14/5/09

Πετεφρής, Μπερεκέτης, Sraosha, kukuzelis: Τα δημοτικά.

επιμέλεια kukuzelis (μετά συγχωρήσεως).

*


Η μούσα.

*

Ο διάλογος ξεκίνησε με αφορμή ένα ποστ του Σραόσα παραδίπλα.

*

Σραόσα:
[…]

Είχα την τηλεόραση στη σίγαση και ξαφνικά βλέπω κοζάκους. Και τη χορωδία του Κόκκινου Στρατού. Ανοίγω την ένταση τόσο όσο να μην ξυπνήσει κανείς. Καλίνκα! Καζατσόκ! Ότσι τσόρνιε! Χωριατοπούλες με ψωμί κι αλάτι. Σπαθοφόροι χορευτές. Και μετά οι Τατού (το γνωστό λεσβιόφρον ντουέτο που δε χάλασε κόσμο πριν μια δεκαετία), να τις συνοδεύει η χορωδία που λέγαμε.

Ηθικό Δίδαγμα: Δεν είμαστε μοναδικοί ούτε καν στη μαλακία που μας δέρνει (ξέρετε: παραδοσιοπληξία, παρελθοντολαγνία, συμφυρμός των κατηγοριών).

[…]

*

Και πάμε.

*

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

"παραδοσιοπληξία, παρελθοντολαγνία, συμφυρμός".

Αυτό είναι θέμα για πολύ κουβέντα και βγάζει όσο γέλιο, τόσο και δάκρυ (και απ' τα γέλια και απ' τα κλάματα). Θα πιάσω μια πτυχή του σχεδόν σχολιαστικά.

Χρόνια ολόκληρα προσπαθώ, από ενδιαφέρον για τις λαϊκές/δημοτικές παραδόσεις να πετύχω έστω και μια φορά να δω, μα σε ντοκυμαντέρ,μα σε κανένα φεστιβάλ, παραδοσιακούς χορούς ανατολικών χωρών και ν' ακούσω τα δημοτικά τους τραγούδια από ... χωριάτες, ή έστω σαν από χωριάτες πάνω σ' ένα γλέντι. Αντ' αυτού, πάντα θα πετύχω να τα χορεύουν όσοι, μέσα από την κυμαδομηχανή μιας αυστηρής κλασικής προεκπαίδευσης, απεδείχθησαν νωρίς ολίγον "κόκκαλα, λίπος και χόνδροι" και κατευθύνθηκαν από τους ειδικούς παιδαγωγούς προς την άλλη, τη "δεύτερη" τέχνη, τη λαϊκή. Εκεί τους παρέλαβαν μαέστροι και χορογράφοι, ακατάλληλοι κι αυτοί για Συμφωνικές και για Καρυοθραύστη, και με τα απωθημένα που είχαν, μετέτρεψαν τις παραδόσεις τους σε συμφωνικά μπαλέτα. Πολλά από αυτά "θαυμάσαμε" κατά την δεκαετία του '80, σε διάφορα νταμάρια. Και τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι το ολίγον έως πολύ απείθαρχον φυσικό μας, η απουσία ακαδημαϊκών σπουδών πάνω στις παραδοσιακές τέχνες, καθώς και η αδυναμία επιβολής "ομαδικού πνεύματος, ακόμα και μέσα σε χώρους δευτερογενούς βιώσεως της παράδοσης, όπως το Λύκειο Ελληνίδων, ή τα μπαλέτα της Δώρας Στράτου, συνετέλεσαν στο να διασωθεί κατά πολύ η γνησιότητα εκφοράς της δημοτικής μας παράδοσης. Αντιθέτως, μέσα στις γκλάμουρ ταινίες του '60, (αυτές με την φιλοδοξία του να μοιάσουν σε μιούζικαλ), συναντάμε όλα τα χαρακτηριστικά της μπαλετοποίησης των παραδοσιακών χορών και της εντεχνοποίησης των παραδοσιακών τραγουδιών, καθώς και τις απαρχές των σημερινών "υψηλής" αισθητικής εκζητήσεων της κρατικής μας και της ιδιωτικής Τηλεόρασης, που ανταγωνίζονται ποια θα μας τα πρήξει περισσότερο με τη Γιουροβίζιον.
[…]
13 Μάϊος 2009 7:49 μμ

*

kukuzelis είπε...

Μπερεκέτη,

"Χρόνια ολόκληρα προσπαθώ [...] να δω [...] παραδοσιακούς χορούς ανατολικών χωρών και ν' ακούσω τα δημοτικά τους τραγούδια από .... χωριάτες, ή έστω σαν από χωριάτες πάνω σ' ένα γλέντι."

Κι εγώ το ίδιο. Μεγάλη κουβέντα είπες αδελφέ! Αυτό είναι μείζον θέμα για εθνολόγους, ανθρωπολόγους, μουσικολόγους. Όχι για να βρεθεί κάτι και να τους κατακεραυνώσουμε τους ανθρώπους, αλλά για να καταλάβουμε. Νομίζω ότι μια τέτοια μελέτη θα αποκαλύψει βαθιά πράγματα για τη δημοτική μουσική. Για τη μουσική εν γένει.
13 Μάϊος 2009 7:59 μμ

*

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Θα σας έλεγα, παίδες εφθαρμένοι στο χαλίκι, γι΄αυτό και πολύτιμοι, πρίν καταλάβουμε το θεώρημα της σλαβικής εθνογένεσης, ως αποκύημα του ρομαντισμού, θα ήπρεπε να σκεφτούμε ότι η δημιουργία ενός "δημοτικού λόγου" μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, είναι η βάση της εξέλιξης και των άλλων "λαϊκών κινημάτων" (των σχετικών με την μουσική και τον χορό). Σύμφωνοι οι δικοί μας είχαν έναν ερευνητικό οίστρο, αλλά πολλές φορές ιχνηλάτησαν πεποιημένη παράδοση. Είναι (κατά την άποψή μου) το πιό φλέγον ζήτημα που θα μας έφερνε κοντά σε αποτιμήσεις του φαινομένου της ταυτότητας.
13 Μάϊος 2009 8:35 μμ

*

Sraosha είπε...

Έχει (πάλι) δίκιο ο Πετ.
13 Μάϊος 2009 9:11 μμ



γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

"πολλές φορές ιχνηλάτησαν πεποιημένη παράδοση".

Τον όρο πεποιημένη θέλω να τον διασαφήσω, όπως τον καταλαβαίνω για να μου πεις αν αυτό εννοείς:

Εκείνο που οφείλουμε να θέσουμε πριν από κάθε τι, είναι ότι οι τοπικές παραδόσεις εν γένει διέπονται από συντηρητικές τάσεις που προσπαθούν να αντιπαρατίθενται στην ευγονική των καιρών και των εποχών. Η διαπίδυση μεταξύ των τοπικών παραδόσεων είναι ένας από τους παράγοντες εμπλουτισμού των ή και αλλοίωσης, αναδιαμόρφωσης πες, ίσως και μετεξέλιξης, (πάντα με ηπιότητα όλα αυτά – γιατί κάθε λέξη μπορεί να μετατραπεί σε όρο), εξαρτώμενη από τον βαθμό συντηρητισμού των τοπικών κοινωνιών (που με τη σειρά της εξαρτάται από γεωγραφικούς και οικονομικούς παράγοντες), από τους δρόμους των τσιγγάνων μουσικών (όπως λέμε δρόμοι του μεταξιού) που κυρίως τις υπηρετούν - τουλάχιστον τις στεριανές, από τα νέα ήθη που κουβαλούν οι ναύτες και οι καπεταναίοι στα νησιά, από τον βαθμό ακτινοβολίας των κέντρων παραγωγής επίσημης κουλτούρας, από την ιστορική εξέλιξη των ιδεολογιών που γενούν τις εκάστοτε απόψεις διακυβέρνησης, τα πολιτεύματα, που προσδιορίζουν το τι και πώς θα λέμε κάθε φορά το καθετί, από τις εξελίξεις και τα αναπάντεχα στο βαθμό που επηρεάζουν τις τοπικές οικονομίες και την ανασύνθεση των τοπικών κοινωνιών, δηλαδή μετανάστευση, προσφυγιά, πόλεμος, αστυφιλία, επικυριαρχία, και προς τις μέρες μας από την ομογενοποίηση που προέρχεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την σκληρότερη μορφή επικυριαρχίας πάνω σε κάθε τι τοπικό. Υπ’ αυτήν την έννοια κάθε παράδοση τοπική μοιάζει σε κάθε εποχή ως πεποιημένη, απλώς η γκάμα αλλάζει, από τόπο σε τόπο και καθώς περνούν οι χρόνοι.

Και τώρα να προσθέσω, ότι καλά παν τα πράγματα, αν οι τοπικοί φορείς μιας παράδοσης, οι άνθρωποί της, την χορεύουν και την τραγουδούν. Περίπλοκα έως και ύποπτα καμιά φορά γίνονται όταν ανακατεύονται οι γνησιολόγοι και οι εκκαθαριστές, κυρίως υπό την δέρριν μουσικολόγων, χοροδιδασκάλων και εθνολόγων που πάνε ετσιθελικά να τους μάθουν ποιοι είναι και από πού κατάγονται. Οι αληθινοί μουσικολόγοι και χοροδιδάσκαλοι και εθνολόγοι περιορίζονται στην καταγραφή προσπαθώντας να παρεμβάλλονται κατά το δυνατόν λιγότερο. Και δεν προσπαθούν να διδάξουν τους φορείς, αλλά να διδαχτούν για να μπορέσουν να καταγράψουν καλύτερα. Μετά συστηματοποιούν τα καταγεγραμμένα και τα εξηγούν θεωρητικώς, μέσα στον δικό τους παραδοσιακό χώρο, τον πανεπιστημιακό. Στο αλώνι καθηγητές πανεπιστημίου είναι το κλαρίνο, η τσαμπούνα, ο ζουρνάς, παλαιότερα το σουραύλι και ο αυλός. Την επαύριον δεν την ξέρω.
13 Μάϊος 2009 10:31 μμ



ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Μπερεκετίσσιμε, σωστά. Στην πράξη όμως έχουμε τομές. Και εξέλιξη που δεν αφέθηκε στους φυσικούς της εκφραστές. Καλύτερα, οι φυσικοί της εκφραστές άλλαξαν με τον καιρό άποψη γιά την παράδοση.

Ας το δούμε ανάποδα.

Αρχικά, δεν πιστεύω λέξη τσακιστή γιά την ζείδωρο δύναμη "του λαού" να δημιουργεί έργα τέχνης, των γραμμάτων και των τεχνων ,εννοώ. Το έργο τέχνης προαπαιτεί το ειδικό μάτι που θα διαθέτει το σχετικό σκάνερ. Κι αυτό το μάτι μερικές φορές είναι του αναλυτή και του ερευνητή, συχνά είναι "συνθετικό" και ο φορέας του, συνήθως δάσκαλος οραματιστής ή και παπαδάσκαλος με εθνικώς ορθές απόψεις, δεν κολλάνε στην αποσιώπηση ή στο κρύψιμο μερικών λεπτομερειών.

Ενας "λόγιος" έχει διαβάσει γιά την αρχαιότητα. Βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου οι κάτοικοι σκώνουν τα χέρια όλοι μαζί, επιχειρώντας μιά πετεγολέτσα ή κοροιδεύοντας κάποιον σε ένα αποκριάτικο έθιμο. Επίσης, λένε "ουουουο" γιουχάροντας μέσα στο γέλιο. Ο Λόγιος θυμάται αμέσως το αρχαίον "ιου ιου πύπαξ" και αναθυμάται ότι ένα παρόμοιο ομαδικό σήκωμα χεριών υπάρχει στο τάδε αγγείο, ή απλως βρίσκει το θέαμα "κοντά στις αρχέγονες ρίζες".Επίτηδης βάζω πλασματικά παραδείγματα, γιά να μη καταντήσωμεν περιπτωσιολόγοι.

Εκτοτε, οι λόγιοι εξελίσσονται και μαζί τους και η πρόσληψη της παράδοσης.Σημασία έχει ότι το 40% των νεοελλήνων ακούει ασμένως πεποιημένα νεοδημοτικά, που φτιάχτηκαν παρόμοια με τα "αυθεντικά", αλλά επειδή τα ήφτιαξαν κονιτοπουλαίοι και άλλοι τρέχοντες και αγοραίοι, θεωρούνται ότι καταπατούν την παράδοσιν που(ω της εκπληξεως!) διαθέτει και "ιερά" στοιχεία.

Έτσι και δούμε την παράδοσι ως ιερά αντικείμενα, το γαμήσαμε το μαγαζείον.

Σκόρπια ήταν Μπελίσιμε,και ελπίζω να έχουν το έστω βωβόν ναιναιναί σου...
14 Μάϊος 2009 6:05 πμ



γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

πεποιημένα νεοδημοτικά

Πετεφρίσιμε, θα συμφωνήσουμε.

Δημοτικό είναι κάθε τραγούδι που γίνεται αποδεκτό ως δημοτικό. Παλαιότερα, προ της δισκογραφίας, ο συνθέτης και ο ποιητής του δημοτικού τραγουδιού έμενε ανώνυμος. Και σχεδόν ταυτίστηκε η ανώνυμη δημιουργία με τη δημοτική ποίηση. Ωστόσο, κάθε εποχή είχε μαζί με τα παλιά και τα νέα της δημοτικά τραγούδια. Οι στρώσεις είναι διακριτές. Είναι σαφές ότι η δημιουργία είναι ακατάπαυστη, και μάλιστα αποτυπώνεται σ’ αυτή κάθε φορά είτε μέσω της φόρμας, είτε δια του ύφους και της θεματολογίας, ένας διαφορετικός τύπος δημιουργού. Κάποιες φόρμες παραπέμπουν σε λόγια ποίηση, όπως αυτές των μακροσκελών τραγουδιών που θυμίζουν χρονογραφίες, ή άλλων που φέρνουν σε παλατινή ανθολογία. Κυρίως όμως η μουσική είναι αυτή που αναδεικνύει άλλοτε αρχέγονα στοιχεία, άλλοτε μόδες που πέρασαν, άλλοτε υπαίθρια απλότητα και άλλοτε ανακτορικό αραβούργημα. Η ύπαρξη δημιουργού με την έννοια του ενός φυσικού προσώπου είναι επίσης διακριτή τις περισσότερες φορές. Μπορούμε να φανταστούμε ένα τραγούδι της δουλειάς να δημιουργείται ομαδικά. Αλλά ένα λυρικής ατμόσφαιρας δημοτικό τραγούδι προϋποθέτει έναν φυσικό δημιουργό.

Επανέρχομαι στην ανωνυμία των δημιουργών του δημοτικού τραγουδιού. Μετά τη δισκογραφία έγινε το εξής: πολλά από τα παλαιά δημοτικά τραγούδια πέρασαν στο όνομα εκτελεστών που δισκογραφούσαν, αρχικά για τη δόξα, μετέπειτα και για την είσπραξη δικαιωμάτων. Εξ ου και σχεδόν όλο το τραγούδι του Αιγαίου είναι δηλωμένο στην ΑΕΠΙ ως συνθέσεις. Ακολούθως, πολλά νεότευκτα τραγούδια, του τύπου «Θα με πάρεις θα σε πάρω και θα φύγουμε στην Πάρο» διατηρώντας το ρυθμικό-χορευτικό πλαίσιο, καθώς και όλο το ντάρι-ντάρι πέρασαν στο ρεπερτόριο του πανηγυριού, έχοντας συνθέτη και στιχουργό. Εφόσον πέρασαν στο χορό, είτε τα πούμε νεοδημοτικά, είτε δημώδη, είτε δημοτικοφανή, δεν παύουν να λειτουργούν ως δημοτικά.

Περί της στάσεως του λογίου επίσης συμφωνώ. Πολλές φορές αρέσκεται μέχρι ηδονής να φτάνει από το «ιοουε» στις παραστάσεις των αγγείων, αλλά όταν ερμηνεύει το μύθο του Διονύσου που έρχεται καβάλα στη λεοπάρδαλη εξ ανατολών, δεν μπορεί πάντα να φτάσει με τη φαντασία του να ακούσει και τις αντιδράσεις των πιο συντηρητικών που ανθίστανται στο νεοεισερχόμενο. Οπότε, ας θεωρήσουμε ότι το δημοτικό τραγούδι είναι μια ιδιαίτερα ρευστή έννοια, τόσο ρευστή που μπορούμε σε κάποια κατηγορία του να αναγράψουμε και την ποπ κουλτούρα. Διότι τα κοριτσάκια που από τη μια χορεύουν μπάλο στα πανηγύρια και απ’ την άλλη σκίζουνε τα ρούχα τους όταν βλέπουν το Ρουβά, τ’ αγοράκια που από τη μια γίνονται σε μια βραδια πανηγυριού βαρείς ζεϊμπέκοι και την άλλη μέρα το πρωί περιμένουν να τους πάει η μαμά τους το αυγουλάκι οραματιζόμενα να γίνουνε άμποτες στελέχη, ή θα τα δούμε ως μεταλλαγμένα, ή θα τα δούμε καθένα ως ενιαίο πρόσωπο που κινείται από τα ορμέμφυτα μες στην εποχή του.
14 Μάϊος 2009 9:58 πμ



Το βίντεο χάρη στην Marilyn Papachatzidimitropoulos, στο Facebook.
Οι φωτογραφίες μάλλον από το Vintage Photo

Οι εικόνες μεγεθύνονται αν κλικάρεις επάνω τους.


*

bonus: Ακριβώς από κάτω ο Σραόσα σημειώνει:
Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι ότι το ελληνικό χάλι είναι πιο σύνθετο και πιο οξύ επειδή δεν μπορούμε ή δε θέλουμε να αναγνωρίσουμε ακριβώς ότι η ελληνική περίπτωση εντάσσεται σε ένα περικείμενο γεωπολιτικό, ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό. Ότι δεν είμαστε υπερμοναδικοί, ανάδελφοι, ανεπανάληπτοι και υπέροχα μόνοι. Ότι όσα συμβαίνουν εδώ συμβαίνουν αλλού και έχουνε ξανασυμβεί, και εδώ και αλλού.


*

Extra bonus

*

26 σχόλια:

Sraosha είπε...

Αριστουργηματικό ποστ. Βγαλμένο από τη ζωή. Αληθινό, γήινο. Δωρικό, θα έλεγα, αλλά αυτό το χρησιμοποιούμε για τη φωνή του Μπίθι και τις τουαλέτες του Παρθένη.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Μα πού τα βρίσκεις, βρε Κουκουζέλη, όλα αυτά και τα γράφεις.....; Σε θαυμάζω!!
(ευτυχώς με πρόλαβες, γιατί ετοιμαζόμουν αύριο να το κάνω εγώ το συμπίλημα, και ούτε βίντεα θα 'βαζα ούτε φωτογραφίε. θα ήτανε ακόμα πιο "Δωρικό" που λέει και ο Sraosha....

Sraosha είπε...

Αριστούργημα, αριστούργημα: τι να λέμε τώρα:

έργα και λόγια, στοχασμούς, στέκομαι και κοιτάζω

kukuzelis είπε...

Μπερεκέτη μου, μαζί με όλα τ' άλλα, έχω αρχίσει να μπερδεύομαι άσχημα μ' αυτές τις πολλαπλές προσωπικότητες...

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Κατ' αρχάς θα σου συστήσω έναν καλό νευρολόγο που ξέρω.
Αλλά για να στον συστήσω πρέπει να αποκτήσεις πρώτα το γνώθι σαυτόν.

Sraosha είπε...

κι εγώ ξέρω έναν νευρολόγο, άσε που ο δικός μου δε ζητάει γνώθι σαυτόν

kukuzelis είπε...

...κάτι έχω πάθει και γράφω πάλι πολλά σχόλια. 7 κιόλας.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Οκτώ..

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

εννέα..

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Δέκα...

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Τελικά κατέληξα. Αποφάσισα να είμαι μόνον ο Μπερεκέτης...

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Μαζέψτε τον....

kukuzelis είπε...

με τσάκισαν σήμερα οι προσωπικότητές μου. Δεν είμαι καθόλου καλά.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Μωρ΄τι πάθατε! μ έπιασε ο ύπνος ενωρίς, ξύπνησα από το τραγούδι της Κύπρου και αντραλίστηκα και ξανά λήθαργος. Ξυπνώ σταις τέσσερις και διαβάζω εμβρόντητος ένα συλλογικό κείμενο στο οποίο συμμετείχα! η πλάκα είναι ότι αποκοιμήθηκα επειδή είχα μερικές καλές ιδέες να εκθέσω στον Μπερεκέτη και πάνω στην σύνταξή τους, κρασάρισε ο μυαλός μου. Τώρα τι θα τηνε κάμω μιά σελίδα σκεπσόπιττα;

(Αστειεύομαι.Ο,τι κάνετε, το γουστάρω)

Συμπέρασμα: ο χοιροβοσκός στην ευρωβουλή.

HELIASTER είπε...

΄Οταν δείτε τον "Τίμων" η τον "Κριμαίο" να τους πείτε να δώσουν Πανελλαδικές με το καινούργιο σύστημα να δούμε που θα χωρέσουν.
Φοβερά γυμνοσοφικά τσιμπούσια γίνονται εκεί πέρα και εμείς είμαστε στην απ`έξω μου φαίνετε...

kukuzelis είπε...

Πρόσθεσα κι ένα extra bonus στο ποστ.

Γούφας είπε...

το ΤΡΙΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΚΑΘΟΝΤΑΙ τι είναι?

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Πετεφρή,
βάλε τη σκετσόπιττα στα σχόλια αυτού εδώ του ποστ και μ' ό, τι ακολουθήσει θα γίνει το "δημοτικά Νο 2".

χ.ζ. είπε...

Καταρχής βίβα Μπερεκέτης...
Θα ήθελα να αναφέρω δύο απλά ενδιαφέροντα μουσικολογικά, με την αδεία σας ελπίζω...
1.Σε πρόσφατη συζήτηση με εργολάβο Ηπειρώτικων πανηγυριών, σαν να το ΄ξερα, ρώτησα:-Λαούτο έχετε στην ορχήστρα; -Όχι, έχουμε ηλεκτρική κιθάρα. (που ως γνωστόν έχει αντικαταστήσει κατά 80% το λαούτο καθώς «μοιάζει» υποτίθεται στον ήχο).
Κατά δεύτερον σε κάποιο πανηγύρι (παρακμιακό είναι αλήθεια) με εξέπληξε η φωνή του τραγουδιστή, ο οποίος 25ρης μάλλον, με σαφείς μουσικές γνώσεις παίζοντας και 3 όργανα, τραγουδούσε σε «πλαστικό» στυλ Ρέμου.
Διάφορα θέματα, το ξέρω.
Πώς μπορώ όμως με τέτοια παρόμοια να μην κρυφο-αγιοποιήσω την παράδοση; ...Σε κάνουν με το ζόρι αντιδραστικό φίλε μου. :)

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

Αγαπητέ χ.ζ.,
όλες οι ερωτήσεις οι σχετικές με την παράδοση, ρητορικές ή μη, εξειδικέυοντας μάλιστα στη μουσική, μοιάζουν και λάθος και σωστές ανάλογα με το τι περιμένεις να απαντηθεί και ανάλογα με το γιατί περιμένεις να απαντηθεί΄με ένα συγκεκριμένο τρόπο.
Ίσως η ερώτηση "έχετε λαούτο;" πριν από πολλά-πολλά χρόνια, τότε που δεν υπήρχε το ενδεχόμενο να απαντηθεί "όχι, έχουμε ηλεκτρική κιθάρα", ενδεχομένως να απαντιόταν "ναι! και μάλιστα με συρμάτινες χορδές". Οπότε, αναλόγως του γούστου του ερωτώντος, η απάντηση να γεννούσε τη χαρά (επειδή το λαούτο θα ακουγόταν δυνατά), ή την απογοήτευση (επειδή τα πιο παλιά λαούτα με τις εντέρινες χορδές, που βέβαι φθείρονταν και πιο γρήγορα ή σπάζαν, είχαν όμως πιο ευγενικό ήχο).

Και στο άλλο σου παράδειγμα, ανάλογα μπορούν να βρεθούν, αλλά ας μην καταχραστώ το χώρο.

Όπως και να 'χει, η ιστορία της παράδοσης είναι μια ιστορία δαρβινικού σπαραγμού του καθιερωμένου από το νεωτεριστικό, και αρκετές φορές και αντιστρόφως.

χ.ζ. είπε...

Ευχαριστώ για την απάντηση...
Η λέξη «σπαραγμός» μου φαίνεται πως είναι εντελώς ακριβής!

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Ρετσέτα ή σκεπσόπιττα

Η παράδοση ως ταινιόδρομος του Φορντ, που τον έβαλε στο εργοστάσιο και η Θίν Λίζι παρήλαυνε ενώπιον των εργατών,οπότε εξοικονομούσε χρόνο, να μη λογαριάσω που με τόση θέαση του αμαξιού, οι εργάτες πίστευαν ότι πλάθουν μέρος του σύμπαντος κόσμου, άρα επιθυμούσαν την απόκτηση του δημιουργήματός τους.
Η παράδοση έχει πελάτες, όχι αποδέκτες, μήτε καταβρίσκοντες την καλή τους την χαρά. Τα δύο ακροφύσιά της είναι υποκάτω η λαογράφος συνταξιούχος(και είκοσι Μαίων, πάλε συνταξιούχος το φρόνημα ένι) και υπερπάνω ο πηδηχταράς ιδιότυπος σκοτεινός και μανιώδης με την χειρωναξία αζάπης. Μιά περίοδο, και εφ΄όσον ήντον εργάται, τους παίρναμε στα αριστερίστικα γκρουπούσκουλά μας, αποδίδοντάς τους υπερφυά σεβασμό. Αυτοί προτιμούσαν ταις ημιπολυτελείς συντρόφισσες. Έλεγαν την λέξη καλάσνικοφ και εκείνες την κατάβρισκαν.
Ας δοκιμάσουμε κάτι απλο. Πότε «δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα;» ποτέ. Πότε ήταν πράγματι «τρελή η αποκριά;» πάλι ποτέ. Οσα χρόνια, δεκαετίες, αιώνες γυρίσεις οπίσω, δεν πρόκειται να βρείς το χαμένο ήθος, τον χαμένο παράδεισο ,που τόσες φορές υμνούσε ο λαϊκός ποιητής και ηθοποιός Κυριακού(στίχος του: και το κοντοπαντέλονο φορούσαμε παιδιά).Όπως ήναι ανεξήγητο ινατί ο Γιώργος Οικονομίδης θεωρήθηκε χουντάρα του κερατά, αλλά ουδέποτε οι παραγωγοί και δημιουργοί των εορτών του Σταδίου, αλλά και ο συνθέτης του ύμνου της δικτατορίας, έτζι και παραδοσιακό ύφος και είδος που δεν είναι από λάστιχο, δεν υπάρχει.
Σε πρόσφατο κείμενο γιά χάρη καλού φίλου, ερεύνησα το στιχηρό «ξαναβλέπω μες στους δρόμους την λατέρνα/το θηρίο με τσαφτσουφ να προχωρεί/τα ξενύχτια την πλακιώτικη ταβέρνα/και τους μάγκες στην πλατεία του Ψυρρή». Είναι τραγούδι του Νίκυ Γιάκοβλεφ που τραγούδησε η Μαίρη Λω, 25 ετών, ενώ ο στιχουργός ήταν ο Πυθαγόρας, τότε ετών 24. Αρα δεν είχε δικές του αναμνήσεις από την Μπελ Επόκ. Τις ανασύστησε.Τις έπλασε.
Η λόγια παρέμβαση στην δημιουργία λαϊκής παράδοσης, είναι μιά αγνοημένη και παραμελημένη διαδικασία. Οι αριστεροί θα ήθελαν να είναι ο ίδιος ο λαός παραγωγός της καλλιτεχνικής του τύχης, αλλα ο Ναπολέων Λαπαθιώτης με το πασίγνωστο ρεμπετοσκυλομπατσικό του άσμα, δείχνει την καταγωγή πολλών από τα «εθιμικώς θεωρούμενα ανώνυμα» πλάσματα της φαντασίας των επωνύμων δημιουργών.Ο Παπαδιαμάντης που στιχουργούσε στη Σκιάθο εκείνα τα «τι σε Δημητράκη καλέσωμεν;» έδειχνε άλλες πορείες, όπως στα αντιμοναστικά «μαύρα κούτσουρα». Αυτός, ο κολλυβάς, ο συγγράψας εκείνο το σκηροπυρηνικό μακαρόνι που ξεκινάει «το επ΄εμοί».
Οταν ο Μακρυγιαννης «φτιάγνει ένα τραγούδι» γιά χάρη ενός καλεσμένου του, κολλάει στο «ο ήλιος εβασίλεψε» ένα γύρισμα: «έλληνά μου βασίλεψε» και τέλος. Το τραγούδι είναι πλέον δικό του. Και θα είναι δικό του ώσπου ένας άλλος να βγάλει το «έλληνα» και να βάλει το «μάγισσα».
Στο υποδειγματικό τραγούδι «πέντε χρόνια δικασμένος», ο διάλογος της αρχής είναι πεντακάθαρα επιθεωρησιακός. Το αρχοντορεμπέτικο ήταν ένας έμμεσος τρόπος να πάρουν και κανένα ποσοστό οι έντεχνοι που τους είχανε της πλακας και του μπάτσου. Στην πρώτη λατέρνα του Σακελλάριου, η τραγική φιγούρα είναι ο βιολιτζής του Ωδείου που ανεβαίνει κι αυτός στην Πλατανοτέτοια.
Η ανευρεση λογίων χαρακτήρων και λόγιας επίνοιας σε πολλά δήθεν ανώνυμα και ξεσηκωτικά του ιδιοτύπου ταχαμ νεοελληνικού αδαμαντίνου ήθους δημιουργήματα, πρέπει να γίνει ,δοξάζω, σπουδαίο μέρος της καθημερινής μας έρευνας.
Κανένας «λαός», μετά το «Μακεδονία ξακουστή» δεν συνεχίζει «μακεδονόπουλα μικρά χορεύσατε χαρήτε/προτού και εσείς τα βάσανα του κόσμου τούτου δήτε». Ενας δάσκαλος μάλιστα. Ο πατέρας ενός μαθητάκου, ποτέ.Οι επιχειρήσεις αυτές δεν ήταν πάντοτε επιτυχείς.Το «σα νά΄χαν ποτε τελειωμό/τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου» μοιάζει σαν σαιξπηρικό σπάραγμα μετάφρασης του Ρώτα.
Με δυό λόγια, πρεσβεύω ότι πρέπει να λάβουμε μιά πρωτοβουλία, να σκώσουμε τον κώλο μας από την απαθή ακινησία και να προχωρήσουμε από το folk στο pop. Όχι να δούμε την λαογραφία ως ανθρωπολογία. Να γίνει κι αυτό, δεν χάθηκε ο κόσμος. Αν δεν δούμε ΟΛΑ τα ρούχα που φορέθηκαν, φοριούνται και θα φοριούνται ,όλα τα έπιπλα, όλα τα υλικά, ως μέρος μιάς σκληρά αποκτημένης μνήμης,δεν θα υπάρξει ποτέ εσωτερική αλλαγή. Μόνον μουσεία με καραγκούνες και θρηνωδίες γιά μιά ζωή που δεν ζούμε πιά.
Και το πλαστικό, και το αλουμίνιο, και το μπατίκ,και η ψηφιακή κάμερα, όλα περιέχουν παράδοση. Να κόπσουμε την αυτάρεσκη και ενωτική των αδελφών ψυχών καυστική παρατήρηση του κίτς, και να κατανοήσουμε τον κόσμο μας.Ακολουθώντας έναν προ 40ετών στίχο μου:

Διότι είμεθα σταγών εν τω ωκεανώ, αλλά σταγών λαδιού.

Sraosha είπε...

Και πάλι απλώς χειροκροτώ τον Πετεφρή και τους προλαλήσαντες.

Ιδίως συμφωνώ με αυτό:

πρεσβεύω ότι πρέπει να λάβουμε μιά πρωτοβουλία, να σκώσουμε τον κώλο μας από την απαθή ακινησία και να προχωρήσουμε από το folk στο pop. Όχι να δούμε την λαογραφία ως ανθρωπολογία. Να γίνει κι αυτό, δεν χάθηκε ο κόσμος. Αν δεν δούμε ΟΛΑ τα ρούχα που φορέθηκαν, φοριούνται και θα φοριούνται ,όλα τα έπιπλα, όλα τα υλικά, ως μέρος μιάς σκληρά αποκτημένης μνήμης,δεν θα υπάρξει ποτέ εσωτερική αλλαγή. Μόνον μουσεία με καραγκούνες και θρηνωδίες γιά μιά ζωή που δεν ζούμε πιά.

Όμως, ακόμα κι αν φύγουμε από το φολκλόρ, φρονώ ότι είναι πολύ δύσκολο να περάσουμε στην ποπ: η ποπ προϋποθέτει διάθεση να χαρούμε τη ζωή ανενοχικά (όσο και όπως μπορούμε). Νομίζω ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο για τους Έλληνες.

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΩΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΝΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ;

Τις περισσότερες φορές θέλοντας να προσεγγίσουμε τον όρο «δημοτικό τραγούδι», ώστε να τον οριοθετήσουμε, βρισκόμαστε να ανατέμνουμε το «δημιουργικόν» του και αγνοούμε να δούμε, σχεδόν πάντα, το «απολαυστικόν» του, ως οριοθετικό παράγοντα.
Για το πώς και πού γεννιέται ένα δημοτικό τραγούδι υπάρχουν πολλές πεπλανημένες αλήθειες και πολλές επίσης αληθοφανείς πλάνες. Κι αυτό επειδή η διαπραγμάτευση του δημιουργικού απαιτεί ποιοτικές προσεγγίσεις, μεθόδους ανίχνευσης ποιοτικών στοιχείων και παραγόντων. Αντιθέτως το απολαυστικόν δεν ανατέμνεται. Βλέπεται. Συγχρονικώς λοιπόν, όπου το μπούγιο, εκεί και το δημοτικόν.

Εδώ θα πρέπει να προηγηθεί μία μικρή διευκρίνιση όρων.
Ο όρος δημοτική μουσική δεν διαφέρει ουσιαστικά από τον όρο λαϊκή μουσική. Όπως χρησιμοποιούνται οι όροι αυτοί στην τρέχουσα γλώσσα, διαχωρίζονται αυθαιρέτως με βάση δύο χαρακτηριστικά.
Χωροταξικώς: «δημοτικό» ίσον «υπαίθριον» και «χωριάτικο», εξ ου και «τι ακούς εκεί ρε βλάχο;». Ενώ, λαϊκό θεωρείται το αστικό [δημοτικό], όπως με ένα «Άτσα, μαγκίτη» ο Θύμιος έγινε πολίτης της Ακτής Τσελέπη.
Με βάση την ανωνυμία του δημιουργού: δημοτικό θεωρείται, πλημμελώς, κάθε τραγούδι ανωνύμου συνθέτη, ενώ λαϊκό κάθε επωνύμου. Δηλαδή ο παράγων ή οι παράγοντες που οδηγούν στην ανωνυμία ή την επωνυμία δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν. Συνεπώς, σύμπασα η αγνώστου μελουργού εκκλησιαστική μας υμνογραφία, λόγω της ανωνυμίας θα πρέπει να θεωρηθεί τι; Δεν θέλω να παρέκβω, αυτήν τουλάχιστον τη στιγμή, οπότε δεν απαντώ αυτό το καθόλου ρητορικό ερώτημα και επιφυλάσσομαι.

Από την άλλη, σε ό, τι αφορά στoυς ξένους όρους folk, folklore, folkloric, απ’ όπου και «φολκλόρ, φορλκλορικός», έχουμε το φαινόμενο να αποδίδεται και να αναδύεται μέσα από την «ελληνική» καθημερινή χρήση των όρων μια ελαφρότητα της σημασίας, όπου τους ταυτίζει με τον όρο «δημώδης». Δηλαδή, όταν λέμε φολκλόρ, υπονοούμε στα ελληνικά «κάτι σαν δημοτικό-λαϊκό», όπως και με τον όρο δημώδες. Ενώ, όταν μεταφράζουμε τον όρο «folk» είμαστε υποχρεωμένοι να τον εννοήσουμε ως «δημοτικός». Ο όρος «δημώδες» και μάλιστα «άσμα», έχει και αυτός την εξέλιξή του. Ως όρος προηγείται ιστορικά του όρου δημοτικός. Οι Βυζαντινοί με τον όρο «δημώδη άσματα» και «δήμων ωδαί» εννοούν τα άσματα από το ρούλα-λά των Πρασίνων και των Βενέτων στον Ιππόδρομο, μέχρις και τον Πτωχοπρόδρομο. Την εποχή του γλωσσικού ζητήματος της νεοελληνικής, όπως ο - λόγιος πλέον για την εποχή - όρος «άσμα» αντικαταστάθηκε από τον όρο «τραγούδι» που και της καθομιλουμένης ήταν και παραπέμπει επιτυχώς στον ένδοξο αρχαιοελληνικό διθύραμβο, παραλλήλως αντικαταστάθηκε και ο όρος «δημώδης» από τον όρο «δημοτικός», καθότι και όρος εμβληματικός των δημοτικιστών. Όσοι, γλωσσαμύντορες επέμειναν στην χρήση του όρου «Δημώδη Άσματα», επειδή συχνάκις ως επίμετρον συνήθιζαν να συμπεριλαμβάνουν σε αυτές τις συλλογές και κάποια δικά τους «δημώδη» ποιήματα, όπου δημώδες χαρακτήριζαν οποιοδήποτε ποίημά των είχε υπαίθριες σκηνές και μία βοσκοπούλα, (ενώ τα άλλα τους ποιήματα ήταν τα …. κανονικά), καταλαβαίνουμε λοιπόν, ότι οδήγησαν τον όρο «δημώδης» να εκπέσει και να σημαίνει κάτι το επίπλαστο.

Ας επιστρέψουμε στο θέμα του «απολαυστικού» ως οριοθετικού όρου της δημοτικής μουσικής. Υπ’ αυτήν την έννοια κάθε μουσική που τραβάει τον κόσμο, πρέπει να θεωρείται δημοτική και να εγγράφεται στην κατηγορία αυτή; Η ποπ μουσική είναι αυτόνομον μουσικόν είδος , ή κλάδος της δημοτικής μουσικής; Η δημοφιλέστατη στους Πολωνούς μουσική του Σοπέν, είναι πολωνική δημοτική μουσική; Σύμπασα η εκκλησιαστική μας μουσική είναι δημοτική; Η μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι δημοτική;
Η απάντηση καταφθάνει επιβάτις οχήματος ιδιοτύπου, που από μια πλευρά θυμίζει κάρο, από την άλλη πολυτελή άμαξα, πίσω έχει τουρμπίνες και μπροστά ανάποδα ζεμένο – να βλέπει προς τα πίσω- ένα άλογο άσπρο με τη χαίτη χτενισμένη σε λοφίο, ενώ στα πλάγια της καραμάξης που ευνοήτως είναι κάμπριο κατά το ήμισυ, από τη μια είναι ζεμένο ένα γαϊδούρι με φτερά κι από την άλλη ένα βόδι που μας ξέφυγε απ’ τα Βουστάσια….

Ιδού η απάντησις: «Αν δεν σας ενοχλεί, μπορεί και ναι μπορεί και όχι. Φτάνει να ‘χει μπούγιο». Αλλά για το τι είναι μπούγιο θα πρέπει να ομιλήσωμεν διεξοδικώς μίαν επομένην φοράν, διότι εκάμφθην.

Loucretia είπε...

Κι εγω εκαμφθην μετα απο ολη αυτη την αναγνωση. Σε σημειο που να μοιαζω στη μουσα με τη τσιπουρα στο κεφαλι και το "βλεμμα-λαβρακι". Παω να τηγανιστω στο κατασχεμενο ηλιελαιο (και χωρις αλευρι)

Τις καλησπεροκαλημερες μου :-)

0comments είπε...

Γεια σας ορέ λεβέντες!