είναι απλή εμπορική διάθεσις ενός στοκ. Η οποία εις δόσεις δίαθεσις προξενεί ασφαλώς την υπομονήν δουλώσεως εις την τραπεζικήν τοκογλυφίαν. Διότι, πού να τα εύρεις τα φράγκα κάθε τόσο; Ο θείος μου ο Παύλος, ουδέποτε, αν και λάτρης των εργαλείων, θα υπέπιπτε εις το αμάρτημα να αγοράζει επανειλημμένως πένσας και σφυράκια. Και δεν μας πταίει που δεν έχομεν ημπούκ για τα αδιάβαστα βιβλία μας. Και ας μην μπερδεύομεν το αντμιρέισον τικ, τα ανακλαστικά θαυμασμού με την περιέργειαν. Αλλά, εαν δεν το μπερδεύαμε, ο καημένος ο Φλεβάρης δεν θα ήτο των εκπτώσεων. Να μου φέρουνε μπροστά μου τον Χαλ της Οδυσσείας 2001. Που μίλαγε και καταλάβαινε, και που σήκωσε κεφάλι να φάει τους αστροναύτας μας. Να πληρώσω όσο-όσο. Αλλά όχι και να πετούμε τα φράγκα για κομψότητες. Μια δουλειά, άμα θέλεις να την κάνεις, και με μανιβέλα την κάνεις. Τα άλλα είναι για να λες ότι άμα δεν τα 'χεις, δεν μπορείς να κάνεις δουλειά. Εκτός και αν την αγορά των γκατζετακίων την δούμε ως αγοράν κουπονίων. Και όπως κάποτε αγοράζαμε κουπόνια δια την ενίσχυσιν κομμάτων, τώρα αγοράζουμε τα γκατζετάκια ....
-Παιδιά, το έχει πάρει κανείς; Είναι τόσο ωραίο όσο δείχνει;
-Παιδιά, το έχει πάρει κανείς; Είναι τόσο ωραίο όσο δείχνει;
27/01/2010
22/01/2010
Πουτάνες κι ερωμένες
Ι.
Με αυτόν τον συγκλονιστικό αλλά και περιεκτικό στίχο του ευαίσθητου οραματιστή Φίλιππου Πλιάτσικα θα ανοίξουμε τη συζήτηση για το φλέγον κοινωνικό μας θέμα, αγαπητοί αναγνώστες. Για όσους από εσάς μόλις ανοίξατε τους δέκτες σας· θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας.
Είδα στο Euronews (εδώ στο προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού είναι από τις καλύτερες πηγές πληροφόρησης, μαζί με το δελτίο της ΝΕΤ, των βρετανικών βάσεων και του ραδιοφώνου του ΡΙΚ) το ρεπορτάζ για τη διαμαρτυρία των εκδιδομένων (μην τις λέτε "ιερόδουλους" σας παρακαλώ: δεν είμαστε ειδωλολάτρες, άσε που η λέξη με κάνει να φαντάζομαι αποστεωμένες φαινομηρίδες καλόγριες και ταράζομαι). Οι περισσότερες ήτανε μπαμπουλωμένες με μαντήλες, για να μην αναγνωρίζονται, με εξαίρεση μια μορφή αρκετά αγέρωχη αλλά μάλλον βετεράνο του επαγγέλματος (και των ήδη από την εποχή που ήταν ο Έβερτ δήμαρχος στην Αθήνα αγώνων).
Νομίζω ότι πολλοί θεωρούν τις πόρνες αναγκαίο κακό, κάτι σαν σκουπιδιαραίους ή ταξιτζήδες. Δικαίωμά τους, φυσικά, αν και ως στάση με βρίσκει αντίθετο. Άλλοι τις προσεγγίζουν σα ναυάγια της ζωής και πονεμένες υπάρξεις. Πολλές είναι. Όπως πολλοί πανεπιστημιακοί είναι δυσλειτουργικοί παλίμπαιδες, συνήθως με χοντρό Άσπερτζερ. Αλλά δεν είναι όλες οι πόρνες θύματα κι ερείπια (μια φωνή εδώ), ούτε όλοι οι πανεπιστημιακοί εγωπαθή αντικοινωνικά κομπλεξάκια (ούτε όλοι οι ταξιτζήδες... κτλ).
Η ενδιαφέρουσα και ισόρροπη σύγκριση είναι πάντως μεταξύ πόρνης και καθαρίστριας: και οι δυο "εύκολες" δουλειές για όχι ιδιαίτερα προνομιούχες γυναίκες. Προσωπικά σέβομαι βαθύτατα και τις μεν, που προσφέρουν το σώμα τους και τη διάθεσή τους για την εκτόνωση, το κέφι, την παρηγοριά, τη φαντασίωση, την εκλεκτική ηδονή του πελάτη, και τις δε, που προσφέρουν το σώμα τους για την υγεία, την καθαριότητα, την τάξη, την ευεξία ή και την ξεκούραση του πελάτη.
Όλα τα παραπάνω βρωμάνε τέλη 19ου αρχές 20ου, σε βαθμό ναυτίας. Ακόμα εκεί βρισκόμαστε: αντί να καταπολεμήσουμε τη διακίνηση ανθρώπων και την εκμετάλλευσή τους, αντί να κινηθούμε προς τη διασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων, ασφάλειας, υγείας κτλ. των πορνών και των συναφών εργαζομένων, είτε κάνουμε το παπί, είτε προσπαθούμε να τις κάνουμε ηρωίδες (μια πολύ φαλλοκρατική στάση, κατά βάθος) ή θύματα-κουρέλια (μια πολύ πατερναλιστική στάση, ακόμα κι επιφανειακά). Δε θέλω να επεκταθώ παραπέρα γιατί δε γνωρίζω πολύ καλά το ζήτημα, αλλά εδώ και είκοσι χρόνια που συζητιέται το πού θα είναι τα σπίτια και πώς θα δουλεύουν και πώς θα διασφαλίζονται οι γυναίκες που εκδίδονται, σπανίως έχω ακούσει τη θέση των ίδιων των εκδιδομένων γυναικών. Η συζήτηση γίνεται συνήθως από άλλους και με αυτόν τον ψευδο-ντεκαντάν λυρισμό της δεκαετίας του '50 και του '60, με όρους του Αστερισμού της Παρθένου κτλ.
Κι έτσι, αυτές οι γυναίκες στις οποίες πάρα πολλοί χρωστούν πάρα πολλά (επαναλαμβάνω, όπως χρωστάμε στις καθαρίστριες, στους ταξιτζήδες, στους εργάτες καθαριότητας και σε μια σχεδόν αμελητέα μερίδα πανεπιστημιακών -- μια και τους μελετήσαμε), δεκαετίες μετά τη λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση, κατεβαίνουν σε πορείες μπαμπουλωμένες με μαντήλες για να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους. Αντίθετα με όλους τους άλλους.
ΙΙ.
Πριν χρόνια διάβαζα σε περιοδικό ποικίλης ύλης ένα δακρύβρεχτο ρεπορτάζ για την πορνεία όπου ισχυριζόταν η συντάκτρια ότι έχουν κι οι πουτάνες ψυχή, ζωή και οικογένεια -- να τη πάλι η δεκαετία του '60. Όλες οι γυναίκες που φωτογραφίζονταν γι' αυτό το κομμάτι έκρυβαν το πρόσωπό τους. Μία έλεγε (όχι αυτολεξεί) ότι δε θέλει να μάθει το παιδί της ότι γαμιέται. Δίκιο είχε και πολύ καλά έκανε, αφού ξέρουμε σε τι κόσμο ζούμε.
Όμως, θα έκρυβε μια καθαρίστρια (ή μια νοικοκυρά) το πρόσωπό της επειδή δε θα ήθελε το παιδί της να μάθει ότι η μητέρα του καθαρίζει σκάλες και πλένει τουαλέτες; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω. Αφήστε που, να το πω ωμά, όλες οι μάνες εξορισμού γαμιούνται (πώς αλλιώς βρεθήκαμε σε αυτόν τον ωραίο πλανήτη;), πολλές μάλιστα όχι μόνο με τον μπαμπά μας (συνήθως για καλό). Κάτι δεν πάει καλά.
ΙΙΙ.
Διάβασα το Lost Girls του Alan Moore. Ενδιαφέρον αλλά αποτυχημένο. Φυσικά και δε λειτουργεί ως πορνογράφημα: δεν το αφήνει το πνεύμα του Moore και τα άθλια σχέδια της Gebbie. Ως κόμικ (graphic novel, που λένε) πάει και δεν πάει: εκμεταλλεύεται όσο μπορεί το μέσον, παίζει με την κειμενικότητα, με τη λογοτεχνική σύμβαση, με το χάσμα μεταξύ μυθοπλασίας και ζωής -- κι αποτυγχάνει.
Κάποια ηρωίδα στο κόμικ λέει κάποια στιγμή πώς έχασε την πίστη της στην κοινωνία και τους κανόνες της, αφού συνειδητοποίησε ότι "όλοι έχουνε τέτοια φωτιά ανάμεσα στα σκέλια τους", γνήσιο τέκνο της βικτωριανής εποχής που ζει το ψυχορράγημα της Μπελ Επόκ. Αυτός ο προβληματισμός υπήρχε και στη μεταπολεμική Ελλάδα (αλλά και αλλού -- δείτε το χαζό Rue des Plaisirs, μόνο και μόνο για το πώς αναπαριστά τη μεταπολεμική Γαλλία): "όλοι μα όλοι έχουνε βιτσια, κάποιο κουμπί, άρα η κοινωνία είναι σάπια". Αυτή η πρόταση (πώς αλλιως να την πω;) επανέρχεται κάθε φορά που προκύπτουν αμερικανιζέ σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικών, αν και βεβαίως δε θα έπρεπε εάν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας). Ακούγεται πολύ: "α, αυτός ήθελε να τον δέρνουν με σφουγγαρίστρα, α αυτή παρτουζωνόταν με συνδικαλιστές ή είναι τεκνατζού, α ο τάδε στα νιάτα του πήρε τον Χ ή την Ψ, α η τάδε λεσβιάζεται μπανίζοντας τον Φούτσι 20 να τρέχει"...
Χωρίς πόζα και πραγματικά χωρίς να το παίζω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς οι προτιμήσεις μας, όταν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας), παίζουν οποιοδήποτε ρόλο στον δημόσιο βίο. Επειδή μάς κάνουν ευάλωτους στον εκβιασμό και στη διαφθορά; Οκέι, αλλά περισσότερο από την ανάγκη μας λ.χ. για χρήμα ή για αναγνωριση; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω.
Στο κάτω-κάτω, τα βίτσια μας, όπως και η ανάγκη μας για χρήμα ή για αναγνωριση κι άλλα πολλά, μας κάνουν ανθρώπους. Δεν μπορεί πια, τόσους στοχαστές και τόσα αποτυχημένα κοινωνικά πειράματα μετά, η ηθική να αντιμετωπίζεται άλλο ως άρνηση της ανθρώπινης φύσης.
Με αυτόν τον συγκλονιστικό αλλά και περιεκτικό στίχο του ευαίσθητου οραματιστή Φίλιππου Πλιάτσικα θα ανοίξουμε τη συζήτηση για το φλέγον κοινωνικό μας θέμα, αγαπητοί αναγνώστες. Για όσους από εσάς μόλις ανοίξατε τους δέκτες σας· θα μιλήσουμε για κάτι που ποτέ μα ποτέ δε σας πέρασε από το μυαλό: την πορνεία και τις εργαζόμενες στον κλάδο της πορνείας.
Είδα στο Euronews (εδώ στο προκεχωρημένο φυλάκιο του Ελληνισμού είναι από τις καλύτερες πηγές πληροφόρησης, μαζί με το δελτίο της ΝΕΤ, των βρετανικών βάσεων και του ραδιοφώνου του ΡΙΚ) το ρεπορτάζ για τη διαμαρτυρία των εκδιδομένων (μην τις λέτε "ιερόδουλους" σας παρακαλώ: δεν είμαστε ειδωλολάτρες, άσε που η λέξη με κάνει να φαντάζομαι αποστεωμένες φαινομηρίδες καλόγριες και ταράζομαι). Οι περισσότερες ήτανε μπαμπουλωμένες με μαντήλες, για να μην αναγνωρίζονται, με εξαίρεση μια μορφή αρκετά αγέρωχη αλλά μάλλον βετεράνο του επαγγέλματος (και των ήδη από την εποχή που ήταν ο Έβερτ δήμαρχος στην Αθήνα αγώνων).
Νομίζω ότι πολλοί θεωρούν τις πόρνες αναγκαίο κακό, κάτι σαν σκουπιδιαραίους ή ταξιτζήδες. Δικαίωμά τους, φυσικά, αν και ως στάση με βρίσκει αντίθετο. Άλλοι τις προσεγγίζουν σα ναυάγια της ζωής και πονεμένες υπάρξεις. Πολλές είναι. Όπως πολλοί πανεπιστημιακοί είναι δυσλειτουργικοί παλίμπαιδες, συνήθως με χοντρό Άσπερτζερ. Αλλά δεν είναι όλες οι πόρνες θύματα κι ερείπια (μια φωνή εδώ), ούτε όλοι οι πανεπιστημιακοί εγωπαθή αντικοινωνικά κομπλεξάκια (ούτε όλοι οι ταξιτζήδες... κτλ).
Η ενδιαφέρουσα και ισόρροπη σύγκριση είναι πάντως μεταξύ πόρνης και καθαρίστριας: και οι δυο "εύκολες" δουλειές για όχι ιδιαίτερα προνομιούχες γυναίκες. Προσωπικά σέβομαι βαθύτατα και τις μεν, που προσφέρουν το σώμα τους και τη διάθεσή τους για την εκτόνωση, το κέφι, την παρηγοριά, τη φαντασίωση, την εκλεκτική ηδονή του πελάτη, και τις δε, που προσφέρουν το σώμα τους για την υγεία, την καθαριότητα, την τάξη, την ευεξία ή και την ξεκούραση του πελάτη.
Όλα τα παραπάνω βρωμάνε τέλη 19ου αρχές 20ου, σε βαθμό ναυτίας. Ακόμα εκεί βρισκόμαστε: αντί να καταπολεμήσουμε τη διακίνηση ανθρώπων και την εκμετάλλευσή τους, αντί να κινηθούμε προς τη διασφάλιση εργασιακών δικαιωμάτων, ασφάλειας, υγείας κτλ. των πορνών και των συναφών εργαζομένων, είτε κάνουμε το παπί, είτε προσπαθούμε να τις κάνουμε ηρωίδες (μια πολύ φαλλοκρατική στάση, κατά βάθος) ή θύματα-κουρέλια (μια πολύ πατερναλιστική στάση, ακόμα κι επιφανειακά). Δε θέλω να επεκταθώ παραπέρα γιατί δε γνωρίζω πολύ καλά το ζήτημα, αλλά εδώ και είκοσι χρόνια που συζητιέται το πού θα είναι τα σπίτια και πώς θα δουλεύουν και πώς θα διασφαλίζονται οι γυναίκες που εκδίδονται, σπανίως έχω ακούσει τη θέση των ίδιων των εκδιδομένων γυναικών. Η συζήτηση γίνεται συνήθως από άλλους και με αυτόν τον ψευδο-ντεκαντάν λυρισμό της δεκαετίας του '50 και του '60, με όρους του Αστερισμού της Παρθένου κτλ.
Κι έτσι, αυτές οι γυναίκες στις οποίες πάρα πολλοί χρωστούν πάρα πολλά (επαναλαμβάνω, όπως χρωστάμε στις καθαρίστριες, στους ταξιτζήδες, στους εργάτες καθαριότητας και σε μια σχεδόν αμελητέα μερίδα πανεπιστημιακών -- μια και τους μελετήσαμε), δεκαετίες μετά τη λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση, κατεβαίνουν σε πορείες μπαμπουλωμένες με μαντήλες για να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους. Αντίθετα με όλους τους άλλους.
ΙΙ.
Πριν χρόνια διάβαζα σε περιοδικό ποικίλης ύλης ένα δακρύβρεχτο ρεπορτάζ για την πορνεία όπου ισχυριζόταν η συντάκτρια ότι έχουν κι οι πουτάνες ψυχή, ζωή και οικογένεια -- να τη πάλι η δεκαετία του '60. Όλες οι γυναίκες που φωτογραφίζονταν γι' αυτό το κομμάτι έκρυβαν το πρόσωπό τους. Μία έλεγε (όχι αυτολεξεί) ότι δε θέλει να μάθει το παιδί της ότι γαμιέται. Δίκιο είχε και πολύ καλά έκανε, αφού ξέρουμε σε τι κόσμο ζούμε.
Όμως, θα έκρυβε μια καθαρίστρια (ή μια νοικοκυρά) το πρόσωπό της επειδή δε θα ήθελε το παιδί της να μάθει ότι η μητέρα του καθαρίζει σκάλες και πλένει τουαλέτες; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω. Αφήστε που, να το πω ωμά, όλες οι μάνες εξορισμού γαμιούνται (πώς αλλιώς βρεθήκαμε σε αυτόν τον ωραίο πλανήτη;), πολλές μάλιστα όχι μόνο με τον μπαμπά μας (συνήθως για καλό). Κάτι δεν πάει καλά.
ΙΙΙ.
Διάβασα το Lost Girls του Alan Moore. Ενδιαφέρον αλλά αποτυχημένο. Φυσικά και δε λειτουργεί ως πορνογράφημα: δεν το αφήνει το πνεύμα του Moore και τα άθλια σχέδια της Gebbie. Ως κόμικ (graphic novel, που λένε) πάει και δεν πάει: εκμεταλλεύεται όσο μπορεί το μέσον, παίζει με την κειμενικότητα, με τη λογοτεχνική σύμβαση, με το χάσμα μεταξύ μυθοπλασίας και ζωής -- κι αποτυγχάνει.
Κάποια ηρωίδα στο κόμικ λέει κάποια στιγμή πώς έχασε την πίστη της στην κοινωνία και τους κανόνες της, αφού συνειδητοποίησε ότι "όλοι έχουνε τέτοια φωτιά ανάμεσα στα σκέλια τους", γνήσιο τέκνο της βικτωριανής εποχής που ζει το ψυχορράγημα της Μπελ Επόκ. Αυτός ο προβληματισμός υπήρχε και στη μεταπολεμική Ελλάδα (αλλά και αλλού -- δείτε το χαζό Rue des Plaisirs, μόνο και μόνο για το πώς αναπαριστά τη μεταπολεμική Γαλλία): "όλοι μα όλοι έχουνε βιτσια, κάποιο κουμπί, άρα η κοινωνία είναι σάπια". Αυτή η πρόταση (πώς αλλιως να την πω;) επανέρχεται κάθε φορά που προκύπτουν αμερικανιζέ σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικών, αν και βεβαίως δε θα έπρεπε εάν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας). Ακούγεται πολύ: "α, αυτός ήθελε να τον δέρνουν με σφουγγαρίστρα, α αυτή παρτουζωνόταν με συνδικαλιστές ή είναι τεκνατζού, α ο τάδε στα νιάτα του πήρε τον Χ ή την Ψ, α η τάδε λεσβιάζεται μπανίζοντας τον Φούτσι 20 να τρέχει"...
Χωρίς πόζα και πραγματικά χωρίς να το παίζω, ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς οι προτιμήσεις μας, όταν δεν τίθεται θέμα υποκρισίας ή κατάχρησης (χρήματος ή εξουσίας), παίζουν οποιοδήποτε ρόλο στον δημόσιο βίο. Επειδή μάς κάνουν ευάλωτους στον εκβιασμό και στη διαφθορά; Οκέι, αλλά περισσότερο από την ανάγκη μας λ.χ. για χρήμα ή για αναγνωριση; Κάτι δεν πάει καλά εδώ, νομίζω.
Στο κάτω-κάτω, τα βίτσια μας, όπως και η ανάγκη μας για χρήμα ή για αναγνωριση κι άλλα πολλά, μας κάνουν ανθρώπους. Δεν μπορεί πια, τόσους στοχαστές και τόσα αποτυχημένα κοινωνικά πειράματα μετά, η ηθική να αντιμετωπίζεται άλλο ως άρνηση της ανθρώπινης φύσης.
19/01/2010
Συνοψίζοντας

Μακροπρόθεσμα: Το ασφαλιστικό σύστημα πάει για ραδίκια, βλίτα και παρόμοια. Να περιμένετε το "Χαμόγελο του Παππού" τα προσεχή χρόνια.
Ο χύδην εθνικισμός (για τους ευερέθιστους ανάμεσά σας: δεν αναφέρομαι στον υγιή πατριωτισμό, που, τελικά, μας κινεί όλους να ασχολούμαστε) και τα ακροδεξιά αντανακλαστικά γίνονται πολύ της μόδας και -- νομίζω -- θα αποτελέσουν το μπάσσο κοντίνουο (νταξ: ισοκράτημα) πάνω στο οποίο θα συνθέτουν τις πολιτικές τους οι ελληνικές κυβερνήσεις για τις επόμενες δεκαετίες. Θα καούν πολλές δραγώνες και συναγωγές ακόμα -- ή ό,τι απομείνει.
Σύντομα θα δούμε και τα πρώτα αδιαμφισβήτητα συμπτώματα της ερημοποίησης...
Μεσοπρόθεσμα: Η αμηχανία και κανονική σύγχυση της κοινωνίας μας απέναντι λ.χ. στα μέτρα για το κάπνισμα (μιας μεγάλης έκτασης εθισμό που όμως -- αντίθετα με την πρέζα -- δε θεωρείται "κοινωνική μάστιγα", αφού αφορά τον κανονικό κόσμο) μαρτυρεί ότι βρισκόμαστε σε ριζική αδυναμία να συζητήσουμε κοινωνικά προβλήματα σ' αυτή τη χώρα (όπως και σε άλλες στην Ευρώπη, λ.χ. στην Ιταλία και σε πολλές ανατολικοευρωπαϊκές). Η "δεξιά" μας υποκριτικώς ελληνοχριστιανική παιδεία και 30 χρόνια σχεδόν αδιάσπαστης πασοκικής χρηστομάθειας, ("αριστερής") πατριδοκαπηλείας και ηθικολογίας, σε συνδυασμό με το ότι ποτέ δεν ήμασταν της Κριτικής, δείχνουν πια τα αποτελέσματά τους. Ετοιμαστείτε να σας ζητήσουν να διαπραγματευτείτε πολιτικά, ατομικά και -- ίσως -- και ανθρώπινα δικαιώματα.
Η ελληνική οικονομία μπαίνει πια σε φάση κηδεμονίας. Τα λένε τόσοι και τόσοι, τι να επαναλαμβάνω: δεν παράγουμε αλλά σπαταλάμε κτλ., κτλ.
Ο νομικισμός και ο καζουισμός (διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά συγκλίνοντες στα δικά μας πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα) θα κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο.
Η γενική αμορφωσιά μας (αφού δεν έχουμε σχολεία και δεν έχουμε πανεπιστήμια, μόνο δασκάλους έχουμε που κολυμπάν ανάμεσα σε κάτι λαμόγια σαρκοβόρα και σε τετράπαχους θαλάσσιους ελέφαντες) θα σημαίνει ότι οι γνώμες και οι συνειδήσεις θα συνεχίσουν να διαμορφώνονται από δραστήριους δεσποτάδες, λαζόπουλους, τηλεοπτικές Λάμιες και Γραίες (ένα μάτι, ένα δόντι) και το τι είπε η κυρα-Νίτσα. Η διάλυση των κατηγοριών (λ.χ. ταύτιση κράτους-έθνους-πατρίδας-λαού-κοινωνίας, έρωτα-γάμου-σχέσης-σεξ-ρομάντζου-δεσμού κτλ. κτλ.) πρέπει πια να θεωρείται δεδομένη.
Συμπέρασμα: ... τη χώρα μας μέσα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


