3/10/10

άλλοτες όταν εκούρσευαν

CD δώρο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΕΛΑΚΗΣ
Άλλοτες όταν εκούρσευαν
Ανασυνθέσεις κοσμικής μεταβυζαντινής
μουσικής 16ου και 17ου αιώνα
από αγιορείτικα χειρόγραφα
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ 2006

Ορχήστρα:
Αγγελίνα Τκάτσεβα: σαντούρι, Χάρης Λαμπράκης: νέι
Στρατής Ψαραδέλλης: λύρα πολίτικη, Γιώργος Χατζημιχελάκης: ούτι, πολίτικο λαούτο, ταμπουρά Νέστωρ Δρούγκας: κρουστά (μπεντίρ, ρεκ, ζαρπ, νταϊρέ, κουτάλια, ζύγια, κάσα)
Φωνές:
Σπυριδούλα Μπάκα, Γιάννης Αρβανίτης, Κώστας Γράμπας, Δημήτρης-Αριστόβουλος Μαστροσπύρος, Γιώργος Χατζημιχελάκης
Ηχοληψία: Σωτήρης Παπαδόπουλος,
studio Στέντωρ, Πετρούπολη.



ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
1. Θλίβει με τούτος ο καιρός, τραγούδι: Δ.Α. Μαστροσπύρος, 06΄.10΄΄
2. Τ’ αηδόνια της Ανατολής, τραγούδι: Σ.Μπάκα, 07΄.19΄΄
3. Όλοι τα σίδερα βαστούν, τραγούδι: Γ.Αρβανίτης, 04΄.49΄΄
4. Κάλεσμα κάμνει ο βασιλιάς, τραγούδι: Γ.Χατζημιχελάκης, χορωδία 06΄.15΄΄
5. Εις τα ψηλά παλάτια, τραγούδι: Γ.Χατζημιχελάκης, 03΄.08΄΄
6. Όταν λαλήση ο πετεινός, τραγούδι: Γ.Αρβανίτης, 03΄.44΄΄
7. Όλα τα Δωδεκάνησα, τραγούδι: Σ.Μπάκα, 04΄.37΄΄
8. Θωρείς τον τόν αμάραντο, τραγούδι: Σ.Μπάκα, 05΄. 18΄΄
9. Άλλοτες όταν εκούρσευαν, τραγούδι: Γ.Χατζημιχελάκης, 05΄.32
10. Άγριον πουλί μερώθου μου, τραγούδι:
Α.Δ.Μαστροσπύρος, Γ.Χατζημιχελάκης, Κ.Γράμπας, Γ.Αρβανίτης, 06΄.29΄΄
11. Διώχνεις με μάνα, διώχνεις με τραγούδι: Σ.Μπάκα, 05΄.43΄΄
12. Εις σε ψηλά βουνά, τραγούδι: Γ.Αρβανίτης, Κ.Γράμπας, χορωδία, 06΄.08΄΄

συνοπτικά
Στην ανάρτηση αυτή, όσο το επιτρέπει ο χώρος, γίνεται μια προσπάθεια να δοθούν οι απαραίτητες πληροφορίες που θα βοηθήσουν τον ακροατή να προσεγγίσει ιστορικά, φιλολογικά και μουσικολογικά την εποχή των τραγουδιών της συλλογής. Για τους ερευνητές περιορίζομαι σε κάποιες πολύ γενικές αναφορές, που αφορούν κυρίως στην προσωπική μου ματιά στο θέμα. Παραπέμπω κάθε ενδιαφερόμενο στην βασική του θέματος βιβλιογραφία, απ’ όπου μπορεί να διεισδύσει βαθύτερα σε ό,τι τον ενδιαφέρει.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΖΑΡΑΚΗ:
«ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΑΠΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ»
Εκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΑΚΑΣ, ISBN 960-290-192-6
BERTRAND BOUVIER
«ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ»
Έκδοση ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ (Μέλπως Μερλιέ), Αθήνα 1960.

κλικ από κάτω στο  ... "κλικ για περισσότερα", για να ακούσετε τα κομμάτια του CD και να διαβάσετε το πληροφοριακό υλικό


Τα τραγούδια και οι στίχοι
Περιλαμβάνονται μόνον οι στίχοι που έχουν τραγουδηθεί και λίγα απαραίτητα ερμηνευτικά.

1.Θλίβει με τούτος ο καιρός (Μονής Ιβήρων, χφ 1203)



Θλίβει με τούτος ο καιρός, λυπεί με ο χρόνος τούτος,
οι μήνες όλες πταίγουν με κι όλες οι εβδομάδες
και τι να γεν’ ο ταπεινός και τι να ποίσ’ ο ξένος.
Γυρεύω φίλον καρδιακόν να με παρηγορήση
και δεν ευρίσκω ΄δε τινάν, μα τι να γεν’ ο ξένος.
Επήρα στράτα της αυγής κι η στράτα οδηγεί με,
εις περιβόλι μ’ έβγαλεν μυριοφυτεμένον.
Κι εκ των δενδρών τον μυρισμόν κι από την ηδονήν των
Εκιλαδούσαν τα πουλιά κι όλος ανεκουφίστην.
Κι ένα πουλί καθέζετο κι εμένα παρηγόρα……..

ποίσ’: ποιήσω, ΄δε: ουδέ,

2.Τ’ αηδόνια της Ανατολής (Μ. Ιβήρων, χφ 1203 & Μ. Ξηροποτάμου, χφ 262)



Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης,
στου Φιλαδέλφου τον βουνόν, στου Φιλαδέλφου τ’ όρος
για συναχθήτε μιαν μεριάν να ποίσω περιβόλι
να κόψω μήλον της φιλιάς, κυδώνι της αγάπης,
δαμάσκηνον με το κλαδί, σταφύλι με το κλήμα.

Φιλάδελφος: δεν πρόκειται περί τοπωνυμίου, «φιλάδελφος» στην χιακή και κρητική διάλεκτο, αλλά και σε πολλά νησιά του αιγαίου ονομάζεται ο γυπαετός.

3.Όλοι τα σίδερα βαστούν (Μονής Ιβήρων, χφ 1203)



Όλοι τα σίδερα βαστούν κι όλοι στην φυλακή είναι
κι ο ταπεινός ο Κωνσταντής δεν ημπορεί ‘πομένει,
γιατ’ είν’ τα σίδερα βαριά κι η φυλακή κλεισμένη.
- Χριστέ, να ‘ρράγη η φυλακή, να τσακιστούν οι θύρες,
να ‘πέφταν και τα σίδερα να έβγαινε ο καλός μου,
να έβγαινεν ο Κωνσταντής ο πολυαγαπημένος,
πόχω καιρόν να τον ιδώ, χρόνους να του μιλήσω.

4.Κάλεσμα κάμνει ο βασιλιάς (Μονής Ιβήρων, χφ 1203)



Κάλεσμα κάμνει ο βασιλιάς, κάλεσμα κάμνει αφέντης,
κι όλους τους άρχοντες καλεί κι όλον τ’ αρχοντολόγι.
Ήτον και πρωτοκαλεστής ο Διγενής Ακρίτης.
Εκάλεσεν ο Διγενής την Ευδοκιά στον γάμον:
«Έλα και συ κυρά Ευδοκιά, στου βασιλέως τον γάμον»……

5.Εις τα ψηλά παλάτια (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Εις τα ψηλά παλάτια,στα ‘μορφα βουνά
χήρας υιός σταβλίζει τρι’ άλογα γοργά
τον Μαύρον και τον Γρίβον και τον Πέπανον

6.Όταν λαλήση ο πετεινός (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Όταν λαλήση ο πετεινός κι οι εκκλησιές σημαίνουν
μάνα υιόν εστόλιζε να πα να μεταλάβη,
να μεταλάβη μια βολά, να μεταλάβη δύο,
να μεταλάβη τρεις βολές, να σώσει την ψυχή του.
Ομπρός υπάγ’ η μάνα του, ξοπίσω η αδερφή του
στη μέση υπάγει ο νιούτσικος σαν μήλο μαραμένο.

7. Όλα τα Δωδεκάνησα (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Μπαρμπαρόσα
Όλα τα δωδεκάνησα στέκουν αναπαμένα
κι η Πάρος η βαριόμοιρη στέκεται αποκλεισμένη.
Κι όσοι την ξεύρουν κλαίουν την κι όλοι τηνε λυπούνται,
Μα σαν την κλαίγ’ η Δέσποινα κανείς δεν τήνε κλαίγει:
«Πάρο, και τι σου ωργίστηκεν αυτός ο Παρπαρούσος;»
Δευτέρα μέρα πρόβαλε τα κάτεργα στην Πάρο,
άλλοι λέγουν Βενέτικα, άλλοι τ’ Ανδρέα Δόρια.

Παρπαρούσος: ο Τούρκος ναύαρχος Χαϊρεντίν, ο επιλεγόμενος «Μπαρμπαρόσα», λεηλάτησε την Πάρο στα 1537
Ανδρέα Δόρια: Andrea Doria,φημισμένος Γενουάτης τυχοδιώκτης, στην υπηρεσία του Ισπανού βασιλέα Καρόλου του Ε΄, πολεμούσε τους Τούρκους από το 1534.


8.Θωρείς τον τον αμάραντο (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



- Θωρείς τον τον αμάραντον πώς κρέμεται στο βράχο
και τρων τον τ’ άγρια πρόβατα κι αλησμονούν τ’ αρνιά τους;
Κι απ’ αυτόν έφαγα κι εγώ κι απαλησμόνησά σε.
- Ειπέ μου, πού έπιες το νερόν και πού έφας το βοτάνι;
- Στην Άρταν έπια το νερόν, στην Κύπρον το βοτάνι,
κι ανάμεσα στον Γαλατάν απαλησμόνησά σε.

9.Άλλοτες όταν εκούρσευαν (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



πρόσφυγες από κούρσεμα (από χειρόγραφο του 16ου αιώνα)
Άλλοτες, όταν εκούρσευαν οι Τούρκοι την ταπεινήν την Πόσναν
και του Πογδάνου τον υιόν επήρασιν οι Τούρκοι.
Την μάνα του στην ξενιτειάν γράφει γραφήν και στέλνει.

Πόσναν: Μπόσνα (Βοσνία).
Πογδάνου: Bogdan τουρκιστί ο Μολδαβός, το όνομα το έφεραν πολλοί ηγεμόνες της Μολδαβίας. Το «Π» εδώ είναι μάλλον ορθογραφικό για να αποδώσει ένα ελαφρύ μπ της τουρκικής. Η άλωση της Μπόσνας έγινε το 1463. Πρόσωπα που μπορεί να σχετίζονται με «του Πογδάνου τον υιόν» είναι, είτε ο Σιγισμούνδος, γιος του τελευταίου βασιλιά της Βοσνίας Στεφάνου Τομάσεβιτς είτε, δια του συμφυρμού, ο γιος του Πογδάνου του Β΄ Στέφανος ο Καλός, βασιλιάς της Μολδαβίας (1449-1451)

10. Άγριον πουλί μερώθου μου (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Άγριον πουλί, μερώθου μου και γένου μερωμένον,
ω χρυσόν, ω χρυσόν πουλί,
Πουλί, μηδέν φουμίζεσαι και δεν ψηλοκρατιέσαι,
μη δης, πουλί, τον θάνατον στου κυνηγού τα χέρια
και τα χρυσά σου τα πτερά οι κάμποι τα γεμίσουν.
Πουλί, κατέβα σε κλαδί και ‘σέβα ‘ς περιβόλι
Να σε ποτίζω κρύον νερόν, να σε ποτίζω μόσχον.

μερώθου: ημέρωσε,
φουμίζεσαι: φημίζεσαι,
‘σέβα ‘ς: μπες σε

11. Διώχνεις με μάνα, διώχνεις με (Μονής Ιβήρων χφ 1203)



Διώχνεις με, μάνα, διώχνεις με, κι εγώ πηγαίνει θέλω,
να κάμης χρόνο να με ιδής και δυο να με συντύχης,
να κάμης τρεις και τέσσερεις να κάτσης μετ’ εμένα.
«Μηνά ‘δετε, διαβάτες μου, τον υιόν μου εις τα ξένα;».
«Αν δήτε τη μανίτσα μου, μηδέν με μολογήτε».

12. Εις σε ψηλά βουνά (Μονής Ξηροποτάμου χφ 262)



Εις σε ψηλά βουνά, εις όρος χιονισμένον
Κάθεται ν-αϊτός στα χιόνια μαργωμένος
Και περικαλεί τον ήλιο ν’ ανατείλει.
«Ήλιε μου ανέτειλε να λειώσουσιν τα χιόνια,
πώς εμάργωσα δεν ημπορώ πετάξω.»

μαργωμένος: ξυλιασμένος, κοκκαλιασμένος απ’ το κρύο


Τα χειρόγραφα, ο γραφέας, η μουσική γραφή
γλέντι (από γραβούρα του 17ου αιώνα)
Στην παρούσα μουσική έκδοση έχουν περιληφθεί έντεκα από τα δεκατρία τραγούδια , του χειρογράφου 1203 της Μονής Ιβήρων, που έφερε στο φως ο φιλόλογος Σπυρίδων Λάμπρος το 1880, ενώ περιλαμβάνονται και δύο από τα τρία τραγούδια από το χειρόγραφο 262 της Μονής Ξηροποτάμου που εντόπισε, μελέτησε και καταλογογράφησε πρώτος ο μουσικολόγος Γρηγόριος Στάθης το 1975. Το τραγούδι 2 του cd «Τ’ αηδόνια της ανατολής» απαντάται και στις δύο συλλογές.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα χειρόγραφα των τραγουδιών του κώδικα της Μονής Ιβήρων, ο Σ. Λάμπρος τα ανακάλυψε όταν, περιεργαζόμενος ένα «Κρατηματάριο»* του 17ου αιώνα, το εξώφυλλο (στάχωμα) του βιβλίου «έσπασε» και αποκολλήθηκαν τα φύλλα χαρτιού που το αποτελούσαν. Τα φύλλα αυτά περιείχαν δεκατρία τραγούδια, μάλλον προχειρογραμμένα, και αυτός είναι και ο λόγος που ο γραφέας του «Κρατηματαρίου» τα χρησιμοποίησε για να φτιάξει εξώφυλλο.
Ο γραφέας του «Κρατηματαρίου» αυτοπαρουσιάζεται σημειώνοντας στο χειρόγραφο:
«το παρόν κρατηματάριον εγράφη δια χειρός εμού Αθανασίου του ευτελούς του και ιερομονάχου λίαν αμαθούς. Εκ πόλεως Θεσσαλονίκης το γένος αθηναίος. Το επίκλην Καπετάνος εκ της Μονής των Ιβήρων. Και οι αναγινώσκοντες αυτό εύχεσθε υπέρ εμού και μη καταράσθε δια το έχειν εν αυτώ ου μικρά σφάλματα».
Ο B.Bouvier θεωρεί ότι πίσω από αυτήν την ταπεινόφρονα αυτοπαρουσίαση κρύβεται ο μουσικολογιώτατος Αθανάσιος μοναχός, ή Αθανάσιος ιερομόναχος, ή Αθανάσιος Ιβηρίτης του οποίου συνθέσεις απαντώνται σε χειρόγραφες συλλογές του 18ου και 19ου αιώνα, αιώνες αναγνώρισης της συνθετικής του αξίας. Και κατά τον B.Bouvier, ο Αθανάσιος είναι και ο (κατα)γραφέας της συλλογής των 13 τραγουδιών.
Η συλλογή του Αθανασίου, είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή των στίχων, όπως συμβαίνει σε παλαιότερες συλλογές του 15ου και 16ου αιώνα, αλλά παραδίδει και το μουσικό κείμενο. Η ποικιλία ύφους των τραγουδιών τόσο σε περιεχόμενο, γλώσσα, μετρική, όσο και σε μουσική φόρμα προσδίδει στη συλλογή την αξία μιας ανθολογίας. Προσωπικά, δεν αποκλείω διόλου το ενδεχόμενο κάποια από τα τραγούδια αυτά να είναι αυθεντικές καταγραφές όπως π.χ. το τραγούδι 7 «Όλα τα δωδεκάνησα», ενώ κάποια άλλα, όπως το 1 «Θλίβει με τούτος ο καιρός» να είναι συνθέσεις του Αθανασίου πάνω σε δικούς του ή προϋπάρχοντες στίχους ή έστω μουσικές διασκευές παλαιοτέρων μελών. Ούτως ή άλλως, πιστεύω, ότι η μουσική σημειογραφία που χρησιμοποιεί ο Αθανάσιος, όντας σημειογραφία προορισμένη να υπηρετεί το εκκλησιαστικό μουσικό ύφος, θα πρέπει να έφερε τον Αθανάσιο πολλές φορές σε αμηχανία, καθώς προσπαθούσε με αυτήν να καταγράψει κοσμική μουσική, ή έστω μια μουσική που αφίσταται του εκκλησιαστικού ύφους. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι προσπαθώντας να αποδώσει τον ρυθμό «συνάζει» τα σημαδόφωνα, είτε με λιγοστά βασικά κόκκινα συνάγματα, είτε με την αντιστοίχιση τους σε συλλαβές, αξιοποιώντας παράλληλα την ρυθμική σημασία που μπορεί να προσδώσει η οριζόντια και κατακόρυφη κατανομή των σημαδιών πάνω από μία συλλαβή, γεγονός που εύστοχα εντοπίζει και η Δέσποινα Μαζαράκη. Υπ’ αυτήν την έννοια η μουσική σημειογραφία του Αθανασίου σε αυτή τη συλλογή, θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια απλουστευτικής προσαρμογής της παλαιότερης μουσικής σημειογραφίας του Κουκουζέλη στις ανάγκες του «εξωτερικού» (μη εκκλησιαστικού) μέλους. Και συνολικά μπορούμε να πούμε ότι οι αδυναμίες ή έστω οι δυνατότητες του σημειογραφικού συστήματος αυτού, έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην όλη μουσική καταγραφή των μελών. Μοιάζει, δηλαδή, λιγότερο η σημειογραφία να προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις του μέλους και περισσότερο το μέλος στις δυνατότητες της σημειογραφίας.

*Κρατηματάριο: συλλογή εκτεταμένων περίτεχνων μελών που η μορφολογική ανάπτυξή τους βασίζεται σε οργανικές φόρμες

Το μουσικό ύφος της εποχής και η σύγχρονη αισθητική ματιά
χορός στην Πάρο (γκραβούρα του 17ου αιώνα)
Θεωρώ, ότι τα τραγούδια αυτά, πλην ίσως του «Όλα τα δωδεκάνησα» και του «Όταν λαλήσει ο πετεινός», που μοιάζουν περισσότερο ιδιωματικά, τα τραγούδια αυτά λοιπόν, έχουν μεγάλη εγγύτητα ύφους με το καλούμενο αραβοπερσικό. Ο όρος «αραβοπερσική μουσική», σημαίνει ό,τι και οι όροι «εξωτερικόν μέλος» ή «θύραθεν μουσική» για τους Βυζαντινούς, σχετιζόμενος όχι μόνον με την επίσημη λόγια κοσμική μουσική, αλλά και την λόγια οθωμανική ποίηση. Δεν θα πρέπει δε να μας παραπλανά ο όρος και να θεωρήσουμε ότι το ύφος αυτό είναι κάτι ξένο προς την ελληνική μουσική παράδοση. Είναι ένας όρος που αναφέρεται στο ύφος της επίσημης αυλικής μουσικής, μουσικού είδους παλαιάς καταγωγής, με βάσεις θεωρητικές στην αρχαιοελληνική μουσική, που έζησε παράλληλα με την εκκλησιαστική μουσική στην πολυεθνική εποχή του Βυζαντίου και κληροδοτήθηκε στην επίσης πολυεθνική μεταβυζαντινή Οθωμανική εποχή, καλλιεργούμενο από Έλληνες, Αρμένιους, Εβραίους, Πέρσες και Τούρκους μουσικούς, οι οποίοι ήσαν μεταξύ των σε έντονο ανταγωνισμό, όπως μαρτυρεί η σχετική ιστορική παράδοση - και σε ανταγωνισμό βρίσκονται οι διάφορες μουσικές πιάτσες όταν υπηρετούν κατά βάση το ίδιο είδος. Αυτό το είδος-ύφος που οι ομοεθνείς μας θεωρητικοί συγγραφείς του 18ου και 19ου αιώνα (Κύριλλος Μαρμαρηνός, Στέφανος Δομέστιχος, Παναγιώτης Κηλτζανίδης) ονομάζουν ταυτόχρονα «εξωτερικό μέλος» και «αραβοπερσική μουσική» είναι ουσιαστικά η επίσημη κοσμική μουσική. Αυτό το είδος μουσικής ακτινοβολεί και οι τοπικές δημοτικές παραδόσεις επηρεάζονται από αυτό. Θα πρέπει αυτήν την εποχή να μάθουμε να την βλέπουμε να μοιάζει περισσότερο με την δική μας, όπου έχουμε μια διεθνώς αποδεκτή «μαζική» μουσική κουλτούρα και τις ιδιαίτερες εθνικές μουσικές.
Με αυτή τη ματιά, ενορχήστρωσα τα κομμάτια, και σαφώς προσανατόλισα το ύφος του παιξίματος των οργάνων. Περιόρισα την ορχήστρα στα όργανα εποχής (σαντούρι, νέι, λύρα, ταμπουράδες, κρουστά), αλλά δεν αισθάνθηκα διόλου δεσμευμένος ως προς την κατακόρυφη μουσική δομή, καθώς και την ηχοχρωματική ποικιλία που μπορεί να γεννηθεί από διάφορες τεχνικές παιξίματος, ακόμα και αν αυτές δεν θεωρούνται υπό την στενή έννοια παραδοσιακές. Άλλωστε, δεν λείπουν τα τεκμήρια και οι πληροφορίες ότι ανάλογοι πειραματισμοί είχαν γίνει ήδη από την εποχή του 17ου αιώνα. Επίσης, η «ηχητική εικόνα» του δημοτικού μας τραγουδιού, την οποία γνωρίζουμε μέσα από τις ηχογραφήσεις του 20ου αιώνα, δεν πρέπει να θεωρείται πρότυπο αυθεντικότητας, διότι αντικατοπτρίζει τις επιλογές των μουσικών του 20ου αιώνα, δηλαδή μιαν αισθητική που κάτι διατήρησε από το παλιό και κάτι καινούργιο έφερε. Όταν, ενορατικά προσεγγίζουμε μιαν εποχή της οποίας δεν υπήρξαμε αυτήκοοι μάρτυρες, πιστεύω θα πρέπει να είμαστε ανοιχτοί, ή τουλάχιστον να συμπεριφερθούμε σαν να είμαστε εμείς οι μουσικοί της. Σαν λόγιος μουσικός του 17ου αιώνα, θα γνώριζα το αραβοπερσικό ύφος, θα γνώριζα τις αρμονικές κατακτήσεις της δύσης, θα ήθελα να πειραματίζομαι με τον ήχο. Αυτό κάνω και τώρα. Έτσι σε πολλές περιπτώσεις αναπτύσσω την ετεροφωνία, καθώς και ανεξάρτητες συνηχητικές γραμμές, ακόμα και αρμονία, ενώ δεν φοβούμαι να χρησιμοποιήσω ηχοχρώματα π.χ. αρμονικών στα έγχορδα ή να «προετοιμάσω» το λαούτο και να παράγω από αυτό ήχους κρουστού. Κι αυτό γιατί δεν θεωρώ την εφευρετικότητα προνόμιο μιας εποχής. Όπως επίσης θεωρώ το γεγονός του ότι δεν υπήρξαμε αυτήκοοι της μουσικής του 16ου αιώνα, μας επιβάλλει, μάλλον παρά μας αποτρέπει, να την οραματιστούμε απροκατάληπτα.

Η ανασύνθεση των τραγουδιών
γενικά
Στην μουσική ερευνητική και ερμηνευτική προσέγγιση αυτών των τραγουδιών βασίστηκα κατά πολύ στην εργασία της Δέσποινας Μαζαράκη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις προθεωρίες Παπαδικής καθώς και το Θεωρητικό του Απόστολου Κωνστάλα μέσα και από την σχετική μελέτη του μουσικολόγου Γρηγορίου Στάθη. Επίσης σε ό,τι αφορά στην θεωρία των ήχων (την διάρθρωση των κλιμάκων τους, των γενών και των διαστημάτων) μελέτησα τα σχετικά θεωρητικά συγγράμματα του Κύριλλου Μαρμαρινού (18ος αι.) καθώς και όλα τα έντυπα θεωρητικά συγγράμματα του 19ου αιώνα. Επίσης έλαβα υπ’ όψιν μου τις σχετικά πρόσφατα εκδεδομένες μελέτες του O.Wright πάνω στη μουσική συλλογή του Καντεμίρογλου (18ος αι.). Τέλος σπουδαιότατη συμβολή στη διαμόρφωση μιας μετρικής αντίληψης για το μουσικό είδος αυτής της συλλογής, υπήρξαν οι δημοσιευμένες επιστημονικές ανακοινώσεις του φίλου μου Γιάννη Αρβανίτη, καθώς και οι συχνές άτυπες μουσικολογικές συζητήσεις και αναδιφήσεις μας μεταξύ καφέ και ούζου.

Οι ήχοι, τα γένη και τα διαστήματα
Διάτονο μαλακό. Τα τραγούδια της συλλογής, ως επί το πλείστον κινούνται στο διατονικό γένος πλην κάποιων εξαιρέσεων όπου το μέλος τους σε κάποιες καταληκτικές φράσεις ερωτοτροπεί με το χρώμα. Ο βασικός προβληματισμός μου ήταν στο ποιο θα είναι το τονικό ύψος του Μι-Βου (Σεγκιάχ) και των κάτω και άνω Σι-Ζω (Αρακ και Εβιτζ). Οι μελέτες του O.Wright, αλλά και οι δικές μου προσωπικές μελέτες με οδήγησαν να επιλέξω ένα τονικό ύψος που τόσο τα Μι όσο και τα Σι για το μαλακό διάτονο θα έπρεπε να είναι κατά ένα τέταρτο του τόνου χαμηλότερα από αυτά της Δυτικής Μουσικής, και οπωσδήποτε χαμηλότερα από τα θεωρητικώς προσδιορισμένα από τα σύγχρονα περί την Εκκλησιαστική μας Μουσική Θεωρητικά. Οι αποστάσεις δηλαδή των Μι και Σι από τους , αδιαμφισβήτητου ύψους, φθόγγους Πα- Ρε-Δουγκιάχ και Κε-Λα-Χουσεϊνί είναι πολύ κοντά στο διάστημα του ελάσσονος τόνου του Χρυσάνθου 11/12, (ο ελάσσων τόνος 11/12 είναι 0,91666666 του όλου της χορδής, ενώ ο ελάσσων 3/4 του μείζονος τόνου είναι 0,91700404). Επ’ αυτής της βάσεως, κουρδίσαμε στο σαντούρι όλα τα μι και σι χαμηλά και πάνω σε αυτό το κούρδισμα προσαρμόστηκαν τα «τυφλά» όργανα (λύρα, νέι, ούτι) καθώς και οι φωνές.
Διάτονο σκληρό. Για το σκληρό διάτονο διατηρήσαμε το λεγόμενο φυσικό δυτικό κούρδισμα, το βασισμένο στον μείζονα τόνο και τα ημιτόνια.
Χρώμα. Το βασικό τετράχορδο του χρωματικού γένους, όσον αφορά στην οργανική μουσική του «εξωτερικού μέλους», όταν το Μιd-Σεγκιάχ είναι τόσο χαμηλό, σύμφωνα και με τον Καντεμίρογλου και με τον Κύριλλο τον Μαρμαρηνό και τον Στέφανο Δομέστιχο, απαρτίζεται από τους φθόγγους:
Πα- Ρε-Δουγκιάχ, Βου-Μιd-Σεγκιάχ, Γα#-Φα#-Χιτζάζ, Δι-Σολ-Νεβά
Ως εκ τούτου ο φθόγγος Βου-Μιd-Σεγκιάχ είναι κοινός και στο μαλακό διάτονο και στο χρώμα.
Έλξεις. Τα τόσο χαμηλωμένα μι και σι καθιστούν, στην οργανική τουλάχιστον μουσική μη απαιτητές τις έλξεις των Δ΄ ήχων, ρε# προς μι και λα# προς σι, κάτι το οποίο επιβεβαιώνουμε και στα καταγεγραμμένα από τον Καντεμίρογλου οργανικά κομμάτια της εποχής. Η μόνη έλξη που εφαρμόζεται είναι αυτή του Ζω ύφεση (Σιb, Ατζέμ), όπου κρίνεται μουσικώς απαραίτητο και απαιτητό από την πορεία του μέλους και την θεωρία των ήχων.


Τα ανωτέρω, επιβεβαιώνονται και από τα ισχύοντα στην αραβική και περσική μουσική παράδοση και αιτιολογούνται για την εποχή του 16ου και 17ου αιώνα, αν δεχτούμε ότι το επίσημο ύφος της εξωεκκλησιαστικής μουσικής, της «εξωτερικής», στα πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι το λεγόμενο «αραβοπερσική μουσική».

Η ανασύνθεση του μέλους των τραγουδιών.
Όπως προείπα, βάση για την εργασία μου υπήρξε η εργασία της Δ.Μαζαράκη. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην ερμηνεία της παλαιάς γραφής σε σχέση με τα συγκεκριμένα τραγούδια, η θεώρησή της με βοήθησε ουσιαστικά. Μελετώντας τις ερμηνείες της και χωρίς να διαφωνώ με την ερμηνευτική της θεωρία, το γεγονός ότι θεωρεί τα τραγούδια αυτά ως «καθιστικά» εν παραλλήλω με μία μηχανιστική εφαρμογή των ερμηνευτικών οδηγιών των Προθεωριών και του Θεωρητικού του Κωνστάλα, θεωρώ ότι την οδηγεί σε μία ερμηνεία όπου ο ρυθμός, υπό την μορφολογική προοπτική, απουσιάζει, μιας και η παράθεση δισήμων τρισήμων κλπ, αν δεν δημιουργεί ρυθμικούς κύκλους, δεν δημιουργεί σφιχτή ρυθμική φόρμα, αλλά ελεύθερη. Βέβαια, η άποψή της είναι μία πολύ σεβαστή άποψη. Όμως στη δημοτική μας παράδοση πολλά τραγούδια θεωρούνται «καθιστικά», δεν χορεύονται, ωστόσο στηρίζονται σε απλά ή σύνθετα μέτρα ή και σε ρυθμικούς κύκλους. Εξ αυτού ορμώμενος δοκίμασα κάτι διαφορετικό, χωρίς να βιάσω διόλου τα όσα το παραδεδομένο από τον Αθανάσιο μουσικό κείμενο καταγράφει. Δεδομένου ότι τα μόνα αδιαμφισβήτητα είναι τα τονικά ύψη των σημαδοφώνων, δοκίμασα να εντάξω τα υπέρ μία συλλαβή συναγμένα σημαδόφωνα, καθώς και τα με κόκκινα και μαύρα συνάγματα συναγμένα, σε μία κυκλική ρυθμική προοπτική, θεωρώντας ρευστή την ρυθμική ερμηνεία τους όσο και την ερμηνεία του καταληκτικού σημαδιού του λεγόμενου αποδέρματος ή αποδόματος, ρευστή αλλά εκ των υστέρων αιτιολογούμενη, εφόσον το φορμαλιστικό αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό. Επίσης, το σπουδαίας σημασίας θέμα της χρονικής αγωγής, το οποίο δεν προσδιορίζεται από την σημειογραφία του Αθανασίου, καθώς και το θέμα της δυναμικής και της έκφρασης, διαμορφώθηκαν κατ΄ εκτίμησιν. Προς αυτήν την κατεύθυνση με όπλισε η ιδιότητα του συνθέτη. Επιθυμούσα ένα αποτέλεσμα το οποίο να με ικανοποιεί αισθητικά και το οποίο να αιτιολογείται αλλά και να αιτιολογεί τις ερμηνευτικές επιλογές και δυνατότητες που αφήνει η ασαφής ρυθμικά παλαιά σημειογραφία. Γνωρίζοντας λοιπόν ότι πολλοί μουσικολόγοι θα αντιμετωπίσουν με επιφυλακτικότητα την εργασία μου αυτή, δεν διατείνομαι ότι ερμήνευσα, ή κατά το προσφιλές «εξήγησα» τα τραγούδια της συλλογής, αλλά, μάλλον ως συνθέτης, τα ανασυνέθεσα, έτσι που να με ικανοποιούν ως δικές μου συνθέσεις.

Ευχαριστίες:
Πρώτιστα θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Δημοτικού Ωδείου Πετρούπολης, Αντιδήμαρχο, κ. Νίκο Σακούτη, καθώς και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που αφειδώς και με ζήλο στήριξαν την παραγωγή αυτή.
Ευχαριστώ, τους συνεργάτες μου μουσικούς και τραγουδιστές για την προσφορά τους και ιδιαιτέρως την Αγγελίνα Τκάτσεβα-Σταθοπούλου και την Σπυριδούλα Μπάκα που αφιέρωσαν πολύ χρόνο σε δοκιμές, ώστε να διαμορφώσω μια πρώτη αισθητική εικόνα.
Τους φίλους μου Ανδρέα Ρούσση, Γιώργο Σεργάκη και Λάμπρο Φύκαρη που με τις συνακροάσεις των ηχογραφήσεων με ενθάρρυναν στις αισθητικές μου επιλογές.
Τέλος, ευχαριστώ τον ηχολήπτη μας Σωτήρη Παπαδόπουλο, που πέραν από την άψογη τεχνικώς εργασία του, μας ξεκούραζε με την ζεστή, ευγενική έως καρτερική στάση του στις δύσκολες ώρες των ηχογραφήσεων.


Γιώργος Χατζημιχελάκης

2 σχόλια:

γουφ.. είπε...

λοιπον νιπαβουγαδί καιζονί εχομεν και λεμεν

ακούοντας τα μενω με την εντυπωση οτι δεν προκειται για παλιές συνθέσεις αλλα για σύγχρονες

εαν αυτο ηταν η επιδιωκση του αναπαραγωγοσυθεσαντος τοτε ευγε λαμπρον

πραγμα το οποιο δεν μου συμβαινει με τον Χαλαρη. εκεινος ομως πασχει με τον τραγουδιστή τον οποιον χρησιμοποιει και μαλιστα κατα κορον.
θα επρεπε, για να γινει πιστευτος, να εχει και καμποσους αλλους να τραγουδουν, και οχι ολοι με στομφο βεβαια. κατα τα αλλα η μουσικη του με δινει την αισθηση οτι παιζεται οπωςς ακριβως τοτε

εις τον Ταμπουρην δεν αναφερομαι καν, ποσώς μου αρεσει διοτι.

Οθεν Ευγε λαμπρον πονηροτατε ανασυνθετη.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Γουφ σε ευχαριστώ για την ακρόαση. Δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ ποτέ ότι έστησα αφτί στον 16ο και 17ο αιώνα. Άλλωστε το δηλώνω στα σχόλια του CD. Έστησα αφτί στο γούστο μου ... κοινώς έτσι μου αρέσει να είναι οι αιώνες αυτοί. Γι αυτό και ανακάτεψα τις φωνές, οι μεν ψάλτες να αντιπροσωπεύουν διαφορετικά χρώματα ο καθένας ανάλογα με το ύφος τους και να λοξοκοιτάνε το δημοτικό τραγούδι, οι δε τραγουδιστές να έχουν την κατάρτιση της ψαλτικής αλλά και το εκφραστικό του τραγουδιού.