Έκοψα το τσιγάρο. Γιά το οποίο είχα αφιερώσει (
Αναφορά στον΄Αγγελο, 2002) ένα κεφάλαιο:
Ο μικρός Σαμάνος /
Όταν είδες πως τηρούσα τις συμφωνίες μας και αναδυόμουνα από την παιδικότητα προς την εφηβεία και τα πάθη της,κίνησες πάλι,άγγελε και φύλακά μου,την πορεία προς ένα σκαλί ακόμη.Ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της άσημης ζωής μου το 1963 ήταν μια βαρειά αρρώστεια του πατέρα μου,που παρ ολίγο να με αφήσει ορφανό.Αυτός ο σταθερός, ήπιος άνθρωπος μου εξομολογήθηκε αργότερα ότι όταν ο καρδιολόγος του έβαλε μια ένεση μορφίνης για να γλυτώσει τον πόνο της πνευμονικής εμβολής, του άρεσε τόσο πολύ, ώστε καμώθηκε την επομένη ότι πονάει το ίδιο πολύ, για να δεχθεί και άλλη μορφίνη στο αίμα του.Το ίδιο καλοκαίρι, στο Μπαξέ Τσιφλίκι ,γνώρισα μια Δήμητρα και έδωσα το πρώτο μου φιλί ως μέλος μιάς συστοιχίας αισθημάτων που οι μεγαλύτεροι αποκαλούσαν ζευγαράκι.
Ήταν κι αυτό μια εκτροπή της πάγιας,ασφαλούς διαδικασίας.Από την επαρχιακή μου ερωτική ζωή, ζωή σκύμνου, είχε προηγηθεί προ τριετίας η πυρετική αναζήτηση του γυναικείου σώματος. Είχα στριμώξει δυό κορίτσια, είχα νοιώσει τα μέλη τους ευπρόσιτα ενώπιον της στύσης μου, είχα χαϊδέψει μέλη , είχα προχωρήσει σε τολμηρές κινήσεις,αλλά φιλί; όχι φιλί. Το πρώτο φιλί ήταν βραδυνό, στην θάλασσα, στην βόλτα, είχε αγκαλίτσα, ρομαντισμό, αλλά ψεύδομαι ασύστολα με τα παραπάνω. Σχετίζονται με την σημερινή μου κατάσταση, όχι με την πρόσληψή τους εκείνο το καλοκαίρι.Κρύβω εντέχνως την αγωνία μήπως μύριζε ο ιδρώτας μου, την δειλία και την σαστισμάρα του πότε θα της πώ ότι την αγαπώ; και βέβαια όλα τα επακόλουθα μιάς τραγικής νύχτας.
Πάντως, γυρνώντας στα Γιαννιτσά,στο μεγάλο πάρκο, με τον Φάνη,αφού διηγηθήκαμε ο καθένας τις περιπέτειές του το καλοκαίρι,πήρα και κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο.Ακολούθησαν τα δύο τρίτα ενός άλλου, την άλλη μέρα τέσσερα και ούτω καθεξής.Σε τρείς μέρες, στις 13 Σεπτεμβρίου ,ήμουν πλέον ένας μικρός σαμάνος, ένας μικρός καπνιστής.
Όχι, δεν θα διεκτραγωδήσω τον βήχα, την ναυτία, την γενική απέχθεια.Ακόμη και η προσκόμιση γλαυκός εις Αθήνας έχει περισσότερο νόημα από την προσκόμιση της εμπειρίας από το πρώτο τσιγάρο.Αλλά έχω την άνεση να υμνήσω την ζάλη.
Η ναρκωτική εμπειρία του τσιγάρου,ο απόλυτος τρόμος και η ηδονή του ,είναι η ζάλη που επέρχεται μετά την δεύτερη ή τρίτη ρουφηξιά του καπνού, και μάλιστα τον πρώτο ίσως μήνα της ζωής του καπνιστή.Είναι μία μορφή λιποθυμίας.Το αίμα γεμίζει ή αδειάζει το κεφάλι (δύσκολο να πείς τί ακριβώς γίνεται) και οι αισθήσεις μένουν πεισματικά αυτές που ξέρεις, μόνον που συνοδεύονται από θόρυβο,από τον θόρυβο ενός εσωτερικού ρεύματος που παρασέρνει τα πάντα.Επιπλέον ο γύρω κόσμος χάνει προσωρινά μερικά κλίκ φωτεινότητας.
Φαίνεται ότι αυτή η εμπειρία ελευθέρωσε κάποια αγγεία ή στένεψε άλλα.Σε κάθε περίπτωση, η έμπνευση,αυτή που μου υποσχόσουν τότε,ανάβλυσε από την ύπαρξή μου.Το κεφάλι μου γέμισε ιδέες, το στομάχι μου γέμισε στίχους, το χέρι μου ήταν έτοιμο να τους καταγράψει.Το σώμα μου, μετα ταύτα, έχασε την ύλη του και άρχισα ταχύτατα πλονζέ πλάνα της νύχτας και της πόλης. Μπήκα σε υπνοδωμάτια γυναικών, μάσησα χαρούπια με τους φτωχούς της παλιάς αγοράς, μύρισα την χυμένη βενζίνη από μιά γυναίκα που την χρησιμοποιούσε γιά να καθαρίσει το πέτο του άντρα της,δίψασα και χόρτασα κάθε ρήμα, κάθε οστούν της πραγματικότητας.Γυρνώντας σπίτι,με κόκκινο μπίκ,έγραψα την ημερομηνία,την ώρα και άρχισα να γράφω.Δεκατρία ποιήματα τη πρώτη μέρα.Άλλα τόσα τις επόμενες. Έως το τέλος Σεπτεμβρίου είχα τελειώσει πολύφυλλο κατάστιχο.Σημείωνα ακριβώς ποιά ώρα και ποιό λεπτό άρχιζα και τέλειωνα κάθε ποίημα,σημείωνα κάτω από την ημερομηνία μονολεκτικά συμβάντα γιά να έχω κάποιο σημείο αναφοράς.Μαζί με την ποιητική σκευή,ξεκινούσα και το αρχείο μου.Διότι αυτά,ήταν ποιήματα.Επηρεασμένα από πρόσφατα διαβάσματα, σύμφωνοι,ατελή και πρωτόλεια, συμφωνότατοι, αλλά ήταν ποιήματα.Δεν ήταν σχεδιάσματα, πεζοτράγουδα, λυρικές εκλεπτύνσεις, αυτοχειριασμοί,δεν είχαν πουθενά τη λέξη «μοναξιά», την λέξη «προσπάθεια».
[ ]
Απόμεινα λοιπόν,με δεκατρία ποιήματα αρχείου στην πλάτη,να ανυπομονώ γιά την αύριον.Διότι,περιττό να τονίσω, στο σπίτι δεν κάπνιζα. Μόνο που είχα άλλου είδους μορφίνη,την ώρα της συγγραφής: την έξαψη.
Ασφαλής δείκτης ότι κάτι πάει να γίνει πάνω στο γράψιμο,είναι η έξαψη του προσώπου,το τρέμουλο στα χέρια,η αναστάτωση του θυμικού.Φαντάζομαι ότι αυτό αισθάνονται οι συμποιητές και το βαφτίζουν «έμπνευση», εκτός εάν εννοούν κάποιου τύπου υπερεκχείλιση του ταλέντου.Η έξαψη έρχεται σε αραιά διαστήματα στον ποιητικό βίο,όπως σπάνια είναι εξάλλου και η επαναφορά της ζάλης από το τσιγάρο σε κάποιον θεριακλή.Αλλά ευτυχώς με δίδαξες πώς, ως μικρός σαμάνος, να επαναλαμβάνω την ζάλη του τσιγάρου.Όταν δεν καπνίζω τις πρωινές ώρες,και το τελευταίο τσιγάρο της νύχτας απέχει παραπάνω από δεκαπέντε ώρες από το τσιγάρο του άλλου απογεύματος,μιά ελαφρά ζάλη, αναμνηστική της απόλυτης πρώτης, έρχεται στον εγκέφαλο γιά λίγα δευτερόλεπτα. Υπό προϋποθέσεις το ίδιο μπορεί να συμβεί και με την έξαψη.Βέβαια αυτά δεν σε κάνουν ποιητή,κι αυτός είναι ο λόγος που καθιστώ δημόσιο το ιδιωτικό επί του θέματος.Διότι τόσο η ζάλη, όσο και η έξαψη είναι μικρά μόνον στοιχεία του αρρήτου ποιητικού βίου.
Οταν δημοσίευα αυτά περί τσιγάρου, είχαν προηγηθεί μερικά επαινετικά ποιήματα ανέκδοτα και γενικά μιά ευμένεια στα πάθη, είτε ήμουν μέσα τους ή περαστικός κι από μακριά.
Τι είναι ένα ευχαριστώ,
Σκοτεινό απρόσμενο ευχαριστώ
Ίσως ένα δάκρυ της στο μεγάλο πάρκο
Ενώ δίνεις τσιγάρο
Σ΄ένα άχρηστο
Σπίρτο
Να διηγηθώ
Ωραίες ιστορίες με παρόμοιες ευγένειες
Δεν θά΄ξιζε μήτε θα ταίριαζε
Είμαστε τόσο [.....]
Από τα [.....] του [.....]
Δίχως [......] χωρίς
Πουκάμισο γιά το καλοκαίρι
Οι περισσότεροι στίχοι
Είναι άγραφοι ζούμε
Στο δηλητήριο του ποπ
Βασιλίσσης Όλγας 135Απο μνήμης αυτό το ποίημα ,αρχών του 1967. Δεν ήθελα ποτέ μου να κόψω το τσιγάρο. Μήτε δοκίμασα ποτέ μου, εκτός από μιά φορά, το 1976, όταν ένας καρδιολόγος που είχε εξηγήσει ότι ήμουν μιά χαρά, αρκεί να έκανα αμέσως ένα μεγάλο, πυκνό μπαϊπας. Τα έχασα επί έναν μήνα και δεν κάπνισα τίποτις. Μετά ,μου είπε ότι έκαμε λάθος.Ο ίδιος. Τότενες ήταν δύσκολο να καταγγείλεις ιατρό, επειδή το σέβας προς τους επιστήμονες υπερέβαινε την απέχθεια προς το τουπέ τους. Κι έπειτα, πέρασαν χρόνια αμέτρητα και ανήμερα του αγίου Νικολάου, το΄κοψα. Τελείως. Με αποτσίγαρα, πακέτα και τασάκια επίτηδες ολόγυρα. Μιά φορά μόνον κινδύνεψα να ανάψω ένα χωρίς να το πάρω χαμπάρι-προσπάθησαν τα δάχτυλά μου.Σαράντα επτά χρόνια καπνιστής.
Είχα, όπως πολλοί ,τον φόβο της απεξάρτησης,δήθεν ότι θα ζοριζόμουνα. Αλλά τέτοια συμπτώματα, δεν είχα. Απλως ένα πένθος.Δηλαδή αντιμετωπίσιμες καταστάσεις.
Είδα άμεση βελτίωση στην υγεία μου, λιγότερα πονάκια, καλύτερη οξυγόνωση, πεντακόσια μέτρα περπάτημα χωρίς λαχάνιασμα, τέτοια. Επειδή την ημέρα που έδωκα την τελευταία μου αντρέσσα, μιλώντας κανονικά, μου κόπηκε η ανάσα σε ένα πεντάλεπτο και τέλειωσα την ομιλία με τις εξατμίσεις.
Αλλά δεν γράφω πιά. Δυσκολεύομαι. Ηθελα ελάχιστο χρόνο γιά χίλιες λέξεις-ίσα ίσα τον χρόνο μιάς γρήγορης πληκτρολόγησης. Τώρα, θέλω δυόμιση και τρείς ώρες, μπορεί και παραπάνω. Διότι δεν έχω φαντασία, μόνον τετράγωνη λογική. Με το ζεστό νερό γύρω μου τα ξημερώματα, σκέφτομαι ως εικός το θέμα γιά την εφημερίδα, γιά μιά ανάρτηση, γιά ένα σημείωμα, γιά ένα διήγημα ή ποίημα. Με το τσιγάρο διαθέσιμο, απλώς πήγαινα και τό΄γραφα, χωρίς πολλά- πολλά. Τώρα, την ώρα που κατεβάζει η κούτρα την ποιητική ιδέα, πάντα εφ υγροίς, έρχεται ένας σκοτεινός αντιδιαλεκτικός τύπος και με ταράζει στις ερωτήσεις. Θέλω να γράψω γιά τους δορυφόρους που τρακάρανε; Κακώς,διότι έτσι, κι αλλοιώς κι αλλοιώτικα. Με το τσιγάρο, η φαντασία κυριαρχούσε, υπό την ψευδαισθητική αντίληψη της φευγάτης παφούκας. Τώρα, με λογοκρίνει το υγιές παράρτημα του «εγώ αυτός.»
Μαζί με το μη-τσιγάρο, επέστρεψε η ευτυχία να μη θέλω να κάνω τίποτε. Να ζώ με εξατμίσεις. Δεν μπορώ να γράψω. Διότι δεν θέλω. Μήτε αισθάνομαι την ανάγκη. Αλλά ζώντας από το γράψιμο, έχω ένα προβληματάκι. Μάλλον θα το γυρίσω στα χειροτεχνήματα .Η (φρίττω από κρυφή χαρά) στην ζωγραφική. Η ακόμη(τρελαίνομαι από ευτυχία) σε καμία ιπιστίμ, απ΄αυτές που βαρυόμουνα.