25/4/10

Μπόχα και δυσωδία



Καιρό είχε να με βάλει σε κίνηση ένα κείμενο μπλογκικό. Διάβασα λοιπόν αυτό:
Η βόλτα επίσης ψιλοανάγκαζε τον κόσμο να είναι καθαρός. Η πλειοψηφία του κόσμου έκανε μπάνιο σε σκάφη Σάββατο βράδι. Οικογενειακώς. Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν τουαλέτα, κι άλλοι τόσοι που δεν είχαν ζεστό νερό, εννοώ γκαζιέρα, και πλένονταν αραιότερα. Ισαμε μιά φορά τον μήνα. Κάτι ταλαίπωροι με λευκά στιβάλια και με μαντίλια στο κεφάλι ήταν Κρητικοί ζωοκλέφτες που τους είχαν επιβάλει εξορία στα μέρη μας, κι αυτοί ζούσαν χωρίς καμία υγιεινή. Μερικές φυλές (έτσι τους λέγαμε τότε τους διαπολιτισμένους) έκαναν μπάνιο τελετουργικώς Πάσχα και Χριστούγεννα. Πληθος παιδιών στην βόλτα ήταν από χωριά που δεν πήγαιναν με τα πόδια στο σπιτικό τους την Κυριακή (ΚΤΕΛ υπήρχε, αλλα η συγκοινωνία ήταν από μία έως τρείς φορές την εβδομάδα, κυρίως Πέμπτη που είχε παζάρι). Αυτά ζούσαν σε δωμάτια ανά τρία ή τέσσερα, πάλι χωρίς τουαλέτα, παρεκτός και έμεναν σε θείους. Ηταν σύνηθες στις αυλες να υπάρχει μία τουαλέτα έξω, αντί πόρτα μιά κουβέρτα και απαγόρευαν στα παιδιά τους να αφοδεύουν εκεί, οπότε οποιαδήποτε ώρα κάθονταν στις αυλές των σπιτιών τους και μετά χάζευαν την πράσινη μύγα, που γράφει και ο ποιητής.

Η βρωμιά δημιουργούσε κινήσεις του σώματος. Καθώς δεν υπήρχαν σλιπάκια, αλλα βρακοζώνια (το σλιπ "Ατθίς" εμφανίστηκε κοντά στο 1958, μαζί με το τσιγάρο φίλτρο, το νεσκαφέ και τα απορρυπάντικά Ρεφλέξ και Κλινέξ) οι εφηβικές παρέες περπατώντας, ενοχλούνταν από τον ιδρώτα τους ανάμεσα στα σκέλια και έκαναν μιά εντυπωσιακή κίνηση απομάκρυνσης των μηρών μεταξύ τους, απλωνοντας σαν τα χασαπόσκυλα το πόδι ολόκληρο στον αέρα λοξώς, γιά να ξεκολλήσει το άνω μέρος του μηρού από τα αιδοία. Κι επειδή ήταν πολύς ο κόσμος, και φοβόντουσαν οι πάντες τον ήχο και την κραυγή "α, ο κλανιάρης", οι πορδές ξαμολιούνταν στα δύο πέρατα της βόλτας, στο Χαζνέ και στη διασταύρωση προς παλιά αγορά, όπου στην άλλη πλευρά δεν υπηρχε κόσμος, άρα και μάρτυρας. Σε αυτά τα δύο μέρη, μύριζε ο αέρας χαρακτηριστικά.
Αυτό λοιπόν το κείμενο μού έκανε πάρα πολλή εντύπωση και το σκεφτόμουν ολόκληρο το σαββατοκύριακο, ακόμα ένα σαββατοκύριακο δουλειάς. Μου θύμισε κάτι που είχα γράψει εδώ:
Όταν έφτασαν οι παππούδες μου στα Φάρσαλα το 1923, όπου τους έστειλε το κράτος γιατί τους θεώρησε γεωργούς κι είχε και γη καβάτζα εκεί, έτρεξαν να πιούνε νερό στην πηγή της πλατείας. "Ούι μάνα μ', κοίτα, πίνουν νερό οι αούντηδες" έλεγαν οι ντόπιοι. Επίσης ισχυρίζονταν ότι οι γυναίκες των τουρκόσπορων πλένονταν κάθε μέρα για να "βγάλουν τ' Άγιο-Μύρον από πάνω τους" κι ότι γδυνόντουσαν πριν πέσουν στο κρεβάτι γιατί ήταν "παστρικιές".
Σκεφτόμουνα λοιπόν την ηπειρωτική Ελλάδα πριν το '60, έναν κόσμο που κόλλαγε απαίσια, που η λέρα έκανε στρώσεις πάνω σου, όπου οι πολλές και γερές, αλλά μοιραία ματαιόπονες, μπουγάδες ήταν ο μόνος τρόπος να μη βρωμάς σαν ξεχασμένη ψαροκασέλα.

Πρώτα-πρώτα κατάλαβα πώς ένας τέτοιος κόσμος έχει πολύ διαφορετική άποψη για τον έρωτα από εμάς: δεδομένων των εκκρίσεων, της παρατεταμένης απλυσιάς και της τοπικής ή γενικής τριχοφυίας, τα προκαταρκτικά, τα χάδια, τα γλειψίματα, πιασίματα, τριψίματα και γενικά τα πολλά κόλπα και οι λιγωμένες τεχνικές ήταν εκτός μενού και για πολύ πολύ πρακτικούς λόγους. Δε θέλω να επεκταθώ, μεγάλα παιδιά είμαστε, αλλά φανταστείτε προφανέστατα λ.χ. τον στοματικό έρωτα στα παραπάνω συμφραζόμενα: οπωσδήποτε εκτός συζήτησης, εκτός από περιπτώσεις οξείας ιγμορίτιδας ή βαριού συναχιού. Ξαφνικά αντιλήφθηκα γιατί οι παστρικιές που λέγαμε, ιδίως στις πόλεις, πρόσφεραν εμπειρία τόσο ξεχωριστή και ζηλεμένη: όχι μόνο γιατί η πατριαρχία ευνούχιζε τις γυναίκες (που τις ευνούχιζε, αδιαμφισβήτητα) αλλά γιατί αλλιώς ζυγώνεις μια γυναίκα που μυρίζει σαπούνια, αρώματα και άγνωστα χημικά (π.χ. περμαγγανάτο), αλλιώς μια κακομοίρα που πλένεται μια φορά τη βδομάδα και αν. Φυσικά, οι μη εκδιδόμενες γυναίκες της υπαίθρου δεν είχαν, ως συνήθως, καμμιά επιλογή: ή θα έπαιρναν τον άπλυτο ή τίποτα. Δεδομένου ότι ο άπλυτος τις έβαζε σε έναν ατέλειωτο κύκλο εγκυμοσυνών (όχι όλων με ευτυχή κατάληξη), ξαφνικά καταλαβαίνω γιατί το σεξ ήτανε τόσο ελάχιστα θελκτικό για εκείνες.

Μετά πήγα λίγο παρακάτω. Είναι γνωστό ότι οι μουσουλμάνοι στις μεν πόλεις τρέχανε στα λουτρά και στα χαμάμια, όπως και οι χριστιανοί άλλωστε. Στην ύπαιθρο πάλι είχανε τουλάχιστον τους τελετουργικούς καθαρμούς πριν την προσευχή για να βελτιώνουν και την προσωπική τους υγιεινή (εκτός από την τελετουργική τους καθαρότητα) σχεδόν καθημερινά. Οι Καραγκούνηδες, οι γλίτσηδοι, οι μπαγιάτηδες, οι "ντόπιοι" (όλοι περιφρονητικοί όροι που χρησιμοποιούσαν οι πρόγονοί μου οι τουρκόσποροι -- τα έχει πει ήδη ο Ηλίας Πετρόπουλος), αυτοί που περιγράφει ο Πετεφρής, άραγε έχασαν την επαφή με το πλύσιμο μέσα στον αντιμουσουλμανικό-αντιτούρκικο πυρετό του 1821-1913, καθώς η Τουρκία και και τα συνήθεια της αποτραβιόντουσαν από τη Βαλκανική; Δεν ξέρω, αφού από την άλλη έχεις π.χ. τις Εβραίες της Σαλονίκης, που (αν δώσω βάση στον παππού) μοσχοβολούσαν, ακόμα κι οι φτωχές. Δεν ξέρω, μακάρι να υπήρχε κανα βιβλίο να διαβάσω σχετικά.

Αναρωτιέμαι γενικά πότε σταμάτησαν οι Ελλαδίτες να πλένονται. Οι φτωχοί Ελλαδίτες της υπαίθρου. Η έλλειψη ζεστού νερού δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό επιχείρημα: προκειμένου να πλένονται κανονικά, ο τουρκόσπορος παππούς στο χωριο (ο άλλος) έκαιγε πολύτιμα ξύλα θέρμανσης για να ζεσταίνει τον χειμώνα νερό στο "βαρέλι" -- κάτι που του το αναγνώριζαν και διάφορες περιπλανώμενες κομπανίες ανταρτών από το 1946 μέχρι το 1949. Για πιο πίσω δεν ξέρω.

13 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Καλησπέρα.Έχω να σου συμπληρώσω πληροφορίες,αλλά τώρα είναι αργά.Αν δεν είναι άκαιρο να σου στείλω ένα σχόλιο σε 2 ημέρες;Σοφία.

Sraosha είπε...

Ευχαριστώ πολύ.

Stazybο Hοrn είπε...

Ορίστε, λοιπόν, πόσο δίκιο έχει o μπαρμπά-Γιάννης ο Βαρβιτσιώτης να τονίζει τι άλματα προόδου κάναμε ως κράτος μέσα στον 20 αιώνα...

Sraosha είπε...

Ναι, καταφέραμε να αναδυθούμε από τη βαρβαρότητα, όντως.

Κάπως άσχετο (;), αυτό το βίντεο.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Καλά, το δικό μου Τεράστιο σχόλιο που είναι;

( Θα εχάθη. Και είχα ξεχάσει να προσθέσω πως οι πουτάνες του λέγανε περμαγκανάτ, ανελληνιστο, όχι προσαρμοσμένο)

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Για την λαογραφία του πράγματος, σημειώνω, ότι στο Χατζηκυριάκειο, γωνία Χατζηκυριακού και Κλεισόβης, υπήρχαν δημόσια λουτρά, τα οποία και πρόλαβα να λειτουργούν. Είχαν πρόγραμμα, άλλες ώρες οι άντρες, άλλες οι γυναίκες. Παρείχαν ζεστό νερό - σαπούνι και πετσέτες έφερναν οι πελάτες. Θυμάμαι γείτονες που μένανε σε αυλές με δωμάτια χωρίς μπάνιο, να τα επισκέπτονται, ιδίως τα Σάββατα. Τα λουτρά έπαψαν να λειτουργούν τέλη της δεκαετίας του '60. Το κτίριο ωστόσο παρέμεινε. Χωρίς να αξιολογηθεί η λαογραφική αξία του, μετετράπει αρχές της δεκαετίας του '80 σε δημοτική βιβλιοθήκη -φύγανε μπανιέρες, σαπουνιέρες -δεν έμεινε τίποτε. Προσετέθη και στέγη επικλινής. Το κτίριο-δημοτική βιβλιοθήκη, έπαψε να λειτουργεί σχεδόν τρία χρόνια μετά. Έκτοτε παραμένει κλειστό, ως παράδειγμα δημοτικής βλακείας.

Γιάννης είπε...

Ωραία η νοσταλγική(;) καφρίλα (η εποχή ήταν καφρίλα -έτσι που το διαβάζω- όχι οι νοσταλγούντες(;)), αλλά πάντως δεν κινδυνεύουμε να γίνουμε τόσο άπλυτοι ώστε να μην..
(όχι ότι τέτοιο υπονοείς)

στις μεγάλες πόλεις υποθέτω πάντα θα υπήρχαν λουτρά. η επαρχία άλλο

ellinida είπε...

Καλά που ήρθαν οι Γάλλοι (με την μεγάλη παράδοση στα αρώματα) και θα μοσχομυρίζουμε καρύδα, σοκολάτα ή κρεμ μπρυλέ! Είδα στο Καρφούρ σαπούνια με μυρωδιά γλυκών. Μπλιάχ λέγω! Ασε που θα σε κυνηγάνε και όλες οι μύγες!
Πάντως μεταξύ μας, θα προτιμούσα έναν άντρα που θα μύριζε λολλλ βαρβατίλα παρά προφιτερόλ!

Sraosha είπε...

@πετεφρή: χάθηκε κι αναδύθηκε αλλού.

@μπερεκέτη: τα περισσότερα κτήρια δημόσιων λυτρών είχανε παρόμοιες τύχες στην Ελλάδα. Προφανώς η (δημοσία) καθαριότητα είνα ιμσή τουρκιά;

@Γιάννη: όσο υπάρχει νερό, θα πλενόμαστε...

@ellinida: δε χρειάζεται να μυρίζουμε προφιτερόλ και ζαχαροπλαστείο... αφήστε που άλλο η διακριτική εσάνς του θηλυκού (ή του αρσενικού) κι άλλο λ.χ. η μπαγιάτικη αποφορά εξαχνωμένου κατουρλιού πάνω σε βάση σμήγματος.

γουφ.. είπε...

ομορφο κειμενο..

γεμάτο κρεατοσίελα και πυκτομυελόροιες......

γουστάρω!

ένας στρατολάτης είπε...

Πως γίναμε έτσι μ' είκοσι χρόνια θερμοσίφωνα και θάψαμε στον πάλαι ποτέ βόθρο της αυλής τις μνήμες της λέρας του έθνους;
Πολύ μου άρεσε το κείμενο. Μ' ανησυχεί μόνο η πιθανότητα να φτάσουμε νά'χουμε απλήρωτη την ΕΥΔΑΠ και να επιστρέψουμε σ' αυτή την καθημερινότητα, αλλά ίσως νά'μαι και λίγο υποχόνδριος.

γουφ.. είπε...

κσεχασαμαν να αναφέρομεν το δημοσιον ξυσιμον του κωλου καθοτι το εσκατωμενον εσωβρακον ηρεθιζε τον πρωκτον και εφερνε φαγούρα λογω της ξεραμενης σκατολερας μεταξύ των κωλομερίων και με τρόπο, διακριτικώς και σφυρίζοντας αδιάφορα ήπρεπε να βρεις τροπον να χωσεις το δακτυλον να ξεσεις τον κώλον να ξαλαφρωσεις, ιδιως δε περπατωντας σε ήπιανεν η κωλοφαγούρα.

ενω τωρα με τους μπιντέδες αποφευγωμεν το κακον τουτο

σχετικώς όρα και το πόνημα του μακαρίτη Μάριου Χάκα '' ο μπιντές''

ε, και εχομεν και άλλα βρωμώδη και δυσωδη των εποχων εκεινων να αναφερομεν, αλλα δεν υπάρχει βία.

ες αυριον τα δυσώδη

γουφ.. είπε...

Α! Καλημέρα σας!

Αφου δεν τρεχουν αναρτησεις στα Βουστάσια,ας συμπληρώσω περιγράφοντας και μερικά άλλα μποχώδη φαινόμενα τα οποια αποτελουσαν καθημερινότητα θεσμοθετημενη της εποχής εκεινης.

Σήμερα θα ασχοληθούμε με ενα βρωμώδες και όχι δυσώδες φαινόμενον, το πτύειν.

Σε ολα τα δημοσια καταστηματα καθως και στα νοσοκομεία υπήρχον τα λεγόμενα πτυελοδοχεία, τσίγκινα ή έμαγιέ, επιδαπέδια ως επι το πλείστον, και ανωθεν η επιγραφή ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΔΑΠΕΔΟΥ.

Εντός αυτων οι πτύστες, ρίχναν τις χλαπατσοροχαλες αφου προηγουμενως τις ξεριζωναν θορυβοδως - χρρρ γκουχλρρρρτσ - εκ του φαρυγγος. Ενω οι αλλοι περιέπλεον γυρωθεν αδιαφόρως.

Μετά κυκλοφορίσανε τα χαρτομαντηλα και αποσύρθηκαν τα πτυελοδοχεία και οποιος ειχε ροχαλα αλλα του ελιπε το χαρτομαντηλο εκανε το παγώνι, χλουπ χλουπ, και την ξεροκαταπινε.
Ε, και σημερα αυτό κανει.

Αντε, ριχτε κανενα ποστ ειδ αλλως καθε μερα θα γραφω και αλλο βρωμοδυσωδες φαινομενον της προμεταπολιτευτικής Ελλάς.

χω χω... εχω ενα... θα σπασει μύτη!