14/3/09
Γενειοβλόγιον
Ξύπνησα και σκέφτηκα. «Τώρα ο Sraosha έχει ήδη σηκωθεί, έχει κάνει τη γυμναστική του, έχει ξυριστεί, ενδεχομένως έχει γαμήσει, κι εσύ, ζώον, απλώς ξύπνησες». Καφές και τσιγάρα στην κουζίνα. «Ο Sraosha δεν καπνίζει» είπα τρέχοντας στη τουαλέτα, να ξεφορτωθώ τα πρωινά φλέματα, ευτυχώς που μπορούσα ακόμα να βήχω. Έριξα λίγο νερό στη μούρη μου και κίνησα για τις πρωινές δουλειές. «Ο Sraosha δίδαξε, έκανε διοικητικές εργασίες, έφαγε το ψάρι του, εσύ πάλι ελάχιστα κατάφερες σήμερα» επέπληξα αυστηρά τον εαυτό μου, τελειώνοντας τη δεύτερη σουβλακόπιτα, κατά τις 14:30, όταν επιτέλους κάθισα να φάω. Το φαγητό μού έφερε υπνηλία. «Ο Sraosha θα ρίχνει τώρα το δεύτερο της μέρας κι εσύ κοιμάσαι μαλάκα» αυτομαστιγώθηκα, δέκατα του δευτερολέπτου πριν παραδοθώ στον ύπνο. Ξύπνησα, έφτιαξα καφέ και απλώθηκα στον καναπέ, και τώρα τι κάνουμε; Παύση. Τι-κά-νου-με; «Ο Sraosha αποκλείεται να έχει τέτοιες ανησυχίες» ψιθύρισα πλησιάζοντας το σιντί-πλέηερ. Τα τραγούδια του Ραβέλ πλημύρισαν το καθιστικό. «Αναρωτιέμαι αν ακούω τίποτα περισσότερο από ψηλά-χαμηλά, δυνατά-σιγά, γρήγορα-αργά· ο Sraosha θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει κάθε στροφή της μελωδίας, να διακρίνει όλες τις συγχορδίες, να απολαύσει κάθε συνδυασμό ηχοχρωμάτων». Αρκετά με τη μουσική. Άνοιξα το κομπιούτερ. Έπρεπε, επιτέλους! να απαντήσω στα χιλιάδες μέηλ που στριμώχνονταν στο γραμματοκιβώτιό μου. «Ας προσπαθήσω να μιμηθώ λίγο τον Sraosha, μόνο να μη με καταλάβει κανείς» . H νύχτα είχε ήδη πέσει με θόρυβο. Τι θα έκανα το βράδυ; Το μόνο που ήξερα, για την ώρα, ήταν ότι και η σημερινή μέρα θα τελείωνε με την ίδια σκέψη: «Ο Sraosha είναι τελικά απλησίαστος».
*
Έπονται: Ο Δικαιωμένος Πετεφρής ή ο θρίαμβος της λανθάνουσας Ανυπαρξίας, Μπερεκέτης και αντίστιξη ή τα σφάλματα του Μπαχ και οι πρώτοι αριθμοί, Χοιροβοσκός και η διαλεύκανση του μεταμέλλοντος ή το νόημα της ύπαρξης από τη σκοπιά του σύγχρονου ανθρώπου, Ιγώ ιμ Ιγώ ευζουνάκι γοργό ή cherchez να φαμ και, τέλος, ένα σύντομο συγχαρητήριο σημείωμα στον γίγαντα του πρωτομπλογκιν, ημιθεώδη thas. Stay tuned.
Και για να πιάσουμε όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος του κοινού... Κυρίες και κύριοι οι Μπήτλς:
Μέσω Classic Television Showbiz.
*
12/3/09
μπερεκέτης: ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
Οι υπολογιστές ως δημιουργήματά μας κατ’ εικόνα και καθ' ομοίωσίν μας, μας διδάσκουν μέσω της διαδικασίας και μορφής της κατασκευής τους ότι «οι αισθήσεις» [των] έπονται της «θεωρίας» [των]. Η θεωρία, μέσω της σύγχρονης εμπειρίας αναζήτησης εφαρμόσιμων χρήσεών της, τείνει να προσδιοριστεί ως εντσικτώδης (από τα πριν εγκατεστημένη) ιδιότητα που προηγείται των αισθήσεων. Με άλλα λόγια, στην εποχή μας γίνεται ευκολότερα κατανοητό, καθώς για πρώτη φορά εμπλέκεται ο άνθρωπος με την κατασκευή της τεχνητής ευφυίας, ότι οι αισθητήρες (τα αισθητήρια όργανα) προγραμματίζονται να αισθανθούν αυτό το οποίο ήδη «γνωρίζει» (έχει προγραμματιστεί να γνωρίζει) το λειτουργικό σύστημα . Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Πλάτωνας (του σπηλαίου των σκιών) φαίνεται να δικαιώνεται. ΠΛΑΤΩΝ και ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
.....
ιδού μία ιδέα του πώς αντιμετωπίζει η ζωγραφική μπαρόκ το θέμα "φιλοσοφική σχολή". Οι φιλόσοφοι αποτελούν διάκοσμο των ευγενών που σουλατσάρουν εκεί τριγύρω. Ο Μπαχ βίωσε κι αυτός την εμπειρία να αποτελεί διάκοσμο ευγενών, μόνο που η μακρόχρονη "ενοριακή" εργασία του τον διέσωσε από τα χειρότερα που ίσως τράβηξε ο Χέντελ. Μια εικόνα τέτοια της καθημερινότητας του μπαρόκ, όπου ο φιλόσοφος είναι "είδος" συναναστρέψιμον, δεν θα πρέπει να γεννούσε στον Μπαχ αισθήματα εκτίμησης για τους φιλοσόφους. Άλλωστε, η πίστη του, που τον οδηγούσε στην πεποίθηση, ότι είναι τεχνίτης θεία χάριτι, το μόνο που ίσως θα του επέτρεπε να πράξει ως "ζωγράφος" θα ήταν χάριν δόξας Κυρίου να προσπαθήσει να επιτείνει τα χαρακτηριστικά καρικατούρας των "φιλοσόφων", ώστε να αναδείξει την αξία της ταπεινόφρονος πίστης.ΔΙΑΛΟΓΟΣ
και ακολουθεί η [αυτοανά]θεσις:
Funk Chords
Πολλοί γοητεύονται από το ίντερνετ γιατί το αισθάνονται ως κακοφωνία, θόρυβο. Ίσως στην Ελλάδα να είναι οι περισσότεροι κι ας λένε άλλα. Αν όμως έχεις τη διάθεση να συνδυάσεις τα πράγματα, τότε μπορεί να προκύψει κάτι εξ ίσου ενδιαφέρον. Για να τα συνδυάσεις όμως θέλει δουλειά, πολλή δουλειά:
[Η ώρα είναι 00:42. Ο Μπερεκέτης επόσταρεν άνωθεν λίαν ενδιαφέρον ποστ. Προσθέτω και το από κάτω, δια πληρεστέραν ενημέρωσην του ευσεβεστάτου κοινού. Αυτού του ιδίου, kutiman, ταπεινού συνδυαστού:
Το δεύτερο βίντεο μέσω φέησμπουκ]
*
λεπτομέρειες
*
Πετεφρής:The ghost singers
Πολλές μέρες έβλεπα τον Σβάρτσιχ διά ζώσης. Περνάμε περίοδο πτωχής υγείας και αρχειακού πόνου. Να μαζευτούν από την μνήμη ήχοι, στίχοι,λογάκια και αντηχήσεις, να διαστρωθεί ένα μονοπάτι από φερτά υλικά ενώ η άνοιξη, η εποχή της ψύχρας και της απανθρωπιάς, θα μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχουν υποσχετικές εποχές, παρά μόνον η τύφλα των Ειδών.
Ενα αδέσποτο τραγουδάκι, φτιαγμένο στο περιθώριο μιάς πορείας κατά μήκος του Αλιάκμονα, τον Ιούλιο του 1972, μαγνητοφωνημένο στα όρια της μεταπολίτευσης, ίσως λίγο πρίν. Φτιάχτηκε με ρυθμό από τον πνιχτό ήχο των βημάτων μας, ζευγάρια αρβύλες καλοκαιρινές πάνω σε χλόη και χωματόδρομους, με την συνοδεία μιάς κιθάρας και μιάς μελόντικας. Σε αυτήν την εκτέλεση, κυριαρχεί ο Νίκος Δόικος, η κιθάρα και η φωνή του, η φωνή της Μαριάννας Φιλήντρα, ακούγεται μόνον η ιδιότυπα κουρδισμένη κιθάρα του Σβάρτσιχ και καμιά φορά φωνάζω κανα γκοινγκοινγκοιν κι εγώ. Ακολούθησαν κι άλλες εκτελέσεις, με φλογέρες κυρίως, αργότερα, όπου ακούγονταν ο Φοίβος Οικονομίδης, ο Γιάννης Τσώμος.Εκτοτε δεν ξαναπαίχτηκε, αλλά όποτε, αραιότατα ,συναντιόμασταν, λέγαμε μεταξύ μας: το θυμάσαι το μερα-μέρα; Ετσι έμεινε. Ως μέρα-μέρα. Δεν έχει σχέση με μέρες και νύχτες. Είναι ένα επιφώνημα, όπως το αέρα.
Προχτές δεήσαμε και κάναμε από ένα αντίγραφο σε δυό κασέτες που κρατούσαν τραγουδάκια μας από το 1970/1. Υπήρχαν άλλες δύο κασέτες που χάθηκαν αλλά κρατάμε τους ήχους κλειδωμένους στη μνήμη. Τώρα που ανταμώσαμε γιά παραπάνω από λίγες ώρες, φτάσαμε να γράψουμε και έναν κατάλογο. Οι δυό μας "γράψαμε" κοντά εβδομήντα τραγούδια. Ο κατάλογος προσώρας δεν περιέχει μήτε τριάντα. Γι΄αυτό και βιντεοσκοπούσαμε ο ένας τον άλλον,αποτυπώνοντας τι ακριβώς θυμάται από τους χαμένους ήχους. Τα τέκνα, μας έστελναν προγραμματάκια γιά να μετατρέψουμε τους ήχους σε mp3, αλλά στο τέλος δεν καταφέραμε να λειτουργήσουμε τί-πο-τε.Αντιγραφή κασέτας, την κάναμε.
Αυτό το αδέσποτο τραγούδι είναι ολονών. Ρυθμίστηκε από βήματα, τονίστηκε από τις αναπνοές μας, ορεινά τοπία του Ιουλίου, ξαφνικές νεροποντές.Από κάποιον ξεκίνησε, αλλά δεν υπάρχει πιά λόγος να ξεχωρίσει η έμπνευση από την παραγωγή.
11/3/09
Sraosha: Anniversaire
Καταλαβαίνω ότι ο λόγος που δε μου άρεσε ο old boy τότε ήταν διότι, περισσότερο κι από τη helion και τον thas, εξέφραζε πιστά το νέο κειμενικό είδος που ακόμα διαμορφώνεται: το ελληνόφωνο 'καθαρό' μπλογκ. 'Καθαρό' με την έννοια των 'καθαρών' μαθηματικών: ο old boy δεν κάνει λογοτεχνία, δεν κρατάει ημερολόγιο, δεν κάνει ρεπορτάζ, δε χρονικογραφεί, δεν κάνει ακριβώς σχολιασμό της επικαιρότητας. Βεβαίως, δεν άποτελούν ασκήσεις ύφους κενές περιεχομένου τα ποστάκια του: στον βαθμό που λοξά και -- αναπόφευκτα -- επιλεκτικά, σχολιάζει τι γίνεται στον κόσμο, θα τον χαρακτήριζα τον Πιτσιρίκο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Όταν πάλι καταπιάνεται με το σινεμά, νιώθουμε ξαφνικά ότι βρισκόμαστε στη συμβολή του Ebert ή του Alexander Walker με έναν βιωματικό μπλογκά που κρατάει ημερολόγιο ονλάιν: ένα ημερολόγιο όπου, φυσικά, ο τέταρτος τοίχος λείπει.
Ακριβώς το καινούργιο αυτό genre μού πήρε καιρό να το συνηθίσω. Στην πρωτοτυπία του και στο ξάφνιασμα που προκαλούσε, και προκαλεί ακόμα, συγκρίνεται μόνο με τον παλιότερο οπτικοακουστικό λακωνισμό του Κουκουζέλη, με την αγκούγκλιστη hardcore ψευδοκαθαρεύουσα του Le Nonce, με τη φάση 'τερίνα και Μενούχιν' του Αθήναιου καθώς και μ' εκείνη του thas που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως 'dj και λουλουδάκια κειμενικά'. Όπως αυτοί και άλλοι, ο old boy ήτανε το καινούργιο που έφερναν τα μπλογκ: στην περίπτωσή του όχι στο στήσιμο, ούτε στην ανάμειξη των μέσων αλλά στο ύφος και -- κυρίως -- στον τόνο.
Είναι πάντως αξιοσημείωτο πώς ένας τόσο αξιοφθόνητα δημοφιλής μπλογκάς γίνεται αντικείμενο παρεξηγήσεων τόσο εύκολα. Ίσως βέβαια να είναι απλώς θέματα στατιστικής: άμα σε διαβάζει τόσος κόσμος, όλο και κάποιος δε θα καταλάβει κάτι, όλο και κάποιος κακόπιστος θα κάνει κάποιο εμπρηστικό σχόλιο, όλο και κάποιος πικραμένος θα αμολήσει το ad hominem του. Προσωπικά νομίζω ότι έχει να κάνει και με το ότι ο old boy γράφει δύσκολα, τελικά. Μάλιστα, είναι αδύνατο να παρακολουθήσω κείμενό του άμα είμαι μισοξύπνιος (ή μισοκοιμισμένος): Πότε κυριολεκτεί. Πότε ειρωνεύεται. Πότε μετα-ειρωνικά αποστασιοποιείται κι από την ειρωνική ερμηνεία όσων λέει. Πότε όμως; Τρέχα γύρευε: ζόρικα πράγματα. Ευτυχώς αυτός ο ενίοτε ερμητισμός συμπληρώνεται από τρομακτική υπομονή και μεθοδική καρτερία στην απάντηση των σχολίων: εγώ θα είχα γίνει αλκοολικός έχοντας υποστεί πολύ λιγότερο βρισίδι.
Λοιπόν, ευχαριστώ που γράφεις. Σου εύχομαι και δεύτερη τετραετία, ή όσο αντέχεις και γουστάρεις.
9/3/09
Αναζητήσεις...
ο Χρήστος
Παπουτσάκης...
*
Οι δύο πρώτοι σύνδεσμοι μέσω Fratzeska Chanioti, μέσω facebook.
*
"Πώς να προσφερθεί στον άλλο δεν θα χει οδό.
Μόνη σου ευκαιρία εδώ."
*
Sraosha: Αναλυτικά

Chapeau και πάλι στον Τάλω. Από εδώ:
Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε από την διάκριση μεταξύ κοινωνικής βίας (π.χ. LA Riots, τρελαμένοι πιτσιρικάδες με καδρόνια τον Δεκέμβρη) και πολιτικής βίας (π.χ. η βομβιστική επίθεση στην Μαδρίτη, η χειροβομβίδα στο στέκι, η επίθεση του Επαναστατικού Αγκώνα) - χωρίς να αναφέρουμε καν την κρατική (άρα εξονόματός μας) βία. Διότι όταν η ανάρτηση πανό και η συμβολική δίλεπτη κατάληψη κρατικού τηλεοπτικού σταθμού (πράξεις που ανάλογές τους συναντώνται σε όλες τις δημοκρατίες και μόνον σε αυτές) εξισώνονται με δολοφονική επίθεση με χειροβομβίδα ή καν με ξυλοδαρμό ακαδημαϊκών, ο Καρατζαφέρης έχει κερδίσει και ο διάλογος δεν είναι εφικτός.
Αντιστρέφω την κατηγορία λοιπόν: η δικιά σου άποψη (όχι μέσω εσού φυσικά, αλλά όντας κυρίαρχη στα ΜΜΕ) [ΣτS: ότι, δηλαδή, όλες οι μορφές βίας είναι το ίδιο] είναι που οπλίζει το παρακράτος με την άνεση (και την ασυλία) να βάζει στο στόχαστρο (κυριολεκτικά) έναν πολιτικό χώρο, όχι με πανό, αλλά με χειροβομβίδες. Διότι αν ήταν ακροδεξιά πανό και ειρηνικές καταλήψεις, θα διαδήλωνα υπέρ του δικαιώματος των ακροδεξιών να διαμαρτύρονται.
6/3/09
Sraosha dicit "Sic et Non"

Ένας φίλος από το Λύκειο ήταν το μοναχοπαίδι δύο πανεπιστημιακών δασκάλων. Ήταν πολύ ενδιαφέρων τύπος και πολλαπλάσια πιο διαβασμένος απ' όσο ήμουν τότε ή απ' όσο θα γίνω ποτέ. Επίσης ήταν πολύ ψύχραιμος και ήπιος άνθρωπος: είχε ένα τσιτάτο ασφαλείας για κάθε μου έκρηξη, είχε ένα ξυραφάκι οκκαμικό έτοιμο για κάθε μου ξουρία, είχε τη σωστή αφαίρεση απέναντι σε κάθε μου καλπάζουσα γενίκευση. Όπως καταλαβαίνετε, ήτανε μεγάλη χαρά να συζητάω μαζί του, αν και ήταν και ολιγόλογος: μου έδινε σχεδόν πάντα την ευκαιρία να βλέπω το θέμα που συζητούσαμε κι από μια άλλη πλευρά, όπως λέγαμε τότε.
Οι γονείς μου, που ήταν αφοσιωμένοι στο να μεγαλώσουν έναν σωστό άνθρωπο (ρε τους καημένους κι αυτούς), δε νιάζονταν τόσο πολύ στην εφηβεία μου να με προφυλάξουν από τον μπαμπούλα εκείνης της εποχής: την άσπρη. Είχαν όμως εμμονή να μου διδάξουν οπωσδήποτε να μην αποπαίρνω κανέναν και συνέχεια τσαμπούναγαν ότι πρέπει να τους ακούω όλους. Αυτή ήταν μια πράγματι χρήσιμη συμβουλή προς έναν βλαστό δύο σογιών πεισματάρηδων: το πατρικό της προγιαγιάς μου ήταν Ξεροκέφαλου, ο βίος της ανάλογος.
Έτσι λοιπόν, θαύμαζα πάρα πολύ τον φίλο. Είκαζα ότι η ψυχραιμία, η νηφαλιότητα και η ήρεμη κριτική ικανότητά του οφειλόντουσαν στους γονείς του και στη διαπαιδαγώγηση που του έδιναν. Μια μέρα του το είπα. Κι εκείνος έσπευσε να με γειώσει και πάλι: "Οι γονείς μου είναι διανοούμενοι, άρα, όπως όλοι οι διανοούμενοι, εκτός πραγματικότητας.
Ταράχτηκα και προβληματίστηκα. Για να το λέει ο φίλος, κάτι ξέρει. Μέσα στην απλοϊκή εφηβική μου αντίληψη και στη σχετική περιορισμένη κατανόηση του κόσμου προσπάθησα να βρω ένα αντίδοτο: "αν είναι να καταντήσω διανοούμενος", έλεγα, "τουλάχιστον να μη βρεθώ εκτός πραγματικότητας". Είπα λοιπόν ότι το αντίδοτο στον διανοουμενίστικο σολιψισμό δε θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που διαφήμιζαν και πούσαραν οι δικοί μου γονείς: να τους ακούω όλους. Και έτσι κατέληξα να τους παίρνω όλους στα σοβαρά. Σίγουρα σε αυτό θα συντέλεσε και κάποια ζαβή γενετική προδιάθεση. Αλλά δε βαριέσαι: σημασία έχει ότι τους ακούω όλους.
Αυτά τα θυμήθηκα διαβάζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Λαμπρινής Χ. Θωμά στον Σκάι. Κατά τη Θωμά, η βία όσων καίνε τρένα είναι σύμπτωμα της αυξανόμενης γκετοποίησης και του παραγκωνισμού μεγάλων ομάδων (κυρίως νέων) μέσα στο λεκανοπέδιο. Πρόκειται για ένα σενάριο που έχει ξαναγυριστεί στη Γαλλία της δεκαετίας του 80, στα banlieues που γνωρίσαμε στο La Haine και αργότερα διά ζώσης, στις μεγάλες ταραχές του 2005. Πριν από τη γνωστή κατάληξη, συνοδεύτηκε από την άνοδο του νεοφασισμού. Με άλλα λόγια, η Θωμά προβλέπει περαιτέρω φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης αντίστοιχης με αυτή που προέκυψε στα παρισινά banlieues και αλλού. Άρα, ναι μεν jusqu' ici, tout va bien, αλλά βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση προς τις πλάκες του πεζοδρομίου.
Η ανάλυση της Θωμά μου φαίνεται εύλογη. Διάβασα το κείμενο το μεσημέρι και το σκεφτόμουνα. Συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που συμμερίζονται την εκτίμηση πως οδεύουμε προς φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης. Αμέσως, προσπάθησα να θυμηθώ τι άλλο έχω ακούσει όσον αφορά τις ερμηνείες για αυτό το ορατό ενδεχόμενο. Πάντα από φόβο μήπως εγώ και (ακόμα χειρότερα) η Θωμά βρισκόμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας. Άρχισα λοιπόν να εξετάζω εναλλακτικές ερμηνείες της παρούσας κατάστασης.
Κάποιοι λοιπόν, ας πούμε οι τον Λάκην σεβάζοντες αποδίδουν τις (υπαρκτές και μερικές φαντασιακές) ενδείξεις ότι βαδίζουμε προς κοινωνική διάλυση στους τρισκατάρατους πολιτικούς. Η έμφαση πάντα στους βουλευτές κι όχι στην κυβέρνηση ή στους τοπικούς άρχοντες. Αυτοί λοιπόν, οι πολιτικοί, τρώνε, τρώνε και διορίζουν ημέτερους στους οποίους δεν περιλαμβάνομαι εγώ κι ο γιος κι η κόρη μου κτλ. Ας παραμερίσουμε αυτή την ερμηνευτική γραμμή: υφίσταται στην Ελλάδα από τον Κωλέττη και ούτε έχει ερμηνεύσει τα πολιτικά πράγματα, ούτε τα έχει αλλάξει για να θυμηθούμε (εγώ την έχω μισοξεχασμένη) την "δεν-ξέρω-ποια Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" του Μαρξ.
Κάποιοι πάλι -- κι αυτοί είναι πολλοί -- αισθάνονται ότι το πρόβλημα ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που δεχτήκαμε μετανάστες. Η αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες είναι πιο διαδεδομένη απ' όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Κατ' αυτούς το πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες που έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει και ντόπιος φτωχός κόσμος ο οποίος πληθύνεται. Το πρόβλημα είναι οι ξένοι. Το πρόβλημα είναι οι μαύροι που μυρίζουν (θε μου ποιος λαός το λέει αυτό! ευτυχώς έμπαινα σε λεωφορεία τον καιρό που μοσχοβολούσαν μόνον ντόπιες ιδρωτίλες). Το πρόβλημα είναι οι αλβανοί που κλέβουν, σκοτώνουν, βιάζουν και οι 'αλλοδαπούτες', όπως τις λέει ο λαός μας χαριτωμένα, που μας κλέβουνε τους άντρες (όσους μας αφήνουν οι γκει, νέο φρούτο κι αυτό, ε κορίτσια;). Και τα λοιπά και τα λοιπά, και πάλι γνωστά πράματα. Γι' αυτούς τα πλιάτσικα, η βία, οι ταραχές -- όλα -- εξηγούνται απλά: γεμίσαμε ξένους και δεν ακούς πια ελληνικά. Άσε που δώσαμε δικαιώματα στους γιεχωβάδες κτλ. κτλ.
Από τη μια λοιπόν διαβάζεις τη Θωμά που προσπαθεί να αναλύσει το γιατί οι μασκοφόροι καίνε τα βαγόνια. Μπορεί η ανάλυση να είναι ορθή, μπορεί όχι -- δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι ότι προϋποθέτει μια αντίληψη της κοινωνίας όπως την καταλαβαίνουμε οι περισσότεροι γραμματιζούμενοι που γράφουμε και διαβάζουμε καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα: μιας κοινωνίας συναλληλίας, αλληλεγγύης και πολυμορφίας
Απέναντι όμως σε όλους εμάς τους λίγους, τους διανοούμενους, που κάναμε (ναι εμείς φταίμε, συλλογικά) την Ελλάδα κέντρο διερχομένων, υπάρχουν οι άλλοι: αυτοί που περιέγραψα πιο πάνω μέσα από τις απόψεις τους. Αναρωτιόμουνα σήμερα όλη μέρα στο γραφείο, στον δρόμο, στο γυμναστήριο: μήπως όσοι γράφουμε και διαβάζουμε καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα είμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας; μήπως η μόνη μορφή εφικτής κοινωνικής ειρήνης στην Ελλάδα είναι όχι αυτή της συναλληλίας, της αλληλεγγύης και της πολυμορφίας παρά του πολιτικά στρατιωτικού-κατασταλτικού και ηθικά πουριτανικού-αγροτοποιμενικού μοντέλου που ανέθρεψε γενιές και γενιές από το 1912 μέχρι και το 1989; Σίγουρα πάντως πολλοί νοσταλγούν αυτό το μοντέλο. Περισσότεροι απ' όσους θέλουμε να πιστεύουμε.
2/3/09
Sraosha: Σ' έναν κόσμο από μεγάλα "όχι" / λέω ένα "ναι" μικρό

Λοιπόν, ένας σχολιαστής του προηγούμενου ποστ πρόσφατα έγραψε ένα κείμενο για τον Χρήστο Βακαλόπουλο και τον ευχαριστώ πάρα πολύ.
Τα δοκίμια και τα κριτικά κείμενά του Χ.Β. δε μ' ενδιέφεραν ιδιαίτερα, αν και το Από το Χάος στο χαρτί ήτανε τουλάχιστον ενδιάφερον. Τις ταινίες του δεν τις έχω δει.
Ωστόσο, ο Βακαλόπουλος ήταν ο αγαπημένος νεοέλληνας συγγραφέας της νεότητάς μου. Οι Πτυχιούχοι (στην παλιά έκδοση της Ερατώς) με συντρόφευαν όπου και να πήγαινα, ενώ οι Αθηναϊκές Ιστορίες και η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ακόμα μέσα στα αγαπημένα μου. Ειδικά η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο. Πιάνει όλες αυτές τις ιδέες και τους μύθους από στην καρικατούρα των οποίων είμαστε πασαλειμμένοι πια ('έχουμε μια ιδιοσυστασία', 'αντιστεκόμαστε ως άλλο μικρό γαλατικό χωριό', 'όλα ήταν καλά μέχρι που μας πήδηξαν οι Φράγκοι το 1204' -- ή λίγο πιο πριν, θεολογικώς, κατά το Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα του Γιανναρά, 'ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου', 'σαμάνες, ζαπατίστες, αβορίγινες, δερβισάδες, φενταγίν -- αδέρφια μας' κτλ κτλ κτλ κτλ). Τις πιάνει λοιπόν και τις σβουρίζει στον αέρα, τις χώνει σ' ένα καπέλο-δισκοπότηρο λίγο θεατρικό και λίγο μπαρόβιο και από μέσα βγάζει ιδέες σαν κι αυτές μετουσιωμένες σε δυνατά και οικουμενικά κείμενα, με έναν σφριγηλό κοσμοπολιτισμό και μια μπαγάσικη λοξή αλλά μεταφυσική ματιά που δεν ξέρεις από πού σου την έφεξαν. Στη Γραμμή του Ορίζοντος συναντιούνται η ελπιδοφόρα (νεο-)Ορθοδοξία του '80, η ανεμπόδιστη παγκοσμιοποίηση του σινεμά και ο ακίνδυνος ευρωαριστερισμός-παπανδρεϊσμός της εποχής: μαζί συντίθενται σε έναν θρίαμβο, σ' ένα κείμενο σχεδόν βονεγκατικής επιστημονικής φαντασίας που διαδραματίζεται σε μια εξαϋλωμένη Πάτμο.
Είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω σε ένα πάρτυ, ο φίλος μου ο Π. μου είπε "έλα ρε μαλάκα, να του μιλήσεις". Ντράπηκα. Πάντα ντρέπομαι να απασχολώ με το άτομό μου τους άλλους, ιδίως άμα τους εκτιμώ, πολύ περισσότερο άμα τους θαυμάζω. Δεν πήγα. Λίγους μήνες μετά μου λέει ο Π. "Ρε μαλάκα, πέθανε ο Βακαλόπουλος".
1/3/09
Ο απολογισμός ενός χολερικού (του Sraosha)

Κλείνοντας τέσσερα χρόνια στην (ελληνική) μπλογκοκοινωνία, θυμάμαι μια κουβέντα που είχα με έναν φίλο, όταν του έλεγα πόσο με ταράζουν και με αναστατώνουν κάποια πράγματα που (μου) γράφουν κάποιοι: "Το πρόβλημά σου είναι ότι δε σου φαίνεται ότι είσαι ο τύπος που τα παίρνει όλα κατάκαρδα", είπε.
Έτσι αυτή τη φορά δε θα σταθώ επετειακά, όπως άλλοτε, στο τι έμαθα και τι κέρδισα μπλογκάροντας. Μετά από τέσσερα χρόνια (και περισσότερα αν μετρήσει κανείς άλλα αλλού), μπορώ πια να πω συγκεκριμένα τι με εξοργίζει στις μπλογκοσυζητήσεις: η a priori υπεροπτική νοοτροπία με την οποία πολλοί προσέρχονται σε αυτό το μεϊντάνι που λέγεται μπλογκ. Είναι ένα θέμα που προσπάθησα πολλές φορές να προσεγγίσω κριτικά και να αναλύσω ψυχρά, στην προσπάθειά μου να το κατανοήσω. Τζίφος.
Με παραλύει το να καταλαβαίνω ότι ο άλλος έρχεται να συζητήσει μαζί σου θεωρώντας a priori ότι είναι ευφυέστερος ή ηθικότερος ή πιο διαβασμένος ή πιο κουλ από σένα. Με απονεκρώνει σχεδόν όταν ο άλλος χρησιμοποιεί το πείραγμα ("πεπαιδευμένην ύβριν" κατά τον Αριστοτέλη), την ειρωνεία, τον ψόγο όχι για να προτείνει μια άλλη οπτική -- ή έστω για την πλάκα -- παρά ακριβώς για να σε πειθαναγκάσει ότι, ναι, είσαι ανόητος, αγράμματος, αφελής, μειωμένων ηθικών αντιστάσεων και στρεβλών ηθικών κριτηρίων, μπουνταλάς, ή ξέρω-γω-τι. Κάτι παθαίνω. Κακώς μεν, αλλά έτσι είναι.
Θυμάμαι την επίπλαστη ασθενική ευγένεια μερικών, κρούστα αυτής της υπεροψίας και περιφρόνησης. Θυμάμαι την εριστικότητα και την αφυψηλούτητα άλλων, που τις πυροδοτούσε ποιος ξέρει ποια ασθένεια και τις έτρεφε η ιδεολογική βεβαιότητα. Βράζω. Δε θέλω ούτε επίσκεψη να τους χαρίσω.
Σε όσους νομίζουν ότι μέσα στα μπλόγκια θα αναδειχθούν και θα λάμψουν γιατί αυτά κατοικούνται από ανόητους, αγράμματους και φανατικούς, προτείνω να αρχίσουνε να τα διαβάζουν κιόλας.
