4/9/09

ΣΕΛΗΝΗΣ



αφιερούται στους βουστασιάρχες και στον Αθήναιο (που του αρέσουν τα 17 fragmenta), εν όψει μεταθερινής πανσελήνου, σήμερον που συνέπεσε με της αγίας Ερμιόνης (άγιας Αρμόνης εις το χιακόν) - οι κυνηγοί γιορτάζοντας αυτήν και συνάμα την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου, πάνε και κρεμάν στα δέντρα μαντήλια και πίνουνε ρακή, όπως κάνανε παλιά πολύ όταν λατρεύαν την Αρτέμιδα.

Το μειδίαμα


Βόσκοντας στοιχεία γιά τις μέρες μου στο Γιόρκ, έμαθα ότι πέθανε ο Ντέρεκ Λινστρομ, ο καθηγητής μου, αρχές του καλοκαιριού(1925-2009). Ηταν αρχιτέκτονας που μετά τα σαράντα στράφηκε στην ακαδημαϊκή καρριέρα. Ηταν υπεύθυνος σπουδών στο Ινστιτούτο που είχα πάρει μιά υποτροφία.Σήμερα ,έχει απορροφηθεί από την αρχαιολογική σχολή του Πανεπιστημίου. Ημουν ο τρίτος, νομίζω Ελληνας σπουδαστής του, μετά τον Ιορδάνη Δημακόπουλο και τον Γιάννη Κίζη.Κοντούλης, μονίμως χαμογελαστός αλλά με μειδίαμα(όλοι οι ξένοι πιστεύαμε ότι ήταν σνομπάρας) στο πρώτο του μάθημα μας ξεκαθάρισε ότι άν θέλουμε να μάθουμε κάτι γιά την αναστηλωτική φιλοσοφία, ήμασταν μάλλον σε ξένον αχυρώνα. Λάτρευε το συγκεκριμένο. Ηταν παθιασμένος με τον τόπο του. Εμενε στο Λήντς, σε ένα προάστειο. Αυλή, δυό όροφοι, τεράστιες βιβλιοθήκες, γεμάτες βιλιοθήκες, συλλογή χαλιών.Οταν φαινόταν συναισθηματικός μιλούσε το πολύ πολύ γιά δραματικά τοπία.Η ειδικότητά του ήταν γύρω από την βιομηχανικη επανάσταση και η εποχή της Αντιβασιλείας.Τον ψιλοδουλεύαμε, επειδή παραήταν ψείρας και τυπικός.Μέσα σε μικροχαρές ζούσε, που γιά τους μη Εγγλέζους φαινόταν κόλαση: έπαιρνε το τσάι του στις 5.06 και όταν δεν είχε το κουλουράκι του, μπορεί και να κινδύνευε από κατάθλιψη.Τέτοια. Εντούτοις, αυτός μας οδήγησε, την παρέα των μπαλαρινέζων στο Καφέ Ρουαγιάλ του Εδιμβούργου και μας έμαθε το Γκλενμοράντζι. Έκτοτε το τσάκιζα στα Duty Free και έπινα το πρωτο εις υγείαν του.
Ημουν τόσο μπερδεμένος με τα γεγονότα της ζωής, ώστε όλοι οι δάσκαλοι με πετύχαιναν μονίμως στο σπουδαστήριο να ξεπατώνω τόννους βιβλίων,διότι ως κλασικός τεμπελχανάς,δουλεύω απάνθρωπα μόνον όταν βαρυέμαι ή δεν μου κάθεται(η Εκείνη, εννοείται).Αφού μιά μέρα ο Ντέρεκ με ρώτησε που πηγαίνω να διασκεδάσω,κι αν τηρώ κάποιους νόμους ασκητή.Νόμιζε πως ήμουν καλβινιστικά υστερικος με την ιπιστιμ.
Γυρνούσα το βράδι σπίτι, κουβαλώντας από δύο έως πεντε KFC, αναλόγως διαθεσίμων μετρητών και πρίν κοιμηθώ αναμετρούσα τι είχα μάθει στην διάρκεια της μέρας και δεν το πίστευα. Ηταν σπουδές. Χωρίς ίχνος φιλοσοφίας, επομένως δεν περίσσευε καιρός παρά μόνον γιά γνώση ταξινομημένη. Στην Ελλάδα, τέτοια μπερεκέτια δεν έχει. Βέβαια, η ζωή γίνεται πιό προβλέψιμη. Θυμάμαι που είχα βγεί με κάποια που μου γυάλισε,σε μιά ερημιά που τουςτρέλαινε το κάρι, πρίν μπείς στο Σκάρμπορο, δείπνο με κεριά και έτσι, της είπα, σε μιά ποιητική αποστροφή "πόσο όμορφη είσαι καλή μου", κυριολεκτώντας, χωρίς ετέρα πρόθεση και η Εσσεξιώτισσα μου απάντησε "Panos, δεν έχω αντίρρηση να το κάνουμε, αλλά μόνον με αυτες τις στάσεις, με τα εξής φιλιά επί αυτών των σημείων του δέρματος και δεν παίρνω χάπι" Μπορεί να ξενέρωσα, αλλα αυτή είναι η ταξινομημένη γνώση. Αν σπούδαζα στο Πακιστάν, δάσκαλοι και μαθητές θα πλέχαμε στο κλάημα.
Σε ένα κόρς, από αυτά που δέχονταν και σεμιναριακούς επισκέπτες, της βδομάδας, εμφανίστηκε,(1978) ένας «Αντιδήμαρχος Λευκωσίας»,τουρκοκύπριος συνάδελφος. Πήγα κατευθείαν στον τιούτορά μου και του είπα πως δεν αναγνωρίζω τουρκική δημοκρατία της Κύπρου (έτσι έγραφε η κάρτα του,πέντε χρόνια πρίν την μονομερή ανακήρυξή της). Δεσμεύτηκε να μου απαντήσει σε μία ώρα, πήγε και συνεδρίασε και μου ανακοίνωσε πως γιά το Ινστιτούτο αυτός ο αρχιτέκτονας ήταν ένας καλός συνάδελφος άπατρις.Με ρώτησε απλώς άν οπλοφορώ(του είπα όχι) και φρόντιζε να μας κρατάει σε λογικές αποστάσεις στις αίθουσες και στα διαλείμματα. Είχε βάλει και δυό τρείς συμμαθητές μου να ρίχνουν μιά ματιά, μη μαχαιρωθούμε.Οταν ο αρκαντάς μεϊμάρ έφυγε,ο δάσκαλος μου έδωσε συγχαρητήρια που δεν μαχαιρωθήκαμε μέσα στα premises της σχολής. Φυσικά, το ότι δεν μαχαιρωθήκαμε γενικώς, το έβρισκε παράξενο και απίστευτο.
Τελειώνοντας οι σπουδές, νοίκιασα μιά γραφομηχανή και σε σαράντα μέρες έγραψα την διπλωματική μου.Μόλις την παρέδωσα, τσούπ, ο Ντέρεκ ανήσυχος γιά τα άθλια αγγλικά μου. Οταν βεβαιώθηκε ότι δεν είχα λεφτά να νοικιάσω έναν μεταφραστή η ότι δεν διέθετα αγγλόφωνη ηγερία με δημιουργικές τάσεις, με κάλεσε στο σπίτι του στο Λήντς, μιά Κυριακή του Μάη. Ζούσε μόνος, δεν θυμάμαι άν υπήρχε καποια γραία οικονόμος. Πήραμε μαζί πρωινό και μεσημεριανό, πήρε από ταις οκτώ την εργασία μου, την διάβαζε φωναχτά, με ρωτούσε γιά το νόημα και διόρθωνε. Μιά φορά μόνον, εκεί που έγραφα πως προτιμώ την αναστήλωση ως ένα είδος διδακτικής,τρισδιάσταστης επί του χώρου ανασκαφής, με κάρφωσε με το βλέμμα και δήλωσε «ξέρεις, φαντάζομαι ,πως εικά αυτή, είναι η μέθοδος που σιχαίνομαι, η μέθοδος που τάχτηκα να συντρίψω». Τον διαβεβαίωσα πως ναί, το ήξερα. Οταν τελείωσε, αργά το απόγευμα, μου παράδωσε ένα δακτυλόγραφο στικτό από διορθώσεις(από τις εκατό σελίδες ζήτημα να είχαν γλυτώσει οι μισές τον όλεθρο) και με αποχαιρέτησε.Με ξεσκάτωσε, πραγματικά. Σεβάστηκε όλα τα νοήματα και τους έδωσε δορά αγγλοσαξονικού δοκιμίου. Είχε βγάλει όλα τα περσοναλιστικά ("well, conservation on what? as John Carter, my olde pal could say") και περιέκοψε όλην την λιπαρή καψούρα που περιέχει, έστω κρυπτικός και αφανής, ο νεοέλλην επιστημονικός λόγος. Αν διαβάσετε κείμενά μου πρίν το 1979, μπορεί να βρείτε ικμάδα, καλές ιδέες και τερτίπια,αλλα χωρίς αντοχή. Χάρη στο ολοήμερο μάθημα του Ντέρεκ, πήρα αυθημερόν το βερνίκι του συγγραφέα. Με ανέβασε αρκετές κατηγορίες.Χωρίς να προσθέσει μήτε μιά δική του λέξη, προσάρμοσε τόσο όμορφα τις δικές μου σε νέο πλαίσιο, ώστε κατάλαβα την διαδικασία κι έκτοτε, προσπαθώ επί ματαίω να την μεταδώσω σε συνανθρώπους μου.Διότι δεν είμαι Ντέρεκ. Είμαι η μαλακισμένη η Πετεφρίνα ή τέως άτακτη, και είμαι καλά.
Από κάποιο τευχάκι με τους Αλουμνίτες και την μοίρα τους, έμαθα ότι πήρε σύνταξη και αυτό ήταν όλο. Ωσπου σε μιά Γιόρκσιαρ Ποστ έπεσα σε μιά φωτογραφία, άνωθεν της νεκρολογίας του,αυτήν που παρουσιάζω, φωτογραφία ενός ανθρώπου σε δράση κι όχι τις συνήθεις ξεχειλωμενες από τα γεροντάματα. Διασώζει με εκπληκτικήν ακρίβεια, αυτό το μειδίαμα που το νομίζαμε σνομπίστικο. Αν ακολουθούσα, δάσκαλε, την απέχθειά σου προς τις αρχαιολογικής υφής αναστηλώσεις, σήμερα δεν θα καταλάβαινα πως το μειδίαμά σου έκρυβε και καλωσύνη, και πραγματικό ενδιαφέρον γιά τα μεταπτυχιακά σου σκατόπαιδα, που νόμιζαν πως ήταν υπεράνω. Μυστήριον γαρ η διδαχή. Δραματικό τοπίο.Ο Ντέρεκ ήταν ορκισμένος εργένης.Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ετσι γράφουν οι νεκρολογίες. Μαλακίες. Απλως, δεν έκανε απιστίες στους μαθητές του.

3/9/09

Η επιφάνεια του Keiji Makino


Έψαχνα έναν παροδικό φίλο και συμμαθητή μου στο York, τον Κέιτζι Μακίνο και όταν πληκτρολόγησα το όνομά του στον Γούγλο, οπότε άρχισαν να βγαίνουν αναρίθμητα φρικιά της τεχνολογίας.Προτίμησα να δώ στις "εικόνες", οπότε νά΄τος. Σε μιά έκθεση στη Μόσχα, πέρσυ,που βράβευσαν αρχιτέκτονες, εμφανίζεται ως κοντσιλιόρε της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Ρωσική Ομοσπονδία.Ίδιος κι απαράλλαχτος.
Ο Κέιτζι πρίν τριάντα χρόνια, ανήκε στην ομάδα των περιφερομένων ταλαντούχων Γιαπωνέζων που είχαν παρουσιάσει κάποια καλή σπουδαστικη δουλειά και η κυβέρνηση τους ξαπόστελνε σε Ευρώπες και τρίτους κόσμους, να μαζέψουν εμπειρίες. Ο Κέιτζι ήρχονταν από κάπου αλλού και θα έμενε στο York μιά χρονιά ακόμη, γιά να μελετήσει τα εργοστάσια σοκολάτας Μάκιντος, γιά καμιά επανάχρηση. Την διπλωματική του στην δική μας φουρνιά δεν την θυμάμαι. Είχε οικογένεια, γυναίκα και τρία παιδιά. Ηταν κοινωνικός, γλυκύτατος και φιλάνθρωπος. Κάναμε παρέα.Με καλεσε και στο σπίτι του να φάμε τα τοπικά του, και στο χώλ ήταν πέντε ζευγάρια σαγιονάρες, τοποθετημένες και στοιχημένες όπως εμείς φροντίζουμε τις μάρκες στο καζίνο, όταν κερδίζουμε. Από τις μεγάλες δικες του , έως τις ελάχιστες του μικρού του μπόμπιρα.Φάγαμε καταής και με τάιζαν από ξυλόκουτα αναρίθμητες πλάκες φυκιών-τους άδεισα δυό μπουκάλια σάκε γιά να το αντέξω.
Ο Κέιτζι με φρόντιζε. Μου είχε δανείσει μιά κίτρινη τηλεόραση και χαζεύοντας τα βιβλία μου, λάτρεψε το Βυζάντιο. Ηταν τέτοια η μανία του, ώστε του χάρισα πολλούς τόμους, ιδίως ένα τέρας σχήματος δευτέρου μεγάλου, γύρω στο 50Χ70 όπου υπηρχαν αποτυπώσεις όλων των οικισμών των νησιών της Ελλάδας, ξέρετε, αμυντικά χτισμένα σπίτια.Ηταν έτοιμος να το βάλει σε ναό,άνκαι δεν ξέρω τι πίστευε.
Ο Κέιτζι ήταν γενικά πολύ ψύχραιμος άνθρωπος, ανέκφραστος. Αργότερα, που γνώρισα περισσότερους γιαπωνέζους, κατάλαβα ότι δεν έφταιγε ο ίδιος. Αυτή η ιδιοφυής ικανότητα τους να ξέρουν εκ των προτέρων άν ο επερχόμενος να περάσει την ίδια πόρτα ήταν ιεραρχικά ανώτερός τους, οπότε υποκλίνονταν αναλόγως. Είχα γνωρίσει και μιά κοπελα,πανέμορφη,δέκα χρόνια μετά τον Κέιτζι, στην Χάγη,την κόλλησα όσο κολλάει η κόλλα στο κολλητήρι, ήταν διευθύντρια της Sony στην Δυτική Ευρώπη, δεν χωρούσαν μαζί της Ροιδηδες και quotes από Ταλευράνδο ή Ράσκιν (συμπαθάτε με ,αλλα τότε έτσι πιάναμε και κανέναν μηρό) οπότε καταπίνω την απέχθειά μου στα στερεότυπα και την ρωτάω Μα πώς η τοσον μεγάλη αυτή Εταιρειούκλα εμπιστεύτηκε σε μιά ντελικάτη κοπέλα μιά θέση που απαιτεί και φιζίκ νταλικιέρη; Αν τα έλεγες αυτά σε Ελληνίδα, σου γκούρλωνε τα μάτια και απαντούσε ώ ,βλέπω πως καταλάβατε, παρά τα φαινόμενα, την συναισθηματική πανούκλα που με διακατέχει, οπότε ακολουθούσαν επαληθεύσεις επί του κραββάτου. Η κοπέλα Γιαπωνεζούκλα, αντιθέτως με κοίταξε με σκοπό να κατουρηθώ επάνω μου και μου είπε με γιαπωνεζί εγγλέζιkα Υunno, ma bosses call me snake.
Προς το τέλος των μαθημάτων, μας πήγε η σχολή Σκωτία. Οι περισσότεροι δεν είχαν πάει, οπότε ξέροντας πως με το κατρελάκι όργωνα την Κελτική και τα σόγια της κάθε τόσο γιά πλάκα, μου ζητούσαν συχνά τουριστικές πληροφορίες. Δέσαμε ακόμη περισσότερο με τον Κέιτζι. Με τρέλαινε που επιτέλους καταλάβαινε και το ελληνικό και το εγγλέζικο χιούμορ, αλλα δεν είχε πρόβλημα να αντιδρά, ακόμη και πέντε έξι ώρες μετά που λέγαμε το σχετικό ανέκδοτο.
Επιστρέφοντας, στις πίσω θέσεις του πούλμαν, αποφάσισα να μάθω στον γέρο Κάρτερ, στον φαφλατά τον Μπράουν και στον Κέιτζι, να παίζουν εικοσιμία. Ξεκινήσαμε από το Λόντερ και έως το Νιούκασλ είχαν γίνει σαϊνια. Οι δυό Ιγγλίνοι γελούσαν βροντερά, έχαναν-κέρδιζαν ,αλλα όχι ο Κέιτζι. Με το που έπαιρνε τα χαρτιά στο χέρι, γινόταν καμικάζε. Uannnmorrrr! ούρλιαζε κοφτά και υστερικά, με παγωμένη μάσκα. Οταν έπιανε εικοσιμία ,όλοι αισθανόμασταν τυχεροί που δεν είχε ζαλωμένο επάνω του κανένα εγχειρίδιο. Tuendionnnnn!! σφύριζε ως Yunnomabossescallme snake.Μόλις μαζέψαμε την τράπουλα, ξανάγινε αγαπησιάρης και γκιούλα μπαχτσές.
Του έστειλα μιά κάρτα με ένα σκίτσο ,πρέπει να μου έστειλε κι αυτός. Χαθήκαμε. Τον ξαναείδα μετά από τριάντα χρόνια και ένα μήνα να προσφωνεί βραβευμένους στην Μόσχα, σε ένα φουτουρί περιβάλλον διακρατικής συνεργασίας. Τουλάχιστον περιδιαβαίνοντας την υπέρογκη ρώσικη ορθοδοξία, θα θυμάται, είμαι σίγουρος, τους μεθυσμένους βυζαντινούς μαϊστορες που του περιέγραφα, τραγουδώντας από το καταραμένο φίδι του Χατζιδάκι τα κομμάτια που είχαν πολύ πλινγκ πλίνγκ και στα δυό πιάνα.
Ακόμη και σήμερα, θα τον εμπιστευόμουνα τυφλά. Ως κοντσιλιόρε, είμαι σίγουρος πως οι επιλογές του είναι άριστες. Στο χωλ του σπιτιού του, οι σαγιονάρες και οι σαγιοναρίτσες παιδιών και εγγονιών του, θα είναι ,υπολογίζω ,πάνω από πενήντα...

2/9/09

Η εκδίκηση της παρθένας στα μπουζούκια



(για διευκρινίσεις εδώ).

Δεν έχω δει τη συγκεκριμένη ταινία, η οποία πρόπερσι είχε διαφημιστεί ως "υπερπαραγωγή" και "η πρώτη ελληνική πορνοταινία μετά από χρόνια". Ο τίτλος όμως είναι απολαυστικός, ενώ ο Αγγλοκύπριος πρωταγωνιστής έδωσε πέρσι μια σπαρταριστή συνέντευξη σε κυπριακό περιοδικό λάιφσταϊλ.

Τέλος πάντων, δεν είναι αυτά το θέμα μας. Άλλωστε ο τίτλος μου ήρθε ως απλός συνειρμός όταν άκουσα το αποτέλεσμα των σκέψεων (πώς τον λένε εκείνον τον υπολογιστή; Deep Throat; όχι: Deep Thought) του πρωθυπουργού. Η συλλογιστική της προηγούμενης φοράς που προκήρυξε εκλογές, μόλις πριν δύο χρόνια, ήταν 'απλώς' προσβλητική προς το Σύνταγμα και τη συνταγματική τάξη. Αυτή τη φορά είναι και κωμική: σαν παρθένα αρσενικής φαντασίωσης, από αυτές που τάχα ζητούν να τις τραβάνε, κι ας κλαίνε. Έτσι κι εκείνος σύρεται σε εκλογές γιατί αυτός ο τραμπούκος, αυτός ο ζαμπόνηρος μακιαβελικός ταλλεϋράνδος, ο πανίκανος Γ.Α.Π. τον τραβάει από την αμόλευτη κοτσίδα καθώς η τίμια εμπριμέ φούστα του σκίζεται πάνω στα χώματα και τις πέτρες του Βούθουλα. Γιατί δε μας λέει ότι προτιμάει να βγάλει 120 βουλευτές, αντί για 100 τον Μάρτιο; Θα ήταν εξίσου κυνική καταστρατήγηση των συνταγματικών επιταγών περί πρόωρων εκλογών, αλλά πιο ειλικρινής. Θα μπορούσε επίσης να κήρυσσε πόλεμο στην Τουρκία, που μας στέλνει ακόμα λαθρομετανάστες ("να φύγετε, λαθρομετανάστες, να πάτε αλλού"): θα υπήρχε πραγματικό εθνικό θέμα έτσι.

Κι ας γίνω ακόμα πιο κακεντρεχής: η τρομακτικά ανίκανη και συστηματικά διεφθαρμένη διακυβέρνηση της χώρας από τον Μίστερ Νιντέντο δε συγκρίνεται με αυτή του τρισκατάρατου Σημίτη, του απαίσιου Τάπερμαν που όλοι (σχεδόν όλοι) έβριζαν και μπινελίκωναν με αφοσίωση και μανία. Πράγματι, στη θέση διεφθαρμένων έχουμε διεφθαρμένους και ανίκανους, στη θέση αμερικανόδουλων έχουμε αμερικανόδουλους που δε ζητάν ανταλλάγματα από τον αφέντη τους, στη θέση κυνικών έχουμε ανόητους κυνικούς. Επίσης, πολύ φοβάμαι ότι μια πιθανή κυβέρνηση Γ.Α.Π. απλώς θα προσθέσει νέες συναρπαστικές παραμέτρους στα παραπάνω, κατεβάζοντας τον πήχυ των αλμάτων εις βάθος του Νιντέντο ακόμα πιο βαθιά. Και μην ποντάρετε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Κοινώς: δε σας άρεσε ο Σημίτης, ε; Ε...

Στο μεταξύ φοβάμαι πολύ. Αλλά σταματάω εδώ, αφού θα βγει ο ολντ μπόυ να πει πάλι ότι τα πράγματα δεν είναι συνήθως τόσο άσχημα όσο φοβόμαστε. Σωστά. Καμμιά φορά είναι χειρότερα.

Τα ρυάκια της μνήμης

Η Μαγιαλού, εγγόνα του Σβάρτσιχ, βρίσκεται συχνά στην καρδιά μου, μαζί με την εγγόνα Βεύη ή Βεβίτσα του Ποιητή και τον θετό μου εγγονό, τον υγιό Μαχμούντ του Μπεκτατσή. Στις τελευταίες φωτογραφίες που μό΄στειλε ο Σβάρτς, ιστορείται το μωλό να δέχεται θερμήν αγάπην παππουδίων.Ο δεξής ήναι ο φίλος μου, ο αριστερά μου ήτο ανεπίγνωστος. Η σκηνή ήτο από Ζάκυνθο, οπότε, ως καλός σεναρίστας, έστησα το σκηνικό: ήτο ένας χίππης Ολλανδός, πιθανότατα ο πενθερός του υιού της Λούδης, συντρόφου της Σβάρτσιχ, δηλαδή ο πατέρας της ξενίστριας της Μαγιαλού, που λέγεται και μητέρα της. Με θάρρος, αφού αποκατέστηα την πρώτη επαφή, πήρα τον κατήφορο.Ο χίπης αυτός,μάλλον συνομήλικος του Σβάρτς, άρα μικρότεροί μου αμφότεροι, θα ήτο κάποιο σάψαλο από την Χριστιανία, παλαιός φίλος που αντάμωσε η γενεά μου σε ζόρικες αίθουσες όπου εμετρώντο συστημικώς μηροί και μασχαλισμοί διεθνικώς, συν κάποια ρητά τροτσκιστικού ήθους.Και έμεινα να θαυμάζω πώς η γενιά μας κράτησε ομοιοθετικώς και οροθετικώς τα εξωτερικά της μηνύματα, στο σύνολο σχεδόν, της Δυτικής Ευρώπης. Με δυό λογάκια, καμάρωνα που συμπεθέρεψε ο Σβάρτσιχ με άτομα φαινομενικώς άσχετα, που έκρυβαν ωστόσο επιλεκτικές συγγένειες . Ναι, σκέφτηκα,η συμπεριφορά μας νίκησε την ενοχή του αίματος.
Πήγα να τα ειπω αυτά στον Σβάρτσιχ μόλις μου τηλεφώνησε γιά ζήτημα πολιτιστικής κληρονομιάς και άλλαι αηδίαι, και με πρόλαβε: είδες τη φωτογραφία με τον Νίκο;
Ποιόν Νίκο, του λέγω, Νίκο λέγουσιν τον Ολλανδό συμπέθερο; Ποιόν συμπέθερο, Πετεφρή, μου λέει σκασμένος από τα γέλια. Ο Νίκος είναι ορέ. Ο Λυκουρέσσης. Ο συμφοιτητής μας.ΔΕν τον εγνώρισες;
Οχι. Δεν τον εγνώρισα. Επειδή ποτέ δεν έτυχε να δω ότι διατηρεί κεντρική χωρίστρα,και κυρίως επειδή πάντοτε, σε όλαις ταις εικόνες του, έβλεπα καθαρά το στόμα του.Ναι, είναι ο Νίκος. Αυτός με την επτακοσάρα Καβασάκα του 1972,ενώ ο Τσώμος είχε Γιαμάχα.Ηταν η πρώτη φορά που η άγνοια, ο αποξεχασμός, το ξεμυάλισμα, η αφηρημάδα που επέδειξα, με ανακούφισαν. Και η Μαγιαλού, χαρούμενη, που την αγαπάνε τα παππούδια, θα κρατάει ένα κρυφό τηγανάκι στο τσαντάκι της, όταν θα βγαίνει τις τσάρκες της στην Δυτική Ευρώπη, σε μέρες που καθένας από τους τρείς μας, θα παίζει ψαλίδι, πέτρα και χαρτί, διεκδικώντας δωμάτιο σε εντατική, τάφο ή πολτρόνα σε οίκο ευγηρίας.

31/8/09

Το διήγημα κοσάρας όζει

Μια μέρα πάντρεψα.Ανοιξη του 1966. Υπήρχε στην ποντιακή μου οικογένεια της Αγροσυκιάς μιά σπαστή υποχρέωση κάποιος από το σόι μας να παντρέψει τέκνον μιάς άλλης οικογένειας, φιλικής λόγω συστημικής αγχιστείας. Η διαπραγμάτευση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί, επειδή ο πατέρας μου ήταν τότε στα 57 και τον θεωρούσαν πάππο, άρα ακατάλληλο γιά κουμπαριές.Η μάνα μου δεν ήταν Ποντία, επομένως η κουμπαριά μαζί της ήταν λειψανάβατη,έως και εχθρική. Απόμενε ο πρεσβύτερος υιός, ο γιός του Φέντια, me, myself and I. Δεν αντιστάθηκα πολύ, επειδή ήμουν περίεργος να ζήσω την εμπειρία.Κάπως συνδυάστηκε ο γάμος με τις λυκειακές μου υποχρεώσεις (εκδρομή του Πέμπτου στην Ελλάδα και τέτοια) και πήγαμε στο χωριό, να παντρέψω. Αποχαιρέτησα την τέχνη της ποιήσεως, ολοκληρώνοντας το ποίημα Πρόσκληση στον Δημήτρη [Βασιλείου, μετέπειτα Γκέτζ]

Έλα μαζί μου στο καφενείο «Το βρυσάκι»
Εκεί που μιά φωτεινή επιγραφή θυμίζει
Άγγελο μέσα σε νάιτ κλάμπ
Ή κάτι πιό αταίριαστο ακόμη

Ελα μαζί μου στην οδό [....]
Στην οδό Αρτέμιδος και Σόλωνος
Οπουδήποτε έχει χωματόδρομο
Σκόνη, χορτάρι κια ημιφορτηγά

Έλα στα χιλιάδες γιαπιά,
Στις ακίνητες ταμπέλες,στο σπίτι
Του χωροφύλακα που πήρε άδεια των Βαίων
Έλα στα αστικά των άγονων γραμμών

Έλα μαζί μου στο ερείπιο ενός πάρκου
Στο κατοχικό μπετόν και στο καινούργιο φύλλο
Τις νύχτες που ακούγεται χλωμό το ακορντεόν
Και μιά γριούλα σκέφτεται τα μαύρα που φοράει

Ελα μαζί μου[....]
Στην σκοτεινή γωνιά που φιλιέται το ζευγαράκι
Εκεί που η αγάπη μου περνάει το βραδάκι
Εκεί που τα φαντάσματα κινούνε τα εργοστάσια


(όσο θυμάμαι χαίρομαι) και πήγα να παντρέψω . Ημέρα Σάββατο.Πήγαμε με το λεωφορείο Θεσσαλονίκης Γιαννιτσών έως το Μηδέν,από εκεί πήραμε το λεωφορείο του μεσημεριού Γιαννιτσών-Αγροσυκιάς που έφτανε στο Μηδέν στις τέσσερις το μεσημέρι. Φορούσα κοστουμάκι πτι καρό γκριζάκι καλοκαιρινό που είχε αγοραστεί το 1964, καλοκαίρι. Και κραβάτα. Ο γάμος άρχισε με ουζοποσία πρωινή και μουζικάντηδες.Σε λίγο οι μισοί είχαν μεθύσει. Επεφτε χορός συνεχώς και χόρεψα τον ελαφρύν κότσαρη. Μετά άρχισε το τίκ και έβλεπα. Οταν ολοκληρώθηκε το γλέντι του γαμπρού,μπήκαμε σε ένα πουλμαν να πάρωμε την νύφη από τον Γιδά, όπου εκατοικούσε. Στον Γιδά, είχαν φτιάξει ένα Πει από πούλμαν του ΚΤΕΛ ,τρία τον αριθμό και έστρωσαν το τραπέζι στην μέση του Πεί.Τα έθιμα ήθελαν ο λεγόμενος κούμπαρος (όχι κουμπάρος) ενώ η ομήγυρη έτρωγε τσιριχτά, σιρόν και άλλα εύγευστα, να έχει στην απόλυτη κυριότητα και διακατοχή του μιά κοσσάρα, δηλαδή μιά γρηά κότα απ αυτές που έχουν το ζουμί, και ήταν υποχρεωμένος να την φάει ολόκληρη. Αυτό δεν ήταν εμπόδιο γιά κάποιον που έφαγε την άλλη χρονιά το περιεχόμενο από δύο ταβέρνες( χωρίς τα τραπεζοκαθίσματα) αλλα ήταν αβάσταχτος ο τρόπος μαγειρέματος. Η κοσσάρα ήταν βραστή, δηλαδή νερόβραστη και μάλιστα χωρίς αλατοπίπερο. Ανέδιδε μιά ωμίλα του κοττόλιπους, το κρέας ήτο ως να περιείχε ξυλοκυτταρίνη, πράγμα όχι απίθανο. Ενόσω την έτρωγα έπινα και ρετσίνα, ώσπου δεν άνθεξα και ζήτησα χαρτί και μολύβι. Μου έδωκαν ένα χαρτί εσωτερικό από Αρωμα άφιλτρο και έγραπσα, με πλαγίους κομψούς χαρακτήρες μιά συστοιχία διστίχων που άρχιζε «ο γάμος είναι πόλεμος, ο θάνατος ειρήνη/όποιος στον γάμο χαίρεται, στον τάφο του να μείνει». Ναιναιναί. Ετζι. Χόρεπσα και έναν συρτό, καταμεσήμερο, ανάμεσα στα πούλμαν. Μετά πήγαμε εν σώματι στην Αγροσυκιά. Ωσπου να μπούμε στην εκκλησία το ψίκι(=οψίκιον, η γαμπριάτικη σύναξη και πορεία) εμποδίζονταν από δήθεν μέθουες και ήταν ευθύνη του κούμπαρου να τους διώχνει δίδοντάς τους χρήματα. Οπισθεν του κούμπαρου ήντονε οι γονείς μου και έδωσαν τα μισθά των γιά να μπούμε στον Αγιο Αθανάσιο.
Ο γάμος κύλησε ομαλά, επειδή ήξερα το χρονογράφημα του Κονδυλάκη. Μετά, το γλέντι συνεχίστηκε έως αργά το βράδι. Μιά ώρα πρίν λιγοθυμήσουν οι τελευταιοι ,εκάλεσαν τον κούμπαρο να πάγει με τον γαμπρό στον προθάλαμο της παστάδας, ενώ γυναίκες φιληνάδες και συγγένισσες ετοιμαζαν την νύφη γιά τα δέοντα. Μείναμε καμιά ώρα μονάχοι. Ο γαμπρός, κοίταζε το πάτωμα,κι εγώ ολόγυρα. Ηταν αβάσταχτη η μεταξύ μας σιωπή, που την διέκοπτε αραιότατα ο ένας ή ο άλλος, λέγοντας: «ντο φτάς κούμπαρε;» ήτοι «τι κάνεις κουμπάρε;». Η απάντηση ήταν παγία: «ντό να εφτάω», ήτοι «τι να κάμω;» κι άειντε πάλε σιωπή. Επιτέλους τον φώναξαν γιά το καθήκον και εμένα με οδήγησαν στο δωμάτιο του γλεντιού όπου όλοι μου έκαναν ελαφρώς άσεμνα υπονοούμενα, που έμαθα στον κούμπαρο τα τρομερά σέξι κόλπα γιά να γίνει ακαταμάχητος. Εως τότε είχα βέβαια πουτσεύσει έξω έξω ολίγες δεσποινίδες,αλλα δεν είμαι σίγουρος πως εγνώριζα πόσα φύλλα διαθέτει το αιδοίον, και πού ακριβώς βρίσκεται.
Επιστρέψαμε την άλλη μέρα και μάθαμε ότι το ζεύγος χώρισε. Ηταν προσωρινό, αλλα δεν το ήξερα τότε. Κάθησα στο ποιητικόν λογείον και ξεφούρνισα ένα ποίημα, που έγινε δημοφιλές στην παρέα:

Ποίημα

Οι παλιότεροι από μάς ίσως την θυμούνται
Ηταν βάρβαρη κι αγαπούσε τα παλιά
Κατοχικά ρεμπέτικα του Βαμβακάρη
Σφύριζε κουραστικές πεννιές του Χατζιδάκι.

Ομορφη όχι, γεμάτη σπυριά
Γερμανόφιλη κι ορθολογιστική
Αγαπούσε Μυριβήλη και Βενέζη
Η πρώτη εφηβική μας εποχή!

Αργότερα βάφτισα το παιδί του ζευγαριού , τέλος του 1967, και συχνά έβαζα βενζίνη, αμέτρητα χρόνια, στο βενζινάδικο του κούμπαρου που μετά ικανή Γερμανία, είχε γυρίσει στο χωριό, δίπλα σε έναν μύλο που έγραφε «Πνευματικός κυλινδρόμυλος Κ.Θ .Θεοδωρίδη» και ήθελα να χρησιμοποιήσω ως τίτλο της πρώτης ποιητικής μου συλλογής. Πάντα τον ρωτούσα και με ρωτούσε «ντο φτας κούμπαρε», με παγία απάντηση «ντο να εφτάω». Με μόνη διαφορά ότι δεν υπηρχε πάτωμα. Κοίταζε με πάθος την μάνικα της μπετζίνας κι εγώ δήθεν ξεχώριζα λεφτά για το διάφορο του καυσίμου.

29/8/09

Dawkins ή Δαμασκηνός;

«μέγα ποστ, μέγα κακόν»

Η ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΥΤΑΠΑΤΗ, Richard Dawkins, εκδόσεις «κάτοπτρο». Χάρη στην στρωτή γλώσσα τής μετάφρασης των Μ. Γιατρουδάκη, Π.Δεληβοριά, Β.Σακελαρίου η ανάγνωση είναι απρόσκοπτη. Εδώ επιχειρώ μία διαγώνιο πρόταση ανάγνωσης:
Από τον index του βιβλίου παραθέτω επιλεκτικά το Σ, S . Θεώρησα αναγκαίο για να φωτίσω λίγο τα ονόματα και τους όρους, να παραθέσω χαρακτηριστικά σχετικά αποσπάσματα του Dawkins, όπου είναι εφικτό, ώστε να γίνει κάπως ανάγλυφη η παρουσία τους. Με αυτά θέλω να αναδείξω, έστω ελλειπτικά, τη θεματολογία, αλλά κυρίως τους «συνομιλητές» που επιλέγει ο συγγραφέας να έχει, και παράλληλα να εκφράσω την απορία μου, γιατί από το βιβλίο (και συνεπώς από τον index) απουσιάζουν αναφορές σχετικές με τα εξής έχοντα αρκτικό το Σ ονόματα και όρους, θεμελιωδώς συσχετιζόμενα, κατά τη γνώμη μου, με το θέμα τού βιβλίου του: σοφιστές, Σωκράτης(!) (και προσωκρατικοί) , Στωικοί (για να είμαι δίκαιος αναφέρεται στον Σενέκα), Σέλινγκ (!), Σοπενχάουερ.
Διαβάζοντας το βιβλίο είχα διαρκώς την αίσθηση ότι ο τίτλος είναι άλλος: ΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μέσα μου αντηχούσε αντιθετικά η καντιανή άποψη: Από την ιδέα του Θεού δεν προκύπτει η ύπαρξη του (απόρριψη της συλλογιστικής του Άνσελμου), αλλά και η ύπαρξη του Θεού δεν μπορεί να αποδειχθεί ως εκ της φύσεως της λογικής προσεγγίσεως –άρα και η ανυπαρξία του. Ο Δαμασκηνός το έχει ήδη πει με άλλο τρόπο: «Άπειρον (εκτός a posteriori κρίσεων) το Θείον και ακατάληπτον (εκτός a priori κρίσεων) και τούτον μόνον αυτού καταληπτόν, η απειρία και η ακαταληψία».
Υπογραμμίζω το εξής σημείο τού Δαμασκηνού: «τούτον μόνον αυτού καταληπτόν». Καταληπτόν, ήτοι εντός τού πεδίου τών a priori κρίσεων. Δηλαδή, κατά τον Δαμασκηνό είμαστε εκ κατασκευής «προγραμματισμένοι» να κατακτήσουμε την επίγνωση της αδυναμίας κατανόησης του θείου μέσω της λογικής. Και ιδού λοιπόν ένα άλλο ζήτημα, το οποίο αναδεικνύεται υπό το φως τής …. εξελικτικής θεωρίας: Αν πριν τον Δαμασκηνό υπήρχε μια ασάφεια περί των ορίων τής λογικής και της πίστης, η αποφατική διατύπωση ότι μεταξύ τους υπάρχει ένα στεγανό, ίσως αποτελεί επισήμανση μιας πνευματικής εξελικτικής διαδικασίας, που ξεκίνησε με τους προσωκρατικούς και εμπεδώθηκε στην εποχή του.

Ακολουθεί ο index για το γράμμα Σ, S

σαϊεντολογία, 287-288: «μία θρησκεία που σχεδιάστηκε ευφυώς, σχεδόν εξ ολοκλήρου» κάτι που ο Dawkins θεωρεί ότι αποτελεί εξαίρεση στον τρόπο σχηματισμού των θρησκειών, οι οποίες εξελίσσονται σχεδόν δαρβινικώς (χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά τον όρο «θρησκευτικά μιμίδια», 286).

Σαίξπηρ, Γουίλιαμ, 138, 139, 342, 480

Σάλεμ, μάγισσες, 114, 442 (αναφορά στο γνωστό περί το 1692 περιστατικό θρησκευτικής υστερίας , θέμα της ταινίας «οι Μάγισσες του Σάλεμ»)

σαντεμανιανή αίρεση, 155: αναφορά στον φυσικό Faraday, πασίγνωστο από τον ομώνυμο νόμο. «Ο Faraday ήταν μέλος της σαντεμανιανής αίρεσης, οι οπαδοί της οποίας πίστευαν (παρατατικός χρόνος, αφού πια έχουν σχεδόν εκλείψει) στην κυριολεκτική ερμηνεία της Βίβλου, έπλεναν τελετουργικά τα πόδια των νέων προσηλύτων και τραβούσαν κλήρους για να μάθουν το θέλημα του Θεού. Ο Faraday έγινε πρεσβύτερος της αίρεσης το 1860.» και «αίρεση που αποσχίστηκε από τον πρεσβυτεριανό κλάδο της Εκκλησίας της Σκωτίας τον 17ο αιώνα, Σ.τ.μ.»

Σανχεντρίν, 358: « Ο Hartung, στο ίδιο πνεύμα, αναφέρει ότι το Σανχεντρίν (το ιουδαϊκό ανώτατο δικαστήριο, επικεφαλής του οποίου είναι ο αρχιερέας) θα απήλλασε έναν Ισραηλίτη στην υποθετική περίπτωση που θα σκότωνε κατά λάθος έναν ομόθρησκό του ενώ πρόθεσή του ήταν να σκοτώσει ζώο ή παγανιστή.»

Σαουδική Αραβία:
βλασφημία, 403
γυναίκες, 372, 424
Διεθνής Αμνηστία, 58
φονταμενταλιστές, 350, 403, 404, 424
Πολλαπλές αναφορές στη Σαουδική Αραβία ως χώρας θεοκρατούμενης και καταπιεστικής.

σεκόγια, γιγάντια, 182, 183 (φυτό)

Σενέκας ο νεότερος, 389: ο γνωστός φιλόσοφος που ατύχησε να έχει μαθητή τον Νέρωνα. Ο Dawkins αναφέροντας τον Σενέκα ως υπόδειγμα ενός σεμνού και ηθικού φιλοσόφου, για να απαντήσει στο ερώτημα «αν ο αθεϊσμός ωθεί συστηματικά στη διάπραξη του κακού» αναφέρεται στη ρήση του: «Η θρησκεία είναι για τους κοινούς ανθρώπους αλήθεια· για τους σοφούς, ψεύδος· και για τους ιθύνοντες, χρήσιμη.».

σεξ, 244, 313: «οι εγκέφαλοί μας έχουν οργανωθεί κατά τρόπο ώστε να νιώθουν ευχαρίστηση με το σεξ, διότι το σεξ, στη φυσιολογική μορφή του, δημιουργεί μωρά.»

Σέρβοι, 51: «Αλλά και η αρχική χρήση της λέξης «εθνοκάθαρση» στη διάρκεια του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία αποτελεί, προφανώς, έναν ευφημισμό για να εννοηθούν οι εκκαθαρίσεις θρησκευτικών μειονοτήτων, δηλαδή ορθόδοξων χριστιανών Σέρβων, καθολικών Κροατών και μουσουλμάνων Βοσνίων».

Σίβα, 65: «Ο πολυθεϊσμός δεν είναι στην πραγματικότητα πολυθεϊσμός, αλλά μεταμφιεσμένος μονοθεϊσμός.»

σιίτες, 51: «Ως συνέπεια της αγγλοαμερικανικής εισβολής του 2003, ο πόλεμος του Ιράκ εκφυλίστηκε σε έναν μισαλλόδοξο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ σουνιτών και σιιτών.»

Σικάγο, Πανεπιστήμιο, 399: αναφερόμενος στον γεωλόγο Kurt Wise, «…. μια φονταμελιστική θρησκευτική ανατροφή, τον είχε αναγκάσει να πιστεύει πως η Γη – το αντικείμενο της γεωλογικής εκπαίδευσής του στο Σικάγο και το Harvard – είχε ηλικία μικρότερη από 10.000 χρόνια.»

σιχ, 473: «Κάποια Χριστούγεννα [….] η Independent, δημοσίευσε [….] μια οικουμενικά συγκινητική φωτογραφία: μια σκηνή από κάποιο σχολικό θεατρικό έργο με θέμα τη θεία Γέννηση. Τους τρεις Μάγους υποδύονταν, όπως ενθουσιωδώς ανακοίνωνε η λεζάντα, o Shadbreet (ένας Σιχ), ο Musharaff (ένας μουσουλμάνος) και η Adele (μια χριστιανή), όλοι τεσσάρων ετών. [………] Ποιος έντιμος άνθρωπος θα δεχόταν να αποδίδονται σε τετράχρονα παιδιά οι κοσμικές και οι θεολογικές απόψεις των γονέων τους;»

σκεπτικισμός, 89, 94, 96, 107, 110, 150, 155, 164, 241, 242, 498, 507

σκολύτης, 520: είδος μικρών κυλινδρικών κολεόπτερων της οικογένειας των σκολυτίδων.

σοβινισμός, βορείου ημισφαιρίου, 174, 203, μονοθεϊστικός, 64

Σούμπερτ Φραντς, 138, 139: «Εάν υπάρχει κάποιο λογικό επιχείρημα που να συνδέει την ύπαρξη της υψηλής τέχνης με την ύπαρξη του Θεού, οι υποστηρικτές αυτής της άποψης δεν το διατυπώνουν ρητά. Το θεωρούν αυταπόδεικτο, πράγμα φυσικά λανθασμένο πέρα για πέρα. […..] <ισχυρίζονται ότι > ο μουσικός εγκέφαλος του Σούμπερτ αποτελεί θαύμα απιθανότητας […..]. Ή περισσότερο πεζά, ίσως με τούτο εκφράζεται ένα είδος φθόνου της μεγαλοφυΐας: Πώς τολμά ένα άλλο ανθρώπινο ον να δημιουργεί τόσο όμορφη μουσική/ποίηση/τέχνη, ενώ εγώ δεν μπορώ; Συνεπώς, θα πρέπει να είναι ο Θεός που τα δημιουργεί.»

σουνίτες, 51 (βλέπε σιίτες)

σουρεαλισμός, 52, 422: «Στις 21 Φεβρουαρίου 2006, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε, σε συμφωνία με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, ότι μία εκκλησία στο Νιου Μέξικο πρέπει να εξαιρεθεί από το νόμο κατά της χρήσης παραισθησιογόνων ουσιών […..]. Οι πιστοί τού Centro Espirita Beneficiente Uniao do Vegetal πιστεύουν ότι μπορούν να κατανοήσουν τον Θεό μόνο εφόσον πιουν το αφέψημα hoasca, το οποίο περιέχει την παράνομη ουσία διμεθυλοθρυπταμίνη. […..]. Φανταστείτε τι θα γινόταν εάν τα μέλη κάποιου καλλιτεχνικού συλλόγου προσπαθούσαν να πείσουν ένα δικαστήριο πως «πιστεύουν» ότι μία παραισθησιογόνος ουσία τούς είναι απαραίτητη για να μπορέσουν να ενισχύσουν την κατανόηση για τα έργα της ιμπρεσιονιστικής ή της σουρεαλιστικής ζωγραφικής.»

Σπινόζα Μπαρούχ, 46: Αναφορά στον φιλόσοφο (1632-1677) μέσω μιας ρήσης τού Αϊνστάιν: «Πιστεύω στον Θεό του Σπινόζα, ο οποίος αποκαλύπτεται στην τάξη και την αρμονία όσων υπάρχουν, και όχι σε έναν Θεό ασχολούμενο με τα πεπρωμένα και τις πράξεις των ανθρώπων.»


Στάλιν Ιωσήφ, 113, 167, 391, άθεος, 226, 383-384, 391, Θεολογικό Σεμινάριο της Τιφλίδας, 384: πολλαπλές αναφορές στον Στάλιν, εν πολλοίς εξισωτικές με τον Χίτλερ, σε παραδείγματα αθεϊστικού αμοραλισμού και σε αντιπαραδείγματα αθεϊστικής ηθικής.

Σταυροφόροι, 71, 438: ενώ προηγουμένως έχει αναφερθεί στο Κοράνι και τον ιερό πόλεμο, «Και ο χριστιανισμός εξαπλώθηκε επίσης δια του ξίφους, το οποίο κατ’ αρχάς κράδαιναν οι Βυζαντινοί [….], κατόπιν οι Σταυροφόροι και αργότερα, οι κονκισταδόρες και άλλοι ευρωπαίοι κατακτητές και άποικοι, συνοδευόμενοι από ιεραποστόλους.»

στοίχημα του Pascal, 162-165, 285: αναφορά στο περίφημο «στοίχημα» του σπουδαίου μαθηματικού και φιλοσόφου, οπαδού του Γιανσενισμού: «….οσοδήποτε μεγάλες και αν είναι οι πιθανότητες μη ύπαρξης του Θεού, υπάρχει μια ακόμη μεγαλύτερη δυσαναλογία στην ποινή για την λανθασμένη επιλογή. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να πιστεύουμε στον Θεό, διότι, αν έχουμε δίκιο, θα κερδίσουμε την αιώνια μακαριότητα, ενώ αν κάνουμε λάθος δεν θα υποστούμε καμία συνέπεια.»

Στρατός του Θεού, 414: αναφερόμενος σε ακτιβιστές κατά των εκτρώσεων: «Κάποιοι θρησκευόμενοι εμφανίζονται ανίκανοι να διακρίνουν την ηθική διαφορά μεταξύ φόνου ενός μικρού συνονθυλεύματος κυττάρων αφενός και ενός πλήρως ανεπτυγμένου γιατρού αφετέρου. […..]<οπαδοί> από το Στρατό του Θεού (Army of God, AOG) επιδίδονται σε εμπρησμούς κλινικών που πραγματοποιούνται εκτρώσεις και δεν έχουν αποκρύψει την επιθυμία τους να σκοτώνουν γιατρούς.»

Συντηρητικοί, 50, 323

σχέδιο, επίφαση, 129, 208, 209, 232: πολλαπλές αναφορές με αντιπαράθεση στο τελολογικό επιχείρημα ύπαρξης του Θεού, ή επιχείρημα εκ του σχεδίου, που υποστηρίζει ότι το Σύμπαν και ειδικότερα τα έμβια όντα δίνουν την εντύπωση ότι κάποιος τα σχεδίασε, και αυτός είναι ο Θεός.

Sacranie, σερ Iqbal, 57, 403: μετριοπαθής ηγέτης των μουσουλμάνων της Βρετανίας.

Sagan, Carl, 38, 48, 84, 116, 117, 120, 502, 510: πολλαπλές αναφορές στον γνωστό και από σειρές επιστημονικών τηλεοπτικών εκπομπών αστροφυσικό, συγγραφέα πολλών βιβλίων εκλαϊκευμένης επιστήμης. «[..] αν με τη λέξη “Θεός” εννοεί κανείς το σύνολο των φυσικών νόμων που διέπουν το Σύμπαν, τότε, ολοφάνερα, υπάρχει τέτοιος Θεός. Αυτός ο Θεός όμως δεν ικανοποιεί συναισθηματικές ανάγκες […] δεν έχει πολύ νόημα να προσευχηθείς στο νόμο της βαρύτητας», Carl Sagan.

Scarborough, Rick, 54: αιδεσιμότατος, υποστηρικτής δικαστικών αγωγών χριστιανών «που επιχειρούν να κατοχυρώσουν τη θρησκεία ως νομικό έρεισμα για διακρίσεις κατά των ομοφυλοφίλων και άλλων ομάδων, […].»

Schrödinger, Erwin, 509: αναφορά στο γνωστό θεωρητικό φυσικό (1887-1961) και την «παροιμιώδη γάτα του».

Scopew, John, 398, κατηγορούμενος στην «δίκη των πιθήκων, του Ντέιτον, το 1925. Σύμφωνα με τον μεταφραστή: «Πολύκροτη δίκη βασισμένη στην πολιτειακή νομοθεσία που απαγόρευε κάθε διδασκαλία αντίθετη στο δόγμα της θείας καταγωγής του ανθρώπου»

Scott, Nick, 476: εκπρόσωπος της Εκστρατείας για την Αληθινή Εκπαίδευση ο οποίος σε συσχετισμό με τα της αναφοράς στη λέξη «σιχ» (βλέπε πιο πάνω), διαμαρτυρήθηκε στην εφημερίδα Independent γράφοντας «τα παιδιά στις μέρες μας διδάσκονται πως όλες οι θρησκείες είναι ισάξιες, πράγμα που σημαίνει ότι η δική τους δεν έχει καμία ιδιαίτερη αξία» .

Seigneur de Dakeyne, 148: Αναφερόμενος στην ιστορική ανακρίβεια των γενεαλογιών και των περί την καταγωγή του Χριστού αναφορών στα Ευαγγέλια: «Γιατί στην ευχή θα απαιτούσαν οι Ρωμαίοι από τον Ιωσήφ να πάει στην πόλη όπου είχε ζήσει ένας μακρινός του πρόγονος; Είναι σαν να έπρεπε εγώ, λόγου χάριν να αναφέρω σε ένα έντυπο απογραφής την Άσμπι ντε λα Ζους της Αγγλίας, ως πόλη καταγωγής μου, εφόσον κατάφερνα να ανιχνεύσω το γενεαλογικό μου δέντρο έως και τον Seigneur de Dakeyne, […].

SETI, πρόγραμμα Αναζήτησης Εξωγήινης Νοημοσύνης, 117, 119, 121,207

Shaheen, Naseeb, 480: «ο Naseeb Shaheen κατέγραψε περισσότερες από 1300 βιβλικές αναφορές στα έργα του Σαίξπηρ […]».

Shaw, George, Bernard, 241: Αναφορά στη ρήση του διάσημου συγγραφέα «Το γεγονός ότι ένας πιστός είναι ευτυχέστερος από έναν σκεπτικιστή δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από το γεγονός ότι ο μεθυσμένος αισθάνεται ευτυχέστερος από τον ξεμέθυστο».

Sheen, αιδεσιμότατος δρ Fulton J., 48: «καθηγητής στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής, ο οποίος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στον Αϊνστάιν όταν εκείνος, το 1940, αποκήρυξε την ιδέα του προσωπικού Θεού».

Shennan, Stephen, 281: καθηγητής Θεωρητικής Αρχαιολογίας, συγγραφέας του Genes, Memes and Human History (Γονίδια, Μιμίδια και Ανθρώπινη Ιστορία).


Sherman, Robert, 79: Αμερικανός δημοσιογράφος που σε ερώτησή του στον Τζωρτζ Μπους τον πρεσβύτερο για την ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων έλαβε την απάντηση: «Όχι, δεν πιστεύω ότι οι άθεοι θα πρέπει να θεωρούνται πολίτες, […]».

Shermer, Michael, 161, 191, 243, 264, 303, 320, 502: επιστημονικός συγγραφέας, ιστορικός της επιστήμης, αρχισυντάκτης περιοδικού Skeptic.

Singer, Peter, 318, 319, 382: Αυστραλός, ηθικός φιλόσοφος (1946-), μαζί με τον Hauser πειραματίστηκαν σε υποθετικά διλλήματα συγκρίνοντας την ηθική στάση αθέων και θεϊστών, όπου δεν προέκυψε σημαντική στατιστική διαφορά.

Smith, Joseph (βλ. και μορμονισμός), 288: «… ευρηματικός ψευδολόγος ιδρυτής τού <μορμονισμού>, έφτασε στο σημείο να συντάξει ένα εντελώς νέο ιερό βιβλίο, τη Βίβλο του Μορμόν, επινοώντας από το τίποτε μια ολόκληρη νέα πλαστή αμερικάνικη ιστορία, γραμμένη σε πλαστά αγγλικά του 17ου αιώνα.»

Smith, Ken, 362-363: συγγραφέας του Ken’s Guide to the Bible (ο οδηγός του Κεν για τη Βίβλο): «αν οι επιστολές του Ιωάννη φαίνεται ότι έχουν γραφτεί υπό την επήρεια χασίς, η Αποκάλυψη μοιάζει γραμμένη υπό την επήρεια LSD.»

Smolin, Lee, 217, 229: (1955-) αμερικανός θεωρητικός φυσικός, «έχει αναπτύξει μιαν ελκυστικά δαρβινική παραλλαγή της θεωρίας του πολυσύμπαντος, η οποία περιλαμβάνει τόσο σειραϊκά όσο και παράλληλα στοιχεία.».

Smythies, John, 266: νευροψυχίατρος, «Μία από τις πολλές εκδηλώσεις της θρησκείας είναι η αγάπή για ένα υπερφυσικό πρόσωπο, δηλαδή το Θεό, σε συνδυασμό με τον βαθύ σεβασμό προς τις εικόνες αυτού του προσώπου.[….] Ομοίως, ο ρομαντικός έρωτας για ένα άλλο πρόσωπο (του αντίθετου φύλου συνήθως) παρουσιάζει την ίδια έντονη επικέντρωση [….]».

Snowflakes (βλ. χιονοστιβάδες)

Sookhdeo, Patrick, 431, διευθυντής του Ινστιτούτου για τη μελέτη του Ισλάμ και του Χριστιανισμού.

Spectator, 431: περιοδικό του Λονδίνου
Spong, John Shelby, 332: (1931-)αμερικανός επίσκοπος, φιλελεύθερων τάσεων, «όσοι επιθυμούν να βασίζουν κατά γράμμα την ηθικότητά τους στη Βίβλο, είτε δεν την έχουν διαβάσει, είτε δεν την έχουν κατανοήσει».

Stannard, Russel, 105, 156, 218, 394 o Dawkins κάνει επικριτική αναφορά: «[..] (ένας από τους τρεις γνωστότερους θρήσκους επιστήμονες της Βρετανίας, [..]) συμμετείχε σε μια πρωτοβουλία που χρηματοδοτήθηκε – προφανώς – από το Ίδρυμα Templeton, για να εξεταστεί πειραματικά η υπόθεση ότι η προσευχή υπέρ νοσούντων βελτιώνει την υγεία τους.»

Stenger, Victor, 133, 179: φυσικός, «συγγραφέας του Has Science Found God? ( Ανακάλυψε η επιστήμη το Θεό;)(η απάντηση είναι όχι)».

Sterelny, Kim 239, 240: αυστραλονεοζηλανδός φιλόσοφος, μελετητής των Αβοριγίνων, λέει σχετικά: «Επιβιώνουν σε δυσχερέστατες συνθήκες […] χάρη σε μια θρυλικά πλήρη κατανόηση του βιολογικού περιβάλλοντός τους. Αλλά συνδυάζουν αυτή την κατανόηση με βαθιές και καταστροφικές εμμονές σχετικά με τη μαγεία και τις μαγγανείες […]».

Stirrat, Michael, 159, 160: συντάκτης έρευνας σχετικά με τις θρησκευτικές απόψεις των αγγλόφωνων.

Stubblebine, Albert, στρατηγός, 513, 514: πρόσωπο μιας αφήγησης σχετικής με την θεωρία των κβάντα.

Sunlloway, Frank, 161: συνεργάτης του Shermer (βλέπε πιο πάνω).

Susskind, Leonard, 179, 215: φυσικός, παρατίθεται το εξής απόσπασμά του « Δεν είμαι ιστορικός, αλλά θα τολμήσω να εκφέρω μία γνώμη: στην πραγματικότητα, η σύγχρονη κοσμολογία άρχισε με τον Δαρβίνο και τον Wallace. Σε αντίθεση με κάθε άλλον πριν από αυτούς, προσέφεραν εξηγήσεις για την ύπαρξή μας οι οποίες απέρριπταν κάθε υπερφυσική δύναμη. Ο Δαρβίνος και ο Wallace καθιέρωσαν ένα μέτρο όχι μόνο για τις φυσικές επιστήμες της ζωής αλλά και για την κοσμολογία».

Sutcliffe, Peter, 140: «Λέτε ότι είχατε εμπειρία του Θεού; […] Ο Peter Sutcliffe, ο αντεροβγάλτης του Γιόρκσαϊρ, άκουγε πολύ καθαρά τον Ιησού να του λέει να σκοτώσει γυναίκες – και φυλακίστηκε ισόβια».

Sweeney, Julia 352, 454, 455, 456: Αμερικανίδα κωμικός. Δικό της το απόσπασμα, από το σόου Letting Go of God (Αφήνοντας τον Θεό): «Αυτό ακριβώς δεν κάνουν οι αιρέσεις; Δεν σε υποχρεώνουν να εγκαταλείψεις την οικογένειά σου ώστε να σε κατηχήσουν στα πιστεύω τους;» (ως ανάλογον του «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν…»).

Swinburne, Richard, 100, 108, 109, 110, 219,220: «ένας από τους κορυφαίους θεολόγους της Βρετανίας». Παρατίθεται ένα απόσπασμά του από το βιβλίο Is There a God (Υπάρχει Θεός;), ως υποδειγματική άποψη σχετική με το «όπου βούλεται Θεός νικάται φύσεως τάξις» : «[…] Ο Θεός δεν περιορίζεται από τους νόμους της Φύσης. Εκείνος τους δημιουργεί και μπορεί να τους αλλάξει ή να τους καταργήσει – αν το επιλέξει.»

περί σωματιδίων, 220-222

Η κατσαρόλα

Το καλοκαίρι του 1964, είχα ξεκινήσει να γράφω σε ένα μακρόστενο τεφτέρι που δεν είχε ριγωτές κόλλες, αλλά λευκές.Οπότε αισθανόμουνα ελεύθερος και ευτυχής. Τελειώνοντας οι οικογενειακές διακοπές( στο Μπαξέ τσιφλίκι, παρακαλώ και μόνον δέκα μέρες επειδή είχαμε χρεωθεί γιά το διαμέρισμα της Βασιλίσσης Όλγας ,τότε στο καραγιαπί,και ήπρεπε να περνάμε με τρια χιλιάρικα τον μήνα ολιγότερα) πέρασα από τα βιβλιοπωλεία της Σαλονίκης και απέκτησα το εν Πάτμω του Παπαδίτσα, το Αξιον Εστί του Ελύτη και τα Συμπληρώματα στην Ανθολογία του Ηρακλή Αποστολίδη.
Απέξω, ήταν ατμόσφαιρα κυβέρνησης Παπανδρέου.Και είχε Λαμπράκηδες. Και έντονη φημολογία πως η δραχμή μας χάνεται και την πάει τσάρκα στην Ελβετία και στην καταστροφή ο Παπατζής.Αυτά έγραφε η εφημερίς ΗΜΕΡΑ: αυτή η δραχμή είναι δική σου.
Αλλά στο δωμάτιο που περνούσα τις νύχτες μου, επειδή το ίδιο δωμάτιο την ημέρα ήταν διαμονητήριο όλων μας, από αυτά τα τρία βλιβλία(όχι βιβλία) που διάβαζα τρείς και τέσσερις φορές καθημερνώς, συνδράμοντας, όποτε αισθανόμουν αδιάβαστος, οι δύο μικροί τόμοι του Καβάφη,πάντα η Τρίτη έκδοση των ποιημάτων του Σεφέρη, ο Εμπειρίκος από τον Γαλαξία,ο δεύτερος τόμος της Ανθολογίας Περάνθη, και οι Προσανατολισμοί του Ελύτη, πάλι Γαλαξίας, αναδυόταν από την συνείδησή μου ένας προσωδιακός χαρακτήρας με μορφή λόγου, που έκτοτε δεν ξανασυνάντησα. Νόμιζα πως ήμουν άφωνος και άηχος συνθέτης. Νόμιζα πως μπορούσα να καταλάβω κάθε εικαστική τεχνική ,ακομη κι άν την έβλεπα μέσα από το κακοτυπωμένο κλισέ μιάς εφημερίδας τυπωμένης σε χονδρόκοκκο τρελόχαρτο. Οπότε, καλυτερεύοντας τα μάτια της ψυχής, έρριχα κι άλλο κάρβουνο στην υπόθεση. Οχι κάθε μέρα, αλλά κάθε εβδομάδα οπωσδήποτε, τέλειωνα την ανάγνωση όλων των τευχών της Νέας Εστίας που διέθετα (από το 1962) και όλων των Εποχών (από το πρώτο τεύχος).Ωστόσο ,τσιμπούσα συνείδηση από οτιδήποτε γραμμένο: θυμάμαι πότε πρωτοείδα φωτογραφία του Μπομπ Ντύλαν: σε μια σελίδα του Time η του Newsweek, ένα τόσο δα κλισεδάκι, με τον τραγουδιστή πάνω από πέντε απαξιωτικές κουβέντες και μιά παράξενη γκριμάτσα. Ναι ,υπήρχε και τότε Μπουσισμός, αλλά τον ξόδευαν γιά τους δημοφιλείς στην κοινωνία των παιδιών.
Τα υπόλοιπα θα τα αναπτύξω πριν αποθάνω. Γιά την ώρα, μένω στην ανάγνωση του Αξιον Εστί. Ηταν μιά διαδικασία εκτέλεσης μιάς παρτιτούρας από κάποιον που δεν είχε αγγίξει μουσικό όργανο και δεν κάτεχε ντιπ την σχετική τέχνη. Το μόνον που ήθελα, ήταν να στιχουργώ, να μη επιτρέπω ινστρουμένταλ κομμάτια να παρεμβαίνουν στον εαυτό μου, επειδή αποκτούσα την διάθεση να σαλτάρω, όχι στα μπούτια της Μόρφως, στο μπαλκόνι της Βυζαντίας και στις μυρωδάτες κοιλιές, και τις επτά, της Αρδοσλάφκας,αλλά από τον γκρεμνό που φάνταζε ανίκητος, στο δυτικό μάγουλο της χαράδρας πάνω από το Κορνισόρ, την Κρώμνη.Η σκέτη μουσική με οδηγούσε στην αυτοκτονία. Μουσική μετά στίχων, λιμπρέτου ή απλώς κανταδόρικη με παρέα, την άντεχα πιό εύκολα.
Το 1962 είχα μιάν αποκαλύπτική εμπειρία. Κοιμόμουνα με το ραδιόφωνο από βακελίτη δίπλα στο κρεβάτι μου και άκουγα τους ήχους ώσπου να κοιμηθώ. Τότε, αναδύθηκα από το πρωτοϋπνι και έμαθα ότι θα άκουγα ένα έργο ονόματι Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Ιγκόρ Στραβινσκι. Το άκουσα. Στο τέλος της νυκτός ,παρά τα ροχαλητά που ακολούθησαν στον βίο μου, ήμουν πεπεισμένος ότι δεν θα κοιμόμουνα ποτέ ολόκληρος. Οτι ένα τμήμα μου, θα παρέμενε αγρυπνο.Είχα γίνει κουρέλι. Δεν πίστευα αυτό που άκουγα, γι΄αυτό και έγινα οπαδός του. Δεν υπήρχε πραγματικότητα γιά μένα.Θα ήμουν διασπασμένος σε εικόνες που ήταν προορισμένες να δακρύζουν εν τη απιστία τους.
Εκτοτε, αντάμωσα την ίδια αποκαλυπτική εμπειρία διαβάζοντας το Αξιον Εστί. Ενώ καταλάβαινα εύκολα την απλη δομή του και με ενοχλούσαν διάφοροι στίχοι, ο τραντελληνισμός του, τα σερπετώδη και μπρούτα πεζά του, καταλάβαινα ότι αυτός ο ποιητής έπρεπε να βιωθεί μέσα μου ως το σύνολο των αντιρρήσεων που θα μπορούσα ποτέ να εφεύρω. Ηταν ένας ποιητής που δεν θα χώνευα, επειδή δεν χώνευα την ίδια μου την ύπαρξη. Κυρίως επειδή σε άφηνε να ντύσεις με την δική σου μουσική την πάσα γνώση και αγνωσία που σε τύλιγε.
Επί μερικούς μήνες, ήμουνα ένα είδος άτυπου ατζέντη του Ελύτη στα Γιαννιτσά. Μαζί, εν παραλλήλω, του σουρεαλισμού.Τον Οκτώβριο του 1964, ζήτησα από τον φιλόλογο,ονόματι Γαβριηλίδη,να διαβάσω την ιστορία από το μέτωπο στην εορτή της 27ης Οκτωβρίου στο Λύκειο, που ήταν και ταυτόσημη με την εορτή της Σημαίας. Ο καθηγητής, διάβασε σουφρώνοντας κατ έθος τα χείλη από το αντίτυπό μου, και έσβησε με μολυβάκι δυό πράγματα: το «όι, όι μάνα μου», μάλλον επειδή του θύμιζε το «λελε μάικω» και σθλαβομακεδόνιζε, αλλά και την μνεία γιά τις ψείρες που τρώγανε τους φαντάρους. Τα άλλα τα άφησε απείραχτα.Οντως, το διάβασα στην σχολική αυλή, άρεσε πολύ στους συμμαθητάς μου και στην μοναδική δηλωμένη αριστερή συμμαθήτριά μου,και τέλειωσε.
Τέλειωσε; Σκατά. Σε λίγες μέρες, πρώτη Νοεμβρίου 1964 μεσημέρι κατά τις 3,το ΕΙΡ του Πεπονή ,παρουσίασε το μουσικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη και το άκουσα, κολλημένος στο βακελιτικόν εωσφορικόν μέσον άχρι θανάτου. Η μελοποίηση που άκουγα με γοήτευε και με εξαγρίωνε. Με γοήτευε διότι απείχε παρασάγγες από την δική μου μουσική υπόκρουση, και κύλαγε άνετα επειδή ο συνθέτης ήταν συνθέτης και γνώριζε την τέχνη του εσναφιού, αλλά με εξαγρίωνε επειδή κολόβωνε το ποιητικό έργο, και επέλεγε στροφές ή λογάκια που δεν είχαν την συνέχεια του βιβλίου. Δεν καταλάβαινα, με δυό λόγια, γιατί έπρεπε να πολεμάω με σκοταδιστές καθηγητές, ακροδεξιά απομεινάρια του εμφυλίου, να διαμαρτύρομαι ή να ειρωνεύομαι στην κοπτοραπτική τους και όταν έπραττε το ίδιο ο ηγέτης των Λαμπράκηδων, να κάνω μπράκ και να αποκρύπτω την ορφάνια στην οποία με οδηγούσε.
Φυσικά, το μουσικό έργο το απορρόφησα πιό καλά κι από καλύμνιο σφουγγάρι .Αλλά κατάλαβα πως η σύνθεση κατέστρεψε εντός μου όλην την ακατάδεχτη ψύχα, όλην την ευαισθησία που την δυνάστευε έκτοτε το τραγικό, αντί να ψωλοβαράει μονίμως και ευτυχισμένη, με το δραματικό. Ποτέ μου δεν θα καταλάβαινα ένα σατιρικό δράμα. Η μελοποίηση του Αξιον Εστί με έπεισε πως άλλος δρόμος εξόν του τζουτζέ, του γραφικού και του υπερμαλάκα, δεν υπήρχε γιά κάποιον αφοσιωμένο στην τρέλα της γραφής.
Εκανα μιά τελευταία προσπάθεια να αποκαταστήσω την βαρέως τρωθείσα ψυχική μου υγεία. 31 Δεκεμβρίου 1964, στην γιορτή των φροντιστηρίων Σβάρνα, παράρτημα Γιαννιτσών ,διάβασα ολόκληρο το Αξιον Εστί στην εορτάζουσα ομήγυρη, δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο και κάτω από μία ποπίστικη εικονίτσα μιάς κυρίας που ψώνιζε, στην οποία είχα προσθέσει κολλαζάκια, πτερά και πέπουλα.Το άκουσαν και μεταξύ τους λέγανε «ε, αυτός πάει γιά ποιητής,τον χάσαμε τον Παγκανέλ».

Τιποτα απ΄όλα αυτά δεν θα με ενδιάφερε, σαρανταπέντε χρόνους μετά τα δρώμενα,άν δεν επιστρέφαμε από Χαλκιδική τις προάλλες και δεν τραγουδούσαμε διάφορα, προκειμένου να μηδενιστεί ο χρόνος του φίδου και να πάνε κάτω τα χιλιόμετρα. Οπότε ,στην δεύτερη σήραγγα Μετσόβου, αναδύεται από μέσα μου ένα σπόλιον Δημήτριεφ «τα θεμέλιά μου στα βουνά-ποόμμμ-και τα βουνά σηκώνουν οι λα-οί-ουουοουουμμμμ-στον ώμο τους» κι εκεί που περίμενα τον Πετεφρή να αναλάβει δράση να απομειώσει το μέλος, να καταγγείλει την προσωδία, να θυμηθεί τους Λαμπράκηδες και να εμέσει εναντίον των τοπίων γλιτσερές και ανούσιες αναμνήσεις, θεραπευτικές, με πιάνει, ώ αναγνώστες και ώ αναγνωστάκηδες, ένα κλάμμα, απερίγραπτο.Λυγμικό που έφτασε να γίνει βογγητό και θρήνος, όπως θα έκλαιγε μιά αρκούδα άν καταλάβαινε τι γράφουν υπερ αυτής στα ψηφιακά ταμπελάκια της Εγνατίας.
Εκλαψα γοερά. Αρχισα να ανησυχώ .Πήγα να τραγουδήσω άλλα τραγούδια, αδύνατο. Με το τέλος των δακρύων, σαν από τον πάτο μιάς κατσαρόλας, θαρρείς και ανασηκωθηκε το καπάκι της και νόμισα πως διέκρινα φώς ψηλά, φώς του ήλιου από το οποίο με χώριζε νερό θαλασσινό, πολύ νερό.Ηταν η μόνη στιγμή στα τελευταία χρόνια, που κατάλαβα πόσο επαγγελματική είναι η κατάθλιψη που με κυβερνά και το γράφω προς ενθύμησιν.

28/8/09

Sraosha: Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι

εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά



Διακοπεύοντας στα νησιά και βολτάροντας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου με τη Μικρή Ολλανδέζα, μου έλεγε πόσο πολύ την εντυπωσιάζει το κοφτερό, καθαρό και κάποτε συντριπτικό μεσογειακό φως. Εγώ, ως γνωστόν, προτιμώ το λοξό και διαυγές φως της πατρίδας της, ή μάλλον των ζωγράφων της πατρίδας της, που διασώζει κι αναδεικνύει τα χρώματα. Τέλος πάντων, δείχνοντάς της την Αθήνα και το νησί, είχαμε πολλές ευκαιρίες να τυφλωθούμε από το φως. Όταν τυφλώνεσαι από το φως, καμμιά φορά τα βλέπεις όλα μαύρα (άλλωστε έτσι ξεκινάει κι ο Ήλιος του θανάτου του Πρεβελάκη), καμμιά φορά βλέπεις κύκλους και σχήματα άυλα ή σιλουέτες ασώματες. Σαν αγγέλους δηλαδή, αλλά όχι τους άφυλους νεαρούληδες αγγέλους της δυτικής εικονογραφίας, παρά όντα όπως τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ: εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά -- κι ελάχιστα ανθρωπόμορφα. Όπως οι Θρόνοι, άγγελοι πολυόμματοι με μορφή πύρινων φτερωτών τροχών στο όραμα του Ιεζεκιήλ.

*

Ρε, Λα, Σι ύφεση, Λα

Όταν είσαι σπίτι σου ακούς αυτό που θες. Όταν βγαίνεις στις καλοκαιρινές εξόδους ακούς αυτά που θέλει κάθε άσχετος που νομίζει ότι είναι ντιτζέι. Τουλάχιστον, αντίθετα με τους άσχετους που αυτοπροσδιορίζονται ως μπάρμαν αλλά δεν ξέρουν ούτε σφηνάκια τεκίλας να βάλουν, από τους ατζαμοντιτζέι δεν κινδυνεύεις. Συνήθως.

Φέτος ακούσαμε πολύ αυτό



που είναι καλύτερο από αυτό. Επίσης, ένας (καλός) ντιτζέι στο μπαρ Μύλος μας υπενθύμισε ότι η γενιά μας γνώρισε πρώτα την παρακάτω εκδοχή του Passenger, πριν από αυτή του Iggy Pop.



Στο σπίτι ακούγαμε κι αυτό.

*

Μουσείο, μουσείο, μουσείοοοο

The most obvious shot

(Διαβάστε πρώτα αυτό).

Το νέο μουσείο με ενθουσίασε. Είδα την κόμη των Καρυάτιδων. Είδα τα αγάλματα να αιωρούνται (όπως το είχε θέσει ο Αθήναιος), να μετεωρίζονται, να μεταρσιώνονται. Είδα έναν υπέροχο χώρο (κι εδώ διαφωνώ με τον Rakasha), έναν εσωτερικό χώρο συνεπή και συναρπαστικό, ελεύθερο και χωρίς αυστηρές διαδρομές, που οσμώνεται ιδανικά με την πόλη και το έξω (χάρη στα πλεξιγκλάς και το γυαλί). Είδα στην αίθουσα του Παρθενώνα το μέγεθος και τη φύση της λεηλασίας της ζωφόρου, αντεπιχείρημα σε όσα έλεγα πριν λίγο καιρό, αν και συμφωνώ με τον Rakasha (και τον εαυτό μου στο εν λόγω ποστάκι) ότι "τα μάρμαρα, Ελγίνεια και μη, θα είχαν νόημα μόνο πάνω στον Παρθενώνα - χωρισμένα από το σώμα του, διάσπαρτα στο χώρο ,δεν προσφέρουν στον επισκέπτη ούτε καν μια αποσπασματική εικόνα του όλου: είναι παντελώς ακατανόητα." Πρόκειται πάντως για ένα πραγματικά μεγάλο και, επίσης, όμορφο μουσείο.

*

Πυρετός στο Μπουρνάζι



Είχα να πάω στο Μπουρνάζι από το 1991, από το οποίο είχα περάσει με μια κοπέλα από την Πετρούπολη, η οποία το περιφρονούσε. Εμένα, τώρα το 2009, απλώς με σοκάρισε. Νόμιζα ότι ο Κορυδαλλός είναι επαρχία μέσα στο Λεκανοπέδιο. Αν είναι έτσι, τότε η πλατεία με τα κουλομάγαζα στο Μπουρνάζι είναι η λαρισαϊκή εκδοχή του Βέγκας. Του Λας Βέγκας. Ένας κόσμος τόσο ξένος από την Αθήνα που ξέρω, όσο η Πολιτεία από τα Πατήσια. Η αντίφαση, που λέγαμε. Και η Κύπρος ως το όνειρο το μέσου Έλληνα, επίσης.

26/8/09

ΑΙΓΙΑΛΙΤΙΣ ή φακινέι λογοτεχνία



Υπόσχομαι να ονοματίζω
Ό,τι δεν γουστάρω, ό,τι
Αγαπώ και καθετί
Που δεν ανέχομαι.
Σβήνει διότι εντός μου
Αυτός ο ντεμέκ ρυθμός
Ο επιβάλων ώσπερ φου-
Ρούσι μπαρόκ ευθυμίας
Να κουνάω την ψωλή
Όποτε διέρχεται γυνή
Στα τρία ναυτικα μίλια.