29/3/09
Πετεφρής:Συναλληλία
Θυμήθηκε λοιπόν ότι πρίν από τις εκλογές του 1963 στο χωριό ήρθε από το Σκριπερό ένας διοικητής του τμήματος γιά να μιλήσει στους κατοίκους υπέρ της εθνικοφροσύνης.
Δεν ήταν τότε η μόδα των πνευματικών κέντρων, δεν χωρούσε τους κατοικους ένα καφενείο, τους μάζεψε στον αυλόγυρο της εκκλησίας.
Ωστόσο, ένας θυμωμένος, ανέβηκε στο καμπαναριό της Κουκκιώτισσας και θορυβούσε.
Ο διοικητής του ζήτησε να κατέβει. Μάταιος κόπος.
Κάποια στιγμή, που αγρίεψαν τα πράματα,ο θυμωμένος κατούρησε τον χωροφύλακα και δεν έγινε καμία ομιλία.
Εως εδώ ,όλα καλά. Τα έχει γράψει εξάλλου ο Θεοτόκης στον καιρό του.Κατά το ύφος εννοώ.
Σε λίγες μέρες, ήρθε ο Ανδρέας περαστικός, τότε συσπειρωτής πολλών νέων που τους έλεγαν "ανδρεικούς" και ήταν ένα είδος επίστρατων που δεν γούσταραν τις πολιτικές του πατέρα Γεωργίου.
Οι δικοί του στο χωριό, του είπαν την ιστορια με το καμπαναριό και τον κατουρημένο.Προς τέραστίαν έκπληξιν των πάντων, ο Ανδρέας ενήργησε αρμοδίως και ο διοικητής βρέθηκε με δυσμενή μετάθεση μεταξύ κόκκινης μηλιάς και δροσουλιτών.
Ο δημοκρατικός κόσμος ενθουσιάστηκε, η ιστορία μέσα σε 45 χρόνια φούσκωσε, τροποποιήθηκε, έγινε μέρος της λαϊκής παράδοσης, ακόμη και τώρα, που σας την μεταφέρω κατά λέξη, δεν θέλει πολύ μυαλό γιά να καταλάβει κάποιος ότι υπάρχουν μπερδέματα σε γεγονότα, ημερομηνίες, ίσως και σύγχυση στην διαδοχή των επισκέψεων.
Σημασία έχει ότι έπιασα τον μίτο, από τα δικά μου μέρη, ίδια εποχή.Οταν ο Καραμανλής τσακώθηκε με το παλάτι, ο ανακτορικός μηχανισμός (ένα ισχυρό μόρφωμα με άκρες στην αστυνομία, στο υπουργείο εξωτερικών και κυρίως στον στρατό) χωρίς να ταχτεί άμεσα με τον γέρο της Δημοκρατίας, δεν έστελνε τους τραμπούκους να δέρνουν πρίν λαλησει ο πετεινός, όποιον δεν ήντουνε ΕΡΕτζής, αλλά βγαίνανε και λέγανε "δεν μας νοιάζει αν ψηφίσετε ΕΡΕ ή Ένωση Κέντρου, μόνον τους κομμουνιστάς να μη ψηφίσετε".
Σε αυτά, δεκαπενταετής, ήμην ουκ ολίγες φορές αυτήκοος μάρτυρας. Εξάλλου μάθαινα και παρασκήνιο διότι όπως είχα συγγενείς κόκκινους του Οκτώβρη 1917, είχα και οργανωμένους τραμπούκους.Στην νεοελληνική οικογένεια, ξέρετε καλά, ότι δεν ισχύει κανένα απόρρητο.Γι΄αυτό και πολλά ευρύτερης εκπροσώπησης οικογενειακά τραπέζια, βαπτίσεων, γάμων και αρρεβώνων, διαλύονταν με τις φωνές ¨είσαι μπουραντάς" "βγάλε το κονσερβοκούτι, παλιόπουστα" "χίτης και ταγματασφαλίτης και παοτζής θα πεθάνεις, κακόψοφο νά΄χεις" "σκάσε που έκλεψες τους εβραίους" "και σένα η γυναίκα σου πουτάνα είναι" "και σένα την κόρη σου την γαμάει ο κουκούλας ο καραβανάς". Οι λέξεις "φασίστας"και "κουμούνι" εφυλάσσοντο γιά πνευματικες συζητήσεις υψηλού επιπέδου.
Όταν οι δύο εμπειρίες συνενώθηκαν μέσα μου, το ζήτημα δεν βρισκόταν εκεί οπου το ήθελε ο γείτονας, αλλά σε ακόμη πιό τραγικά συμπτώματα.
Σε ποιόν διαμαρτυρήθηκε ο Ανδρέας και γιατί του έκαμαν την χάρη; είναι σαφές ότι ο διοικητής δεν ανήκε στον κύκλο των βασιλικών ή άργησε να πάρει σαφείς οδηγίες, ή δεν τις κατάλαβε. Οι χωρικοί κατάλαβαν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να υπάρξει συνεταίρος στην εξουσία.
Γι΄αυτό και το 1981, μετά τις εκλογές, στο χωριό που κατοικώ, έφεραν ξύλα, σταυρούς και μιά μεγάλη φωτογραφία του Καραμανλή(κατανοητό, αφού ήταν πρωθυπουργός ο κερκυραίος Ράλλης) και ήβαλαν φωτιά στην είσοδο του οικισμού,με πρωτοβουλία του κατουρλή. Στο δικό μου το χωριό, Γιαννιτσά περιφέρεια, ήταν πιό εικαστικοί: έφτιαξαν πολλά κιλά πράσινο τσιμεντόχρωμα και έβαψαν την άσφαλτο, γιά να περάσει ο νεαρος ,τότε, Γιωργάκης.
Και οι δύο τοπικές κοινωνίες, τόσο διαφορετικές, τόσο όμοιες,απορρόφησαν τούς δοσίλογους, κρατάνε ως ανάμνηση των χρόνων της εμφύλιας σύρραξης ένα παγωμένο βλέμμα, αλλά του γέρου το βλέμμα και να παγώσει μοιάζει θαμπωμένο, ενώ οι αριστεροί λένε δυό τρείς κουβέντες, όλο και πιό άκεφα και μπρεχτικά. Ενας νέος κόσμος σκεπάζει τις παλαιές ιστορίες και τις κάνει έρμαιο των λογογράφων.
Αυτό που ενώνει τα δυό χωριά, είναι η κοινή υποτέλεια στην διαδικασία διορισμού των παιδιών τους, μετά την μεταπολίτευση.Άλλοι έγιναν στελέχια, άλλοι πλήρωναν. Και σήμερα, που τα διορισμένα τότε, κοντεύουν να θεμελιώσουν ώριμο συνταξιοδοτικό δικαίωμα, έχουν τραβήξει ένα σουτ σε καμιά εκατοστή λέξεις που δεν τις χρειάζεται κανένας. Εκείνα τα τραπεζώματα που διαλύονταν από καβγάδες, σε λίγο θα θεωρηθούν τα τελευταία δείγματα ενός λαικού ζωντανού διαλόγου.
Οι μόνοι που νίκησαν ήταν οι οικειοθελώς βουβοί και οι ξεχασιάρηδες.
27/3/09
Χοιροβοσκός: Χαιρετισμοί.
To να κάνεις το υπό, είναι σχεδόν ακατόρθωτο, για "πράγματα προσκρούοντα εις την ημετέραν λογικήν". Απαλύνει τον κόπο η «προσευχή της αγίας Ταϊσίας» της εκ των εταιριδών προερχομένης, και η Μαρίνα Σισέ με την ερμηνεία της στο κομμάτι αυτό του Μασνέ.
26/3/09
παίω δι' οργής τον τροχηλάτην

Η εφηβεία μου είναι ευτυχώς πολύ μακριά πια. Από όποια απόσταση και να τη δω, μία και μόνο λέξη μου έρχεται στο μυαλό, κι αυτή όχι ελληνική: disaster, και μάλιστα με ελληνική προφορά: ντιζάστερ, όπως το λατινικό aster και των ινδαλμάτων μας η Stratocaster. Η ανακούφιση για το τέλος της εφηβείας με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δεκαετίες μετά.
Η εφηβεία έληξε με την είσοδο στο πανεπιστήμιο, ας πούμε. Η αδεξιότητα, η ανασφάλεια, ο πανικός, η πλήρης σύγχυση (για όλα) τερματίστηκαν τελετουργικά τη μέρα που μπήκα στη σχολή δέκατος από το τέλος. Στην πραγματικότητα, οι συνέπειες της εφηβείας θα συνεχίζονταν μέχρι τα τριάντα. Αλλά την ανεξαρτησία τη γιορτάζεις, ρε αδερφέ, επετειακά και σαν μια στιγμή. Έτσι είναι. Einigkeit und Recht und Freiheit, που αντηχούσε στην εφηβεία μου.
Τα προεόρτια της λήξης της εφηβείας ξεκίνησαν στο φροντιστήριο, αυτό το καθαρτήριο για την ενηλικίωση από το οποίο τόσα και τόσα ελληνόπουλα περνάν και βγαίνουν αποκαθαρμένα και βαμμένα σαν ατσάλι ή (απλώς) καμένα. Εκεί ερωτεύτηκα μιαν Έλενα, που μοσχομύριζε σαπούνι κι ησυχία -- μέχρι και ο φροντιστηριάρχης-εκθεσάς με δούλευε που καθόμουν δίπλα της χαζός και σοβαρός σαν γάτος. Εκεί έμαθα ιστορία. Εκεί παραλίγο να τα φτιάξω με την πρώτη από τις τρελές τρελιάρες γυναίκες της ζωής μου, την ανεπανάληπτη Λ. Κ. Education sentimentale και βάλε.
Η μεγάλη χαρά όμως ήτανε το "γνωστό", το διδαγμένο, κείμενο, το οποίο έπρεπε να ξέρουμε μέσα-έξω. Ήμουν τυχερός: ήταν ο Οιδίπους Τύραννος. Το κείμενο το έφαγα και το κατάπια σαν μπέργκερ καλό: με μεγάλες δαγκωματιές και σε μπουκιές αμάσητες. Ήμουν πανευτυχής που ήξερα ότι θα ξαναγυρίζαμε σε κάθε στίχο, κάθε στιχομυθία, κάθε μονωδία, κάθε οτιδήποτε ξανά και ξανά. Ο Οιδίπους Τύραννος κατέληξε να ζυμώνεται και να χωνεύεται στο στομάχι μου, επώδυνα, αργά, λίγο πιο πολύ μετά από κάθε ανάγνωση, μετά από κάθε πέρασμα. Το κείμενο -- όπου η πλοκή πλάθει τους χαρακτήρες και το ήθος των χαρακτήρων σπρώχνει την πλοκή -- με οδήγησε στον Σαίκσπηρ και στο περί Ποιητικής. Ό,τι πρέπει να ξέρω για την εξουσία το έμαθα από τη στιχομυθία με τον δύστροπο σχεδόν πορνόγερο ξεκούτη Τειρεσία. Η Ιοκάστη μου άφησε ένα δέος για την στρατηγική δεινότητα και την τακτική ευελιξία των μεγαλύτερων γυναικών, των οποίων το ερωτικό κέλυφος τόσο δύσκολα θραύεται (ενώ είναι τόσο κωμικά εύκολο να βγάλεις το νήπιο μέσα από έναν άντρα), και το οποίο ευελπιστώ να έχω κατανοήσει πλήρως αφού η ανθρωπότητα θα έχει εντοπίσει το μποζόνιο του Χιγκς και προτού ο προστάτης μου γίνει σαν ακτινίδιο.
Τα πάντα μού φαίνονταν ανατριχιαστικά ισορροπημένα στον Οιδίποδα. Η πελώρια παγίδα των θεών, ο πλεκτός ιστός, η πλεκτάνη τους (κάτι που ακόμα μάς γοητεύει τελικά, από το Μάτριξ και τον Γκέιμαν μέχρι το πώς μιλάμε για τους Κέννεντυ και τους Ωνάσηδες). Η εμμονή για την αλήθεια και οι συνέπειές της. Η αφορμή των πάντων: ούτε μοιραία ζευγαρώματα, ούτε επικές μάχες, ούτε καταραμένα δαχτυλίδια, ούτε αρχέγονες κατάρες. Τον μηχανισμό τον βάζει σε κίνηση ένας καβγάς για την οδική προτεραιότητα. Αυτό που λέμε road rage. Ενός στρεσαρισμένου νεαρού που του θίξανε τη μάνα (τη Μερόπη) και παίρνει τους δρόμους. Οι θεοί άφαντοι αλλά παρόντες.
Η ώρα του Οιδίποδα ήταν η ώρα που έβγαζα το κεφάλι έξω από τη φωτιά της μπίχλας, από την κόπωση και το άγχος που περνούσαμε στο καθαρτήριο. Αντί να κυνηγάμε χαμένα κατηγορούμενα στον παγκοσμίως άγνωστο Μενέξενο του Πλάτωνα (που λένε ότι μπορεί και να 'ναι και παρωδία), αντί να απομνημονεύουμε τη θλιβερή πρόζα της μπλε ιστορίας (για όσους ανακάλυψαν την ξύλινη γλώσσα των ιστορικών βιβλίων με τα πλήθη που συνωστίζονταν στην προκυμαία της Σμύρνης -- ποιο Lycée βγάλατε;), αντί για τα κατάκουλα κείμενα των λατινικών (γραμμένα από τα 'παιδιά μπιφτέκια', όπως τους έλεγε ο φροντιστηριάρχης), διαβάζαμε τέχνη, ρε παιδί μου. Και χωρίς ενοχές: μέρος της προετοιμασίας ήταν κι αυτό, στο μενού του καθαρτηρίου.
kukuzelis: Τετάρτη Καθαρή
*
Β.: Θες να ζήσουμε Θοδώρα
μ’ αγκαλιές φιλιά και δώρα;
Θ.: Βάγγο πήρες πολύ φόρα
και δεν μου περ’σεύει η ώρα.
ΧΟΡΟΣ: Βάγγος-Τεό,
σημειώσατε δυο.
Β.: Εν πάση περιπτώσει,
θάθελα να σας βλέπω
περιοδικώς.
Θ.: Θα με αναστατώσει,
προτιμώ να βγαίνουμε
τηλεφωνικώς.
ΧΟΡΟΣ: Αλλοίμονο τα πράματα ‘ς τον κόσμο πως περνούνε
άλλες ‘ποδιώχουν τα πουλιά κι άλλες τα κυνηγούνε.
Β.: Αλί και Τρι-
μήπως με αποκρούετε;
Θ.: Αμάν, αν έ-
χετε ώτα με ακούετε.
ΧΟΡΟΣ: Τον φουκαρά κλαίγων θυμίζει όνον,
ελπίς αεί βιότου κλέπτει χρόνον.
*
Τετάρτη καθαρή είναι το μουσικό διάστημα με το οποίο, συχνά, τελειώνει ένα τραγούδι. Το γνωστό Σου-Τιεν.
Ο τελευταίος στίχος.
*
25/3/09
Πετεφρής:ΠΛΟΥΣ ΚΑΙ ΜΠΛΟΥΖ
Πρωτάκουσα γιά μπλούζ περί το τέλος των φίφτις, όταν ψιλομάθαινα να χορεύω. Μπλούζ έλεγαν και εννοούσαν το σλόου, που επέτρεπε συμπλεκόμενους μηρούς με την κοπέλα, αλλά δεν είχε βήματα.
Στην πρώτη εφηβεία το να πείς στην ποθητή χορεύουμε αυτό το μπλούζ; σήμαινε διάθεση γιά μπλεξίματα. Με ξαδέρφες και συμμαθήτριες χορεύαμε τσατσά, καλύψω, μάμπο, βάλς και τανγκό- τουλάχιστον με τα υβρίδιά τους.
Το ροκ ήταν άλλη σωλήνωση. Απαιτούσε εξαντλητική παρακολούθηση έμπειρων χορευτών, που ήξεραν από φιγούρες.Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το ροκ, μας έπιαναν οι διαθέσεις προς ιδιωτική κόλαση.
Οταν το πάρτι είχε τσάρλεστον και τέτοια, δήθεν παλαιικά και χαριτωμένα, ήταν ασφαλής ένδειξη ότι το πάρτι γαμήθηκε και υποτάχτηκε στα κορίτσια.
Η δική μας σειρά (είναι υπερβολικό να μιλάς γιά γενιά...) γνώρισε το μπλούζ κυρίως από τους Στόουνς, που είχαν στα πρώτα LP τους, αρκετά κομμάτια.Θυμάμαι που είχα βάλει λόγια στο Spider and the fly,καθώς δεν εκάτεχα καλά αγγλικά, και οι ελληνικοί στίχοι ήταν ό,τι θεωρούσα έως τότε σεξουλιάρικο και καυλωτικό.
Προς το τέλος των σίξτις αρχίσαμε να ακούμε κανονικό μπλούζ, από κανονικούς μουσικούς, ίδια εποχή που μας μάγευε το ρεμπέτικο του μεσοπολέμου(δεν υπάρχει κι άλλο).
Ελάχιστα μπλουζ "κάθονται" με ελληνικό στίχο. Ισως επειδή κοντεύει τον ήχο του sweet home Chicago, o απόκληρος του Γερμανού ξεχώριζε από γενέσεως.
Στη "νύχτα καταστροφής" του Λουκιανού, προτίμησα την εκδοχή του Ραμ παμ παμ που φύτεψε και φυσαρμόνικα.
Αλλά η υπόθεση είχε κριθεί αρχές του 70 ,όταν ο Σβάρτσιχ μας έφερε το "Ζωντανοί στο Κύτταρο" και τρελαθήκαμε, τέρμα Καλαποθάκη, με τον ανεπρόκοπο, έργο του Πουλικάκου, στο LP οι στίχοι αποδίδονται στον Φαληρέα. Ο Πουλικάκος ήταν θρύλος για μάς το 1973. Δεν έχει φωνή μπλουζίστα, είναι παραδόξως γλυκύς, αλλά το αποδίδω στην συνέργεια του Πάλι, και στο ότι ήξερε τον Κουτρουμπούση, που ήταν επίσης θρύλος μας.Εκεί, στο δεύτερο κουπλέ, κάνει ένα γύρισμα που το ξανάκουσα σε κάτι τελειωμένα του Χάουλιν Γουλφ. Ο άλλος δίσκος έχει από Τζόνι Μίτσελ, έως Τζέθρο, Ζέππελιν και λοιπούς, αλλά ο ταχύς βηματισμός του Ζάππα ξεπερνάει την επαναληπτικότητα που ζήσαμε με το Hey Jude: ξέρω και μιά μελαχρινη, πολυ την κάνω κέφι /μα τ΄όνομά της δεν θα σας το πώ/που όλο μου γκρινιάζει γρουσούζη με φωνάζει/ τεμπέλη κι ανεπρόκοπο. Συνδυασμένο με το "κι αυτή θα με τρελάνει" του Γερμανού, μπορω να καταλάβω γιατί περίμενα να μπεί στον βίο μου ο Ζάικος γιά να καταλάβω κάτι ελάχιστο απο το μπλούζ. Μα πόσες γκρινιάρες γυναίκες ανταμώσαμε και συντροφέψαμε εκείνες τις παλαιές δεκαετίες; εντάξεις ,ήμεσθεν κι εμείς αφόρητοι, αλλα σκάγαμε και κανένα γελάκι. Η καλύτερα, μόνον γελάκια σκάγαμε, από την πολλή σαχλαμπίχλα.
Αναμείνατε δυό συναφή κείμενα, ένα γιά τον Πετεφρή ως μπράσερ, κι ένα γιά τις ημέρες του Θόδωρου Παπαντίνα. Ας όψεται ο Μπερεκέτης που έγραψε υποκάτωθεν αυτό το παπαδιαμαντικό γιά το παιδικό του θέατρο. Μπορεί να μη ζηλεύω, αλλά παθαίνω κάτι χειρότερο: φιλοτομούμαι. Συνεργεί και η επέτειος της 25ης, οπότε εκεί συνεχίζω να παθιάζομαι με τον Δυσσέα. Θεωρήστε το μιά απάντηση στο στιχηρό του Χριστιανόπουλου νά ξερες Μακρυγιάννη γιατί τζάκισες το χέρι σου. Το τζάκισες γιά να χορεύουν σέικ τα κωλόπαιδα.
Μπλουζ ακούγαν τα κωλόπαιδα. Κοκκαλωμένοι στην ασπρόμαυρη εικόνα. Χόρευαν η Δυναμό και η Νταίζη και η Ελσα σε φοβάμαι. Αλλά όχι σέικ. Σέικ δεν χόρευε μήτε ο Πασχάλης.
μπερεκέτης: Η ΑΠΑΤΗ ΕΝΟΣ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΗΡΩΟΣ ΤΟΥ '21 (επετειακόν)

Ένα λακωνικό "Ναι" διαδέχθηκε την ερώτησή μου:
Τώρα πλέον μπορούσα να είμαι ασύδοτος. Πέρασα όλους τους άρρενες συμμαθητές στο καστ, διότι ήθελα να συνδυάσω την εύνοιά τους με την αίγλη της υπερπαραγωγής. Και πηγαίναμε κάθε απόγευμα στην αυλή του σχολείου, μέχρι και την προγενική της 23ης Μαρτίου 1968 και κάναμε πρόβες τις ξιφομαχίες του έργου. Λίγο πριν την γενική, η οποία έλαβε χώρα ενώπιον της κυρίας Ν. και του διευθυντού δύο ώρες πριν την σχολική γιορτή, μάθαμε και τα λόγια μας: αλλεπάλληλοι μικροί διάλογοι που κάθε πρότασή τους ξεκινούσε, ή οπωσδήποτε περιελάμβανε την κλητική προσφώνηση «ωρέ,…».
Λυπούμαι διότι ο ιστός των συμβάσεων, που καθώς μεγαλώνω γίνεται όλο και πιο πυκνός, συσκοτίζει την μνήμη μου. Ό,τι δεν έχω ξεχάσει σχετικά με το σενάριο, εκτός φυσικά από τις αλησμόνητες ξιφομαχίες, το γράφω παρακάτω με την ελπίδα γράφοντας να θυμηθώ κι άλλα:
Πρέπει να ήταν ένα έργο με θέμα τους Σουλιώτες. Γιατί είχα επιλέξει το πιο χοντρό παιδί της τάξης που μάλιστα είχε το επώνυμο (όχι παρατσούκλι) Μπάλας, για να κάνει τον Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς, σ’ αυτό το opus 1 και μοναδικό θεατρικό μου, ήταν σχεδόν βουβό πρόσωπο. Το μόνο που είπε κατά την πρόωρον κορύφωσιν της πλοκής διατάσσοντας την εκτέλεση ενός ήρωος κρατουμένου ήταν: «Πάρτε τον, ωρέ». Τότε, βεβαίως, οι γενναίοι Έλληνες, που λαθραίως πως είχον παρεισφρήσει στο παλάτι του, έβγαζαν τα κρυμμένα σπαθιά τους και μετά από ξιφομαχία η οποία είχε κατοχή χρόνου στα 4/5 του όλου έργου, εξολόθρευαν τη φρουρά του Αλή Πασά και προς δόξαν της ιστορικής επιστήμης και τον ίδιον τον Αλή Πασά. Βεβαίως, έμμεσα, με την έκβαση αυτή είχα αχρηστέψει και κάθε νόημα συνέχειας της γιορτής, γιατί ακόμα αναρωτιέμαι τι θέση είχε ο χορός του Ζαλόγγου που μετά τον «θεατρικό θάνατο του Αλή Πασά» χορέψαν οι συμμαθήτριές μου.Θυμάμαι επίσης, ότι το κάστινγκ το έκανα με βάση τις συνειδητές συμπάθειες. Στον ρόλο των Ελλήνων ήταν όλοι οι φίλοι, ενώ για τους ρόλους των Τουρκαλβανών είχα επιλέξει όσους δεν μου έκαναν ούτε κρύο, ούτε ζέστη, καθώς και μερικές αντιπάθειές μου. Ο μόνος που επελέγει αξιοκρατικά ήταν ο Μπάλας. Επίσης, ένα παιδάκι που ήταν μάρτυς του Ιεχωβά το είχα βάλει να κάνει τον προδότη, όχι όμως επειδή ήταν μάρτυς του Ιεχωβά, αλλά επειδή η φυσιογνωμία του ήταν κάτι προς το Αρτέμης Μάτσας, στο πιο καχεκτικό και μαυριδερό. (Πολύ αργότερα, λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία, αυτό το παιδάκι ανέλαβε όλη η τάξη να το προσηλυτίσει στην ορθοδοξία και μάλιστα σε ένα διάλειμμα το βαφτίσαμε στη γούρνα με τις βρύσες του σχολείου, έχω θολή την ανάμνηση, με ή και χωρίς τη θέλησή του). Αυτό το παιδάκι, ως προδότης ονόματι Ιβάν (κάτι θα είχα ακούσει και για σιδηρούν παραπέτασμα και τα μπέρδεψα στο έργο), προσποιούμενος αρχικά μέλος της Φιλικής Εταιρείας κατόπιν κατέδωσε όλους τους Έλληνες ως επαναστάτες και ο Αλή Πασάς, παρότι ωφελήθηκε από την προδοσία , τον εξετέλεσε τον Ιβάν με το ίδιο του το σπαθί, γιατί στους προδότες μόνον ο θάνατος αρμόζει, (κάπου αλλού το είχα δει αυτό). Ακόμα, σε ρόλο Τουρκαλβανού αξιωματούχου, είχε επιλεγεί και ο συμμαθητής μου ο Νίκος Βελλής, ο οποίος μολονότι φίλος μου, διέθετε δύο απαράμιλλα προσόντα για το ρόλο, πρώτον ότι Βελλής λεγόταν, γνωστόν από τον Καραγκιόζη, ο γαμπρός του Αλή Πασά, και δεύτερον η φιγούρα του Βελλή στο θεάτρο σκιών ήταν ένας ξερακιανός, όπως και ο συμμαθητής, που αν και ως φίλος μου εδικαιούτο να είναι στο ελληνικό στρατόπεδο, δέχτηκε ωστόσο τον ρόλο του γαμπρού του Αλή Πασά, υπό τον όρο να ξιφομαχήσει περισσότερο απ΄ όλους και να σκοτωθεί τελευταίος. Συμφώνησα, και βεβαίως ξιφομαχήσαμε μαζί, καθόσον είχα προβλέψει επίσης να ξιφομαχήσω περισσότερο από κάθε άλλον και συνεπώς κατά μία σπαθιά περισσότερο από αυτόν. Κρατούσα ένα ξύλινο γιαταγάνι που είχα φτιάξει με τη βοήθεια του παππού μου, διότι θέλει τέχνη να πριονίσεις κυρτά μία σανίδα ξύλο και να φτιάξεις ένα γιαταγάνι μονοκόματο με τη λαβή του. Όμως, όσο κι αν βασανίζομαι, δεν θυμάμαι ποιόν ρόλο έπαιζα στο έργο. Το βέβαιον είναι ότι ήμουν Έλληνας.
24/3/09
kukuzelis: Σημειώσεις για τα μεγαλεία και τις δυστυχίες των διανοουμένων.
Φιλοδοξεί να γίνει συμπλήρωμα του προηγουμένου.
για τους διανοούμενους
της Τουρκίας.
Αξιοθαύμαστοι άνθρωποι»
[Στο ποστ παρεμβάλω βιντεάκια (όλα με τη Γκρέης Τσάνγκ) από το Χονγκ Κόνγκ, την εποχή που ο Μάο ετοίμαζε το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός. Έτσι, για να θυμόμαστε ότι πάντα ο κόσμος (οι διανοούμενοι;) θυμόταν να διασκεδάζει. Το θέμα δεν είναι η «η ασφάλεια, η ησυχία, η ζεστασιά».]
*
Η γραμμή του ορίζοντος. Διεύρυνε λιγάκι, χρονικά ή ιδεολογικά, τον ορίζοντα και ιδού, το τοπίο μεταλλάσσεται.
*
Εκείνο το βιβλίο που μ’ αρέσει. Πολύ! Πάρα πολύ! Το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου.
*
Δεκαετία του 50 [ ; ]. Η Καίτη Δρόσου παίρνει ένα δελτάριο από την Λήμνο. Από τον Άρη Αλεξάνδρου. Της γράφει :
«Εδώ τρώω κλωτσιές απ’ τους δικούς μας»«-και δεν κατάλαβα λέξη», προσθέτει η Δρόσου.
*
Ο Τάσος Λειβαδίτης εξομολογείται στον Αλεξάνδρου:
«Θα παρατήρησες βέβαια ότι ο κύκλος στένεψε γύρω σου· οι σύντροφοι σε αποφεύγουν και όχι μόνο εγώ. Θυμήσου την τελευταία συνεδρίαση: […] ένας φίλος μάς διάβαζε την εισήγηση του Ζαχαριάδη. Μας δόθηκαν πέντε λεπτά στον καθένα να εκφραστεί. […] Ακούω καλά, ξεστόμισες, ή έχω παραισθήσεις; […] Παραδεχτείτε την ήττα, πέστε στους συντρόφους πως θα κάτσουν εδώ πέρα άλλα είκοσι ή τριάντα χρόνια. Εγώ έκαψα τη γούνα μου, μα είμαι μόνος· υπάρχουν όμως ανάμεσά μας φαμελίτες, σπιτικά ρημαγμένα. Πέστε τους πως νικηθήκαμε, να πάρει ο καθένας την απόφασή του.»
Η συνέπεια, εκ στόματος Λειβαδίτη:
«Κι έπεσε η κατηγορία για ηττοπάθεια ως στοιχείο που διαβρώνει συνειδητά το αγωνιστικό πνεύμα των συντρόφων»
Καίτη Δρόσου:
«Η απόφαση να απαγορευτεί κάθε επαφή μαζί του, να απομονωθεί, κοινοποιήθηκε σε όλη την επικράτεια, δηλαδή σε όλους τους τόπους εξορίας, φυλακές, κρατητήρια, τμήματα μεταγωγών. Ο [Γιάννης] Ρίτσος […] μόλις τόμαθε ταράχτηκε και ανέλαβε την υπεράσπιση του Άρη.»
Λίγο αργότερα, στον Άγιο Ευστράτιο, ρήξη Άρη Αλεξάνδρου – Γιάννη Ρίτσου.
Καίτη Δρόσου:
«[…] κρατούμενοι ή όχι, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, ανταλλάσσουν γραφτά και το ποίημα που […] δείχνει ο Άρης [στον Γιάννη Ρίτσο] απορρίπτεται [Ρίτσος:] ‘Πώς αφέθηκες σε τόση απαισιοδοξία, τώρα που τα πράγματα μαλακώνουν, τώρα που […]’.*
Ο Άρης, κατά το συνήθειό του, δεν έβγαλε μιλιά. Πηγαίνει όμως την επόμενη ή την μεθεπόμενη στο καλυβάκι του Γιάννη, με ένα άλλο ποίημα. Όχι άλλο, αλλά το ίδιο, σε αισιόδοξη εκδοχή. Όπου ο Γιάννης ενθουσιάζεται: ‘Το ‘ξερα, ήμουν βέβαιος ότι δεν θα το βάλεις κάτω· έτσι μπράβο Αρίκο μου, να το ποίημα, να το’. –‘Εάν’, η απάντηση του Άρη, του μουζίκου […] ‘εάν εσύ ο φίλος μου ο ποιητής, ο δάσκαλος μου που με ξέρεις βρίσκεις το ψεύτικο καλό και το αληθινό σκάρτο, δεν είμαι απλώς ένας επιδέξιος ταχυδακτυλουργός […] αλλά ένας κοινός και αδίστακτος απατεώνας, και δεν ξαναδείχνουμε τα γραπτά μας.’»
Ο Αλεξάνδρου έχει καταδικαστεί από το στρατοδικείο σε «δέκα χρόνια ειρκτή για ανυποταξία».
Οι αποφάσεις όμως, αποφάσεις. Καίτη Δρόσου:
«Η απομόνωση [του Άρη Αλεξάνδρου από τους ‘συντρόφους’ του] είναι του λοιπού οριστική, έως την αποφυλάκισή του. Έως το τέλος του 1958 ο Άρης βρίσκεται στα Γιούρα.»Και πώς αντιδρά ο Άρης, εξορισμένος στον Άγιο Ευστράτιο; Καίτη Δρόσου:
«Ξύρισε το κεφάλι του, δεν ξανάραψε τα κουμπιά στο παλτό του, στη θέση τους έβαλε μια παραμάνα. Το αντίσκηνο όπου έζησε από κει και πέρα χαρακτηρίστηκε ως το αντίσκηνο των ελαφρώς σαλεμένων διανοητικά. […] Στη μεγάλη πλημμύρα που ξεσήκωσε και παρέσυρε τα πάντα στη ρεματιά παρέμεινε ξαπλωμένος στο κλινάρι του, από όπου παρατηρούσε με βιβλική αταραξία και περίμενε να ανέβει η στάθμη του νερού ίσαμε το στρώμα του»Αργότερα. Γιούρα. Καίτη Δρόσου και πάλι:
«Στη διάρκεια της εκεί παραμονής του ζει μόνο τη νύχτα. Την ημέρα κουκουλωμένος με μια κουβέρτα, κάνει πως κοιμάται διότι δεν του μιλάει κανείς. Κανείς από τους συγκρατούμενούς του, ογδόντα τον αριθμό, σ’ έναν θάλαμο χωρίς προαυλισμό. Δεν τον θεωρούν δικό τους.»
Αναζητείται επειγόντως Πέρυ Άντερσον, να καταδικάσει τον Αλεξάνδρου για «pensée unique, ιδρυματοποίηση, επανάπαυση και αυτισμό.» Η γνώμη μου είναι ότι κάθε εποχή ζει αυτήν την ιστορία, μόνο που σήμερα το παιχνίδι παίζεται, χωρίς άλλοθι, σε υπαρξιακό επίπεδο.
*
Όλα τα αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου: «Γιάννης Ρίτσος, Τροχιές σε Διασταύρωση, επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου, πρόλογος Καίτη Δρόσου, επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις: Λίζυ Τσιριμώκου, εκδόσεις Άγρα»
*
ΥΓ. Η σύγκρουση του Άρη Αλεξάνδρου με τον Γιάννη Ρίτσο ξεπεράστηκε τελικά.
Έχουν γυρίσει και οι δυο από την εξορία. Η Καίτη Δρόσου συζεί με τον Άρη.
Καίτη (στον Άρη): Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, εγώ, εξακολουθώ να συναντιέμαι με τον Ρίτσο.
Άρης: Ε, τότε γιατί δεν του λες να 'ρθει. Πες του να 'ρθει.
Και η Καίτη συνεχίζει: "Αυτό ήταν. Στο μπαλκόνι της οδού Σπετσών ξανάρχισαν οι συζητήσεις και οι μονόλογοι, και από τις δυο μεριές. Η γειτονιά βούηξε από τη στεντόρεια φωνή και τον λεκτικό χείμαρρο του Ρίτσου. Μόνον όταν πήγαινε να ξημερώσει, γύρω στις πέντε το πρωί, έπαιρνε το δρόμο για το σπίτι του. Με τα πόδια. Από την Κυψέλη ως τα Λιόσια."
*
23/3/09
Ο Sraosha για τη μαλακία των διανοούμενων

(ξεκίνησε ως σχόλιο-απάντηση στη Μαντάμ εδώ.)
Η αναλυτική κατηγορία 'οργανικός διανοούμενος' δεν υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό του έγκλειστου Γκράμσι, αποτελεί απεναντίας ένα ιδανικό εργαλείο προσέγγισης του πώς σκέφτονται και λειτουργούν οι διανοούμενοι και οι λεγόμενοι άνθρωποι του πνεύματος.
Δεν υπαινίσσομαι ότι όλοι μας πρέπει να είμαστε μαχητικοί, γενναίοι και αγέρωχοι. Ούτε μπορούμε, ούτε χρειάζεται. Δε λέω ότι θα πάμε να γίνουμε ιερομόναχοι της επανάστασης, φορώντας ένα σακί, τρώγοντας Κάββουρα και Σάββα και πίνοντας άμστελ και χασίσια. Αντιλαμβάνομαι ότι όσο πιο ελκυστική γίνεται η ζωή, τόσο λιγότερο θες να τη θυσιάσεις. Όσο ευχερέστερη γίνεται η ασφάλεια, η ησυχία, η ζεστασιά, τόσο δυσκολότερο είναι να κατεβεί κανείς στον δρόμο.
Το αστείο όμως είναι όμως ότι ειδικά οι διανοούμενοι / λεγόμενοι άνθρωποι του πνεύματος έχουν τα λιγότερα να χάσουν από όλους τους υπόλοιπους: κανείς δε θα απολύσει τον συγγραφέα Χ επειδή επικρίνει την εξουσία (μια εξαίρεση ήταν ο Περικλής Κοροβέσης, που τράβηξε κάμποσα όταν του καταλόγισαν ότι ήταν ο αρχηγός της 17Ν), δε γίνεται να παυθεί ο καθηγητής Ψ για την όποια πολιτική του δράση (βεβαίως, ίσως χάσει το τραίνο της προαγωγής γιατί σεκλέτισε τις νεολαίες, τις γερουσίες και τους Εφόρους), δεν περιμένουν στη γωνία τον καλλιτέχνη Ω για να του κάψουν τη BMW με ποτάσα, ακουαφόρτε ή βιτριόλι. Κι όμως, δεν είναι αυτοί που βγαίνουν μπροστά -- είναι ο κάθε υπάλληλος, εργάτης, ντελιβεράς κτλ.
Επιπλέον, δε χρειάζεται ο Χ, ο Ψ και ο Ω να είναι (γκουχμ) αριστεροί. Δε χρειάζεται καν να κατέβουνε στον δρόμο: αρκεί να πούνε μια κουβέντα, να γράψουν δυο λέξεις, να κάνουν ένα χάπενινγκ: έτσι καιΕΜ> το ανασφαλές και αδηφάγο εγώ τους θα ταΐζαν και και τη σπάθη του Δικαίου θα κραδαίναν προς εκταμίευση δόξας κι υστεροφημίας.
Απεναντίας, βλέπουμε μια κάστα ανθρώπων με τη δυνατότητα να δημοσιεύουν αλλά με προβληματική κατάρτιση και ελλειμματική καλλιέργεια (όχι απαραιτήτως, ωστόσο), να ξιφουλκεί με σθένος και ορμή υπέρ της συγχρονης εκδοχής της καταστολής του σώματος, κατά της ελευθερίας, υπέρ της ιδιώτευσης, κατά της στοιχειώδους αλληλεγγύης, υπέρ του δικαιώματος στο κέρδος αλλά κατά του δικαιώματος στη ζωή και στην αξιοπρέπεια. Διακατέχονται όχι πια από ψυχαναγκαστική επιθυμία για αρχάρια νεαρά κορμάκια και παρτούζες, αλλά από μια τρελή λαγνεία για την εξουσία, τον κυνισμό, τον σχετικισμό που παριστάνει τον ορθολογισμό. Είτε αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ότι σήμερα 'οι άλλοι' αύριο εγώ, είτε πιστεύουν ότι η προστασία που τους παρέχει η παρδαλή οιονεί τήβεννος του διανοούμενου / πνευματικού ανθρώπου είναι απροσμάχητη. Θα έπρεπε να τσεκάρουν τα πτυχία και την καλλιέργεια του ιρακινού μπακαλόγατου, της Μολδαβής παραδουλεύτρας τους, του Αιγύπτιου μπογιατζή και της Λετονής που πηδάνε επί χρήμασι: κάποιοι από αυτούς -- όχι όλοι, κάποιοι -- ξέρουνε έως και πέντε γράμματα παραπάνω από αυτούς. Θα έπρεπε να θυμούνται ότι δεν καταρρέουν μόνον οι οικονομίες των άλλων, δεν αποσυναρμολογούνται μόνον οι κοινωνίες των άλλων.
Τέλος, έχω ξαναπεί για τους διανοούμενους της Τουρκίας. Αξιοθαύμαστοι άνθρωποι, σε μια χώρα όπου κάστανα δε χαρίζονται: θυμηθείτε απλώς και μόνο το τέλος του Χικμέτ και τη φυγάδευση και αφάνεια του Παμούκ (χωρίς να πούμε τίποτε για τους εκατοντάδες εκτοπισμένους, φυλακισμένους, δολοφονημένους -- γιατί έθιξαν είτε τον κεμαλισμό, είτε το Ισλάμ, είτε τον τουρκισμό: εμάς τουλάχιστον οι δαίμονές μας είναι ένας λιγότερος και λιγότερο δραστήριοι). Κι αν νομίζετε ότι συγκρίνω ανόμοια μεγέθη, κι αν νομίζετε ότι η Δημοκρατία μας ενθαρρύνει τη σιωπή και το consensus, θυμηθείτε τη θανατερή σιωπή της Επταετίας. Αναλογιστείτε τη ντεκαφεϊνέ εκδοχή της που μάς έρχεται. Θεωρήστε ότι κινδυνολογώ και άντε να πάτε σε καμμιά ταβέρνα με άλλους καλλιεργημένους ανθρώπους να συζητήσετε τα δεινά των Αμερικάνων, τη μονοκόμματη αφέλεια των Ρώσων, τον ασφυκτικό κομφορμισμό των Κινέζων, τη γενικευμένη χαζομάρα των Ισπανών, την τοτεμική διαφθορά των Ιταλών. Ως εδώ, όλα καλά.
Πετεφρής:Σημειώσεις χιλίων ημερών
Η κληρονομιά που αφήνουμε οι τελευταίοι ακμάσαντες τον εικοστό αιώνα προς τον ερχόμενο, δηλαδή εμείς που θα χαθούμε από την πόλη από σήμερα και έως το 2030,νεκροί ή υπέργηροι, είναι μιά κληρονομιά δυσβάστακτη. Το 1912, η Θεσσαλονίκη διέθετε ένα πηγμένο κέντρο με πεντέξη μεγάλες σχετικά αλάνες στην καρδιά της,και απέραντα τσαϊρια ανατολικά και δυτικά, που μόνον στο Χαρμάνκιοι και στην συνοικία των Εξοχών είχαν κάποια κατοικήσιμη ζώνη. Ίσως η πιό κρίσιμη περίοδός της ήταν η μεταπολεμική, που έχει διαστάσεις περίπου εμφύλιες. Και η πιό σκοτεινή περίοδός της είναι η κατοχική. Αυτά που συνέβησαν υπό γερμανική διοίκηση με εντόπιους υπεύθυνους διαφόρων θεσμών και μηχανισμών, δεν θα εξεταστούν με κάποια ψυχραιμία μήτε σε ολόκληρη την διάρκεια του 21ου αιώνα. Πονάνε πάρα πολύ.
Σε κάθε περίπτωση, η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, ειδικά η πόλη μετά το 1959,είχε μερικά χαρακτηριστικά: δυτικά, ήταν ένα άθροισμα από κοινότητες, μαχαλάδες και γειτονιές, από τα συμμαχικά έμπεδα και στρατόπεδα έως φαβέλες των Μετεώρων και μαζικές πολυκατοικιάσεις τρίτης κατηγορίας σε Συκιές και Νεάπολη, στα πρώτα χρόνια. Ανατολικά, ένα συμπαγές μπετόν με ελάχιστες ανάσες, μονοκοπανιά από ηλεκτρική εταιρεία έως Ντεπό. Καπάκι επάνω του το μεγάλωμα της Τούμπας και η ένωσή της, μέσω Μαλακοπής με την Καπουτζήδα. Ενα διαχρονικό έγκλημα, άν σκεφτεί κάποιος ότι την εποχή της μεγίστης ανοικοδόμησης, πρίν τριάντα και βάλε χρόνια, ο σχεδιασμός προέβλεπε και υλοποίησε το μέγα έργο των ανατολικών νεκροταφείων, εκεί όπου έπρεπε να σχεδιαστεί μιά ανατολική πλατεία Αριστοτέλους, δηλαδή ένα ανατολικό διοκητικό και κοινωνικό κέντρο.
Τέλος πάντων, και χωρίς μεγάλες γκρίνιες, η Θεσσαλονίκη κατάφερε να διατηρήσει, ακόμη και πριν είκοσι χρόνια, ένα σχετικά σπάνιο χαλάρωμα. Το μεγάλο κενό από την ηλεκτρική εταιρεία έως τον Λευκό Πύργο. Που έφτανε έως το τρίτο Σώμα στρατού. Ηταν σαφές ότι με τον αστικό θρύλο γιά την απομάκρυνση της ΔΕΘ, υπήρχε μιά αδιόρατη ελπίδα να υπάρξει ένας ευρύς μητροπολιτικός χώρος που θα μοίραζε την κυκλοφορία με σχετική δικαιοσύνη, που θα δημιουργούσε τις αποστάσεις γιά ένα ευπρεπές ιστορικό κέντρο, αυτό που περικλείεται στα τείχη που απόμειναν στην Σαλονίκη, και κυρίως, η ανατολική πόλη, που έως τότε ήταν ένα μπάζωμα από γειτονιές, μακριά από «κεντρομόλες» πολεοδομικές δυνάμεις, θα ήταν δυνατόν να αναπτύξει περιφερειακά σημαντικά κέντρα. Το πάρκο της Κρήτης, αλλά και το πάρκο της Μαρτίου. Την αλάνα της Τούμπας. Τα ανοίγματα στο Καυταντζόγλειο. Την παραλιακή ζώνη, χωρίς επέκταση της οικοδομικής γραμμής προς την θάλασσα.
Αντί γι αυτά, το πανεπιστήμιο ανοικοδομήθηκε μέχρι αποκρουστικής ασφυξίας, χτίστηκε το Βελλίδειο αλλά και ολόκληρη η η ΔΕΘ με μόνιμες εγκαταστάσεις, χτίστηκε το Μουσείο Βυζαντινού πολιτισμού και στο τέλος, καπάκι , το Δημαρχείο. Ο φόβος του κενού υπερίσχυσε παντός άλλου φόβου.
Τώρα διαθέτουμε μιά ενοποιημένη Θεσσαλονίκη, από το Δερβένι έως του Κόδρα κι από την Γεωργική Σχολή έως τα Διαβατά, αλλά εμείς δεν είμαστε πλέον οι κύριοι κάτοικοί της. Την πόλη την κατοικούν τα αυτοκίνητα. Τελεσιδίκως.
Το πηγμένο κέντρο, ήταν ζήτημα χρόνου να φέρει τα πηγμένα μυαλά. Σήμερα, χίλιες μέρες πρίν κλείσει ο ελλαδικός αιώνας της Θεσσαλονίκης (επειδή ο ελληνικός της αιώνας δεν άλλαξε ποτέ) μπορεί κάποιος να σκεφτεί μελλοντολογικά γιά την τύχη της πόλης, ή να κάνει απλώς την πλάκα του.Θα τα προσπαθήσω και τα δύο. Η πόλη μου το αξίζει εξάλλου. Ακόμη κι άν δεν υπάρχει.
Αυτά πρέπει να απαντηθούν. Από τους πολίτες. Από τους πολιτικούς. Από τους ειδικούς. Από τους διαβασμένους. Από τους αδιάβαστους. Και δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ευχάριστα.
Είναι δυνατή κάποια αυτορρύθμιση;
Οι αισιόδοξοι πολεοδόμοι μας λένε: ακόμη κι άν δεν πετύχαμε κανέναν σχεδιασμό, η πόλη καταφέρνει και αυτορρυθμίζεται. Θα πέσουν ιδιωτικά κεφάλαια, θα αυτονομηθούν οικιστικά γειτονιές, θα χωρίσει η ήρα από το σιτάρι, θα περάσει μιά περίοδος που κυριολεκτικά θα περπατάμε πάνω στις λαμαρίνες των αυτοκινήτων, αλλά λίγο το μετρό, λίγο κανένας προαστειακός, λίγο τα στρατόπεδα, δεν θα χαθούμε.
Αυτή η άποψη δεν είναι ανόητη,αλλά ανύπαρκτη, επειδή δεν παράγεται από τον μυαλό αλλά από το συναίσθημα. Μεγάλο μέρος της σημερινής Ελλάδας, είναι πλασμένο τεχνητά, πάνω σε φαντασιώσεις. Ας δούμε από κοντά τα πραγματικά προβλήματα.
Ποιά ιδιοκτησία;
Οι πολεοδομικές ρυθμίσεις απαιτούν σαφή εικόνα των ιδιοκτησιών, και δεν εννοώ μόνον το κτηματολόγιο.Παράδειγμα: η οικογένειά μου ήρθε από τα Γιαννιτσά το 1965, αγοράζοντας με δάνειο και δόσεις ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία.76 τετραγωνικά φορμάικας και πλαστικού, μαζί με 35 άλλες οικογένειες. Μόνον οι 3 η 4 ήταν από την πόλη.Η οικογένειά μου έχει ιδιοκτησία του 3% του οικοπέδου της πολυκατοικίας, που χτίστηκε από μπετόν το 1964 και μέσα στον 21ο αιώνα θα καταστεί οριακή η αντοχή της, λόγω της γήρανσης του σκυροδέματος και άλλων παραγόντων. Σήμερα, οι ιδιοκτήτες των 35 διαμερισμάτων δεν είναι 35, αλλα περίπου 120 και παλι λίγους λέω. Στη μέση του αιώνα, οι ιδιοκτήτες θα ξεπεράσουν τους 200. Επομένως, είναι πρακτικά αδύνατον να βρεθεί τόπος να κατοικήσουνε όλοι αυτοί στον ίδιο τόπο. Θα έχουν ένα μικρό κλάσμα οριζόντιας ιδιοκτησίας. Αν έρθει κάποιος να συνενώσει πολυκατοικίες γιά να χτίσει νέες κατασκευές, θα πρέπει οι 200 να δεχτούν ως αποζημίωση όχι κάποια αντιπαροχή, αλλά καμιά τηλεόραση της εποχής.Κανένας Σαλονικιός δεν έχει άποψη γιά την φθορά του μπετόν και την συντριβή της όποιας ελπίδας του να «σωθεί» από την γή που κατέχει. Αυτό σημαίνει κατά τη γνώμη μου ότι γύρω από το ιστορικό κέντρο, οι γειτονιές στην Ανάληψη, στην Τούμπα, στον Εύοσμο, στους Αμπελοκήπους,θα υποστούν δραματική υποβάθμιση. Ωσπου να αλλάξει η νομοθεσία περί ιδιοκτησίας νεοελληνικής γής, δηλαδή ποτέ.
Εκβιομηχάνιση και άλλα σαπάκια
Η Θεσσαλονίκη μοιάζει με δυό τρένα που επιτίθενται το ένα εναντίον του άλλου με ιλλιγγιώδη ταχύτητα σε μονή γραμμή
Από τη μιά το περιβάλλον, η πράσινη ανάπτυξη, η ήπια ανάπτυξη, οι κατηγορίες εναντίον του αυτοκινήτου, του πετρελαίου, ακόμη και των αιολικών πάρκων.
Από την άλλη, οι ρυθμίσεις στάθμευσης και κυκλοφορίας, η στοχευμένη έξωση του αυτοκινήτου(που παλαντζάρει μεταξύ κατάρας και ευλογίας) και αναρίθμητα ζητήματα ρύπανσης και κακής κοινωνικής ζωής.
Κυρίως, σε αυτό το τρένο ,ταξιδεύει η φανταχτερή πολιτική ρητορική του τίποτε.
Φαβέλες, γκέτο, γκέτο που αναδίδουν έγκλημα, άλλα γκέτο που αναδίδουν γοητεία, εισαγόμενος πολιτισμός, κρατικά κονδύλια, ακεφιά. Αν η Θεσσαλονίκη χτιζόταν κατά το πρότυπο μιάς μέσης ευρωπαικής πόλης, δηλαδή τριώροφη,θα έπιανε χώρο από τα Γιαννιτσά έως την Γαλάτιστα,κι από τον Λαγκαδά έως το Αιγίνιο. Ολες οι προβλεψεις εκβιομηχάνισης, εμπορικού κέντρου και συμπρωτεύουσας αποδείχτηκαν επικίνδυνα ανόητες. Οπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη βέβαια, με μιά διαφορά: εκεί, η αντιπαροχή είχε ήδη ξοφλήσει ως δόκιμος τρόπος ανάπτυξης ήδη εδώ και πενήντα βάλε χρόνια. Εδώ, υπάρχουν ακόμη αφελείς που ελπίζουν στην αναβίωσή της.Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ετοιμαζόμαστε να αγοράσουμε τεχνολογία ανακύκλωσης προ 30 ετών, και πάλι την θεωρούμε τολμηρή.
Από την άλλη, μέσα στην πόλη ,υπάρχει μιά υπερτέλεια μηχανή διανοουμένων πεπεισμένων γιά την οικολογική υπεροχή των όντων,αλλά που δεν θα καταφέρει ποτέ των ποτών να πείσει οποιονδήποτε ότι πρέπει να γίνει κάποιο τράμ ή να δοθεί κάποια προτεραιότητα στον δημόσιο χαρακτήρα της πόλης. Οπως και στον μεσοπόλεμο, όπου η σαλονικιά λογοτεχνία ήταν πράγματι σημαντική κα υπέρτερη, αλλα εδώ δρούσαν οι πιό αδίστακτοι τραμπούκοι. Η πόλη θα χωριστεί σε πολλά ,ανομοιογενή, θρύψαλλα.
Η αναβάθμιση του αστού
Είναι η πρώτη φορά, εδώ και πάμπολλα χρόνια, που η Θεσσαλονίκη δεν κατοικείται πλεον από καλά παιδάκια. Καλά παιδάκια ήταν και είναι οι μέτοικοι, οι παρεπιδημούντες, οι επαρχιώτες.
Εδώ και τριάντα χρόνια, οι Θεσσαλονικείς γεννούν σαλονικιούς.
Η πόλη διαθέτει μιά μεγάλη μικροαστική τάξη, που αναγνωρίζει ως ιστορική της τοπιογραφία τους λερούς δρόμους, τις απρόσωπες κατοικίες, ένα μαγαζί με πατάρι, ένα παγκάκι με τα πρώτα φιλιά. Έχουν λιγοστέψει αυτοί που έμεναν Σαλονίκη και επαινούσαν το Βλάτσι, τον Πολύγυρο, την Αριδαία. Τώρα η Θεσσαλονίκη έχει αστούς, έστω υπό ελαφρά γελοιογραφική επικάλυψη. Και οι αστοί δεν είναι καλά παιδάκια. Θα αντισταθούν σε ό,τι ταράζει το παρελθόν τους και την ιστορία τους. Ακόμη κι άν το παρελθόν τους είναι η ντίσκο «Μπαρμπαρέλα» και η ιστορία τους περιορίζεται στο πώς λέγεται το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής.
Η συγκρουσιακή λογική
Πρώτη επίπτωση, η δύναμη του «όχι». Ηταν που ήταν πανίσχυρο το «όχι» της Σαλονίκης, τώρα θα γίνει της Κορέας. Υπήρχαν ακριβώς τέσσερις άνθρωποι που γνώριζαν τι ακριβώς ήταν το Κελλάριον, αλλά εκείνο το οικοδομικό τετράγωνο, δεν χτίστηκε ποτέ. Χτίστηκε όμως Μέγαρο Μουσικής παραδίπλα .Ποιός θυμάται το «όχι» που εμπόδισε το χτίσιμο μιάς πολυκατοικίας στην περιοχή Ναυαρίνου, είκοσι χρόνια μετά την ολοκληρωτική του και βάναυση εξαφάνιση; Πώς δημιουργήθηκε ακριβώς ο αστικός μύθος της υποθαλάσσιας;
Απαντώ: όπως ακριβώς διαλύθηκε ο αστικός μύθος της «κακής» περιφερειακής.
Οι παλιές αξίες δεν παράγουν υπεραξία.Αλλα είναι απόλυτα αληθινό ότι βρήκαμε τον τρόπο να χαραμίσουμε την ζωή μας, γεμίζοντάς την με αγώνες που δεν έβγαλαν που-θε-νά.
Θυμηθείτε ότι οι ίδιοι άνθρωποι πήγαιναν στις διαδηλώσεις εναντίον της βιομηχανικής μόλυνσης και όταν άρχισε η αποβιομηχάνιση, στις διαδηλώσεις εναντίον της απομάκρυνσης των ρυπογόνων βιομηχανιών.
Τα ζόρικα
Αρνούμαι να δώ μιά Θεσσαλονίκη χωρίς αεροδρόμιο στα δυτικά, χωρίς μεγάλο πάρκο στη θέση της Μίκρας, χωρίς αλλαγή όλων των κοιτών των ποταμών Γαλικού, Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα, που θα δημιουργούσε το μεγαλύτερο πληρες οικοσύστημα από το Καλοχώρι έως τον Μακρύγιαλο, επικοινωνώντας με την Χαλκιδική μέσω γέφυρας ή σήραγγας από παλιομάνα σε Αγγελοχώρι. Να τελειώνει η σιχαμερή ιστορία με τα δάση και την σχετική υποκρισία και να ξεκινήσει ο ορισμός του Σέιχ Σου και ολόκληρου του Χορτιάτη ως άχτιστων αστικών πάρκων.Η Εγνατία να ενισχύσει την τάση γιά προαστειακή επικοινωνία, και οι Σαλονικιοί να ζούνε από την Έδεσσα και την Βέροια έως την Νιγρίτα και τας Σέρρας.Να ξεχάσουμε, με λίγα λόγια τον Καλατράβα και να εξελίξουμε τις ιδέες του Δοξιάδη και άλλων που δεν τους ξέρουμε επειδή τους φτύνουμε.
Τα πιστεύεις αυτά, τα πιστεύεις;
Κανένας μας δεν είναι προφήτης. Ακόμη κι άν δέκα λέξεις από τις παραπάνω πλησιάσουν την επαλήθευση, θα είναι τελείως τυχαίο.Αλλά θα ήταν θαυμάσιο να πλαθαμε πιθανά σενάρια. Αν πέσει φτώχεια γιά πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνια, τι κάνουμε, καρντάσια; Θα αρχίσουμε τις ρητορείες γιά τον μητροπολιτικό μας Δήμο; Άν η πόλη αρχίσει να ζαρώνει, επειδή η Λάρισα, η Κοζάνη ή η Δράμα θα έχουν καλύτερες ευκαιρίες, τι κάνουμε, παίδες; Κινδυνολογούμε;
['Ενα μέρος από αυτά τυπώθηκε στον χτεσινό Αγγελιοφόρο, γιά το αφιέρωμα "χίλιες μέρες πρίν το 2012".Δημοσιεύω εδώ την πρώτη ύλη]
22/3/09
Ξυδάκης για τους νετσαγεφικούς

αφιερωμένο σε πολλούς και διάφορους
Παραθέτω τρία αποσπάσματα από το τελευταίο κείμενο του Ξυδάκη -- πάρα πολύ καίριο και κατευθείαν για ανθολογία. Οι υπογραμμίσεις όλες δικές μου.
Μπορώ να αντιληφθώ τις αναγωγές, τους συμβολισμούς, πώς η βιτρίνα της οδού Σκουφά και το Audi συμπυκνώνουν την πλουτοκρατία και την αδικία· αδροί συμβολισμοί, αλλά αναλόγως αδρούς συμβολισμούς χρησιμοποιεί και η κοινωνία του θεάματος για να σαγηνεύσει και να εκμαυλίσει· μερικές ώρες τηλεθέασης σε μεσημεριανάδικα και εσπερινά παράθυρα αρκούν. Αυτή η αναλογία επί του συμβολικού και της ρητορικής, μας δείχνει ωστόσο το Σύστημα και τους Εχθρούς του επίσης ανάλογους· αντιστρόφως ανάλογους, ίσως, αλλά δομικά ανάλογους. Κατοπτρικούς, θα έλεγα. Το κυρίαρχο θέαμα κατασκευάζει χαύνους υπηκόους με τον φενακισμό, με το μόλις διακρινόμενο ψέμα, με την αντιστροφή του κόσμου, με την καλλιέργεια του φθόνου· δρα κυρίως συμβολικά, αποικίζει το φαντασιακό. Ο εχθρός του κυρίαρχου τού επιτίθεται αντιστρέφοντας και εντείνοντας τη ροή της βίας· παράγοντας βία επίσης συμβολική: η τσακισμένη βιτρίνα δεν αλλάζει τις σχέσεις εξουσίας, δεν μεταβάλλει τη διανομή του πλούτου, σπείρει όμως την ανασφάλεια, διαχέει αόριστο φόβο, θαμπώνει τα περιγράμματα. Ποιος είναι το Σύστημα; Ο καταστηματάρχης; Ο καφετζής; Συμβολίζουν την εξουσία ή το κεφάλαιο, όπως τα συμβολίζουν φερ΄ ειπείν οι τράπεζες ή τα κρατικά κτίρια; Οχι. Συμβολίζουν ενδεχομένως την κατανάλωση. Μα και ο κάθε σφυροκόπος σε κάποιο καφενείο καταθέτει τον οβολό του, καταναλωτής είναι και αυτός, σε εγχρήματη οικονομία κινείται.
Οπως περίπου έγραψε ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, το βίαιο ξέσπασμα των διαδηλώσεων του Δεκεμβρίου μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει και μπορεί να το ανεχθεί και να το αναχωνέψει, να το στοχαστεί και να προχωρήσει. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνες τις μέρες, και τις μέρες που προηγήθηκαν, ζούσαμε μια παρατεταμένη απονομιμοποίηση του κράτους, με τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και τον φόνο του 15χρονου. Αλλά η βία μεμονωμένων ολιγάριθμων ομάδων που στήνουν τη δική τους βεντέτα με το Σύστημα, τροφοδοτώντας το θέαμα της βίας, είναι άλλη ιστορία. Διότι εντέλει παράγουν εικόνες προορισμένες να καταναλωθούν, εικόνες προορισμένες να παράγουν αντισυσπείρωση και αντίδραση, εικόνες που δεν προσφέρουν ούτε δέος ούτε κάθαρση ούτε στοχασμό.
Ο μηδενιστής απαντά στον ζόφο με ζόφο, απλώνει τον ζόφο παντού, τον βαθαίνει, τον εντείνει· δεν κάνει διακρίσεις και διαφορισμούς, όλα είναι Σύστημα, για όλα είναι Εχθρός. Μόνο ο επαναστάτης κατέχει την αλήθεια, μόνο αυτός βλέπει τον Καλό Θεό, όλα τα υπόλοιπα είναι έργα του Μοχθηρού Θεού, έργα κακότητας, άξια μόνο για καταστροφή. Ο πυρήνας αυτού του εγωτιστικού μηδενισμού είναι θρησκευτικός, παλαιοδιαθηκικός· είναι παρόμοιος με ό,τι κινεί τον απεγνωσμένο Σαμψών εναντίον των αμαρτωλών, είναι παρόμοιος με τον καταστροφικό μεσσιανισμό του Ιησού του Ναυή που εξαφανίζει την αμαρτωλή Ιεριχώ. Ο,τι δεν είναι σαν εμάς, ό,τι δεν χωράει στο όραμα, καταστρέφεται. Με κάθε τίμημα.