27/9/09

Κέφης




"Νομίζω πως ήταν χειμώνας 1983 με 1984 όταν γνώρισα τον Κέφη. Τον γνώριζα ήδη από ζωγραφιές του με καράβια που κοσμούσαν πολλά μαγαζιά της Καβάλας. Ήταν ένας λιγομίλητος ιδιόρρυθμος άντρας, αρκετά κοντός, που δεν αποχωριζόταν ποτέ το ναυτικό κασκέτο του. Τον συνάντησα αρκετές φορές, τον παρακολούθησα να ζωγραφίζει, τον φιλοξένησα τέλος στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη, όπου πάνω σε ένα διαχωριστικό ξύλινο πανώ μου ζωγράφισε ένα μεγάλο ιστιοφόρο με γοργόνες γύρω του.
Γιός του Γιώργου και της…., γεννήθηκε το 1901 στο Αϊβαλί. Απ’ το Αϊβαλί καταγόταν κι ένας άλλος ιδιόρρυθμος Καβαλιώτης, με το ίδιο όνομα Διαμαντής, ο Διαμαντής Παγίδας, σπουδαίος φυσιοθεραπευτής, ταχυδακτυλουργός και θηριοδαμαστής, που δολοφονήθηκε την Πρωτοχρονιά στο σπίτι του δίπλα στην είσοδο του Κάστρου.
Ο παππούς του είχε δικό του καϊκι. Δεν έμαθε γράμματα. Το 1922 ήρθε στην Ελλάδα με τον πατέρα του και τις δυο αδελφές του. Άλλοι συγγενείς του με το ίδιο όνομα βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύτηκε την Κατίνα Ιωακειμίδου απ’ την Ξάνθη και έκαναν τέσσερα παιδιά, τον Απόστολο, το Γιώργο, το Λευτέρη και το μακαρίτη Βασίλη. Στην αρχή έμενε στα πεντακόσια. Μετά έκανε δικό του σπίτι στην Κηπούπολη. Τα τελευταία χρόνια είχε για εργαστήριο μια παράγκα σε μια πάροδο της Αμύντα.
Τον μάγευε ο κόσμος της θάλασσας κι έτσι όλη η ζωή του κύλησε κοντά της. Στα καϊκια, στο καρνάγιο πίσω απ’ τις Καμάρες, στην προκυμαία του λιμανιού. Όλοι οι φίλοι του ήταν άνθρωποι της θάλασσας. Δούλεψε πολλές φορές σε ξυλάδικα, που φόρτωναν ξύλα απ’ το Άγιον Όρος. Απόχτησε μεγάλη πείρα και παρότι αγράμματος, έκανε και καπετάνιος. Σε ψαράδικα δε δούλεψε ποτέ. Ούτε ψάρευε. Σιγά-σιγά άρχισε να ζωγραφίζει. Δεν ξέρω αν ξεκίνησε ζωγραφίζοντας τα ονόματα των καραβιών μαζί με κάποια διακόσμηση, καθισμένος στη θηλειά που έφτιαχνε με μια καντηλίτσα, σε σχοινί δεμένο στην κουπαστή του καταστρώματος. Είναι πολύ πιθανό. Ακολούθησαν ταμπέλες των μαγαζιών. Τις φορτώνονταν στον ώμο, τις πήγαινε στο σπίτι του στην Κηπούπολη, τις έκαιγε με πετρέλαιο, τις έξυνε με σπάτουλα, τις ζωγράφιζε και πίσω στην Καβάλα. Όταν τέλειωναν τα υλικά χρησιμοποιούσε γάλα Νουνού στις αυγοτέμπερες. Ζωγράφιζε σχεδόν αποκλειστικά καράβια. Κάθε είδους, ιστιοφόρα, ατμόπλοια, τσιμεντάδικα, βάρκες, φορτηγίδες, ψαροκάϊκα, με μεγάλη ευχέρεια. Τον παρακολούθησα να ζωγραφίζει τα σχοινιά, τα ξύλα, την κάθε λεπτομέρεια με τρόπο αυτόματο. Χωρίς καμιά σκέψη, κανένα δισταγμό. Πουλούσε τους πίνακές του 100δρχ. τον ένα, το 1965. Όταν έβρισκε μεγάλα καβούρια, τα ζωγράφιζε με γυναικείες μορφές και τα πουλούσε στις ταβέρνες. Έτσι έζησε την οικογένειά του, με δυσκολία. Γύρισε πολλά λιμάνια ζωγραφίζοντας. Θεσσαλονίκη, Χαλκίδα, Πειραιά, πολλές φορές. Στη Θάσο έμενε καιρό. Ζωγράφιζε τα καράβια τόσο αβίαστα και φυσικά, ήταν τόσο απόλυτα ταυτισμένος μαζί τους, που άλλο τόσο φυσικό ήταν το να ταξιδεύει συνέχεια, σαν καράβι. Και στο ερώτημα «ταξίδευε για να ζωγραφίζει ή ζωγράφιζε για να ταξιδεύει;» θα απαντούσα: “και τα δυο”. Οι ναυτικοί τον γνώριζαν. Τον έπαιρναν μαζί τους, θα βοηθούσε κιόλας στο ταξίδι. Από καϊκι σε καϊκι, από λιμάνι σε λιμάνι, πήγαινε και γύριζε. Συχνά έπαιρνε μαζί του το τρίτο του γιό, το Γιώργο. Κοιμόταν στα πλοία στα καλαφατιά Μια φορά ο Κονιόρδος, που είχε μαγαζιά και στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη, τον κάλεσε με τη γυναίκα και τα δυο του παιδιά στη Θεσσαλονίκη, για να δουν την Έκθεση. Κοιμήθηκαν στο πλοίο του, γεμάτο με βαρέλια, που άδειαζαν με μια μάνικα η οποία διέσχιζε τον παραλιακό δρόμο, μέχρι την ποτοποιϊα κοντά στην πλατεία Ελευθερίας. Μια φορά, επί Βουλγαρίας, ο Λιμενάρχης τον έβαλε να ζωγραφίσει ένα πολεμικό πλοίο στο λιμάνι. Ανέβηκε στην Παναγία κι άρχισε να ζωγραφίζει. Αποτέλεσμα: στο μπουντρούμι ως κατάσκοπος και ηλεκτροσόκ. Σπαρτάραγα σαν ψάρι, έλεγε. Τον ελευθέρωσε ο Λιμενάρχης όταν το ‘μαθε.
Έπαιζε πολύ τα παιδιά του. Όταν αργούσε και δυο και τρεις βδομάδες να γυρίσει, ο γιός του, του έλεγε: «-Εσύ είσαι ο μπαμπάς μου ή κανένας άλλος;» Κι εκείνος του έδειχνε την ελιά που είχε στο μέτωπό του και του έλεγε: «-Να η ελιά που έχει ο μπαμπάς σου».
Ήταν άνθρωπος ήσυχος και μαλακός. Δεν πείραζε κανέναν. Εχθρούς δεν είχε. Ήταν ταβερνόβιος, καπνιστής και χιουμορίστας. Χόρευε ωραίο ζεϊμπέκικο και καρσιλαμά. Γλεντζές, κουβαλούσε συχνά το γραμμόφωνό του στις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Ήθελε να πάει στην πατρίδα του. Εγώ ετοίμαζα τη διπλωματική μου για την Παναγία και δεν μπορούσα να πάω. Μια φίλη μου, φοιτήτρια τότε, του πρότεινε να τον πάρει μαζί της στην Πόλη και να πάνε και στο Αϊβαλί. Δίσταζε. Μου έλεγε: «Πώς θα γίνει αν κοιμηθούμε στο ίδιο δωμάτιο;” Δεν πρόλαβε να πάει. Στα τέλη του 1974 τον χτύπησε αυτοκίνητο κι έσπασε η λεκάνη του. Από τότε κούτσαινε. Σ’ ένα χρόνο πέθανε ο γιός του ο Βασίλης. «Γιατί δεν έπαιρνε εμένα», μονολογούσε. Σε λίγους μήνες, το καλοκαίρι του 1976 πέθανε.
Αργύρης Μπακιρτζής
Ιούνιος 2006
"

Αντιγράφω από την φροντισμένη ιστοσελίδα του Ναυτικού Μουσείου Καβάλας (nmk.gr). Έψαχνα μιά παλαιά μου εικαστική αγάπη, τον Κέφη.Και τώρα, διαβάζω ότο ο Αργύρης μέχρι που τον είχε φιλοξενήσει. Τον έμαθα το 1965, από τον Γκέτς, που είχε στο δωμάτιό του έναν πίνακα του Κέφη και νομίζω τον ήξερε προσωπικά, αφού στην Καβάλα πέρασε την πρώτη Λυκείου και έπειτα ήρτε Σαλονίκη. Η συγκίνηση απο την ενατένιση πινάκων του Κέφη είναι απερίγραπτη. Εχω δει ακόμη έναν πίνακα, που υπηρχε στο θυρωρείο της πολυκατοικίας στην Μαρκου Μπότσαρη 6 ή 8,όπου τα πετρελαιοειδή του Τσακπίνογλου και του οποίου ο γιός, γειτονάκι, ασχολείται με καναρίνια ενθουσιωδώς. Στο σπίτι αυτό πηγαίναμε από τις αρχές του 67, διότι ήταν η γονικη πολυκατοικία του Χρήστου Βουδούρη,αδελφού ενός μετέπειτα βουλευτή, του οποίου η οικογένεια δούλευε τα θερμά λουτρά της Απολλλωνίας στην Βόλβη.
Ο Αργύρης γράφει ότι τον γνώρισε το 83, πράγμα άτοπο, αφού μνημονεύει τον θάνατο του Κέφη το 1976. Αλλά το διατηρώ ως έχει, ασχολίαστο, επειδή περιέχει επαρκή μαγεία που συμβιβάζει τα πάντα.
Αυτά τα καβούρια τα ζωγραφισμένα (συχνά με κάμπο από βερνίκι διάφανο ή ελαφρά καφετί) τα θυμάμαι σε αρκετές ταβέρνες της παλιάς Ιχθυόσκαλας της Σαλαμίνας που ήταν ξύλινη και την διάλυσαν στα τελευταία χρόνια της χούντας.Κατεβαίνοντας προς την θάλασσα ΄την Μπότσαρη, ήτουνε ο κολπίσκος του ιστιοπλοϊκού, που κάναμε μπάνια έως το 1964 και είχε ψαροταβέρνες σε πυκνή διάταξη. Τον ίδιο διάκοσμο πρέπει να είχε και ο Γαβρήλος, δεν θυμάμαι άν είχε ο παλιός Χαμόδρακας.
Εκατό δραχμές πουλούσε τον πίνακα το 1965. Το 1966 πούλησα στον μακαρίτη Σπύρο Ζερβό τον γραφείο μου από φορμάικα 100 δραχμές και τον ζαλώσαμε με σκοινί γιά να το πάει σπίτι του, μιά στάση προς την Φλέμινγκ. Ωστόσο, ενώ ένας καλός Ρόνσον έκανε κοντά 300 δραχμές, τα ημιμποτάκια στύλ Μπήτλς έκαναν 300 , όσο και τα ημιμοχαίρ πουλοβεράκια με έντονα χρώματα ,χωρίς "V",είχα πουλήσει αρχές του 1967 έναν πίνακά μου, τον "Σαμουήλ Κ" (προσωπογραφία του Σίμου Κερασίδη που γνώρισα στην Αγγλία) στον διακοσμητή Φωκίδη 600 δραχμές. Ο Τζίρος ενός τυπικού κωλόπαιδου της Σαλονίκης, ήταν σαφώς πολυ πιό μεγάλος από τον μέγα Κέφη, τον φιλότιμο.
Γιά τον Κέφη μιλουσα συχνά και εγκωμιαστικά όποτε έβλεπα εικαστικό ενδιαφέρον στον συνομιλητή μου.Κατά την δεκαετία του 80, γνώρισα κάποιον που τον ήξερε, Αθηνέζο,αλλα τον έλεγε Κεφή, όχι Κέφη.Πάντως λέγεται Κέφης. Ο γιός του είχε ένα πίνακα,και τον χάρισε το 2008, στο ναυτικό μουσείο. Πρέπει να υπάρχουν εκατοντάδες έργα του, δεν ξέρω πόσα από αυτά διασώζονται. Θυμίζω ότι το ναϊφ ήταν αιτούμενο της γενιάς μου που ήταν επιμολυσμένη από την γενιά του 30.Εναν Προφήτη Ηλία είχα θαυμάσει και αντιγράψει ανεβαίνοντας άνοιξη του 1965 προς το κάστρο της Θάσου, πάνω από το θέατρο. Στο Αγιονόρος,δεν θυμάμαι το μοναστήρι, έμαθα ότι ο αρχοντάρης ζωγράφιζε και του έταξα ένα χιλιάρικο το 1976 γιά να μου ζωγραφίσει το χωριό του. Καθώς από τις συγκυρίες της ζωής έκαμα χρόνια να ξαναπάγω, μου λέει ένας φίλος μετά απο πεντε χρόνια ότι ακόμη περίμενε ο γέροντας με το εργόχειρο έτοιμο και ότι είχε σχεδιάσει κάτι εκπληκτικό. Οταν μετά από χρόνια πολλά γύρισα στο Ορος, τον είχα τελείως ξεχασμένον.
Γενικά, το ναϊφι είναι μιά χρήσιμη προέκταση του σκατόμυαλου των δήθεν διανοουμένων προς το λεγόμενο λαΪκό ενδιαθερο. Οι λαϊκοί ζωγράφοι, όπως και οι λαϊκοί τραγουδιστές, γνωρίζουν στην εντέλεια το state of the art που επιθυμούν,και αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στην ετοιματζήδικη΄τέχνη. Αλλά οι κουλτουριαραίοι τους ζητούν απλοτητες κια γραφικούρες, οπότε εξειδικεύονται στην δημόσια εξαπάτηση.
Με αυτά και με άλλα ,ελπίζω σήμερα βράδι να ονειρευτώ το Κέφη,που δεν ψάρεψε ποτέ του, αγκαλιά με δυό βαρβάτες στήρες.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Σας παρακολουθώ καιρό. Νομίζω πως κάθε τόσο ρίχνετε κυνικό νεράκι στην φωτιά της νοσταλγίας σας. Αλλά παραμένετε νοσταλγός και συγκινείτε ως τέτοιος (τουλάχιστον εμένα). Να είστε καλά

γεράσιμος μπερεκέτης είπε...

To "κυνικό νεράκι στην φωτιά της νοσταλγίας" του προλαλήσαντος το βρήκα προσφυέστατον.

Αναρωτιέμαι όμως αν τις αναμνήσεις τις επιλέγει το κέλυφος που αποκαλούμε ύφος, ή μήπως οι αναμνήσεις οι ίδιες επιλέγουν τον συγγραφέα τους...

Γεώργιος Χοιροβοσκός είπε...

Γεράσιμε,

Νομίζω, πως με την περίπτωση του Πετεφρή ο οποίος είναι αισθηματίας, θά έχωμε να κάμωμε με κάποιον που χρησιμοποιεί το ύφος για να καλύπτει την επιλογή και την ερμηνεία των αναμνησεών του,μονίμως, διότι.

Μπορεί και να κάμω λάθος.

Γούφας είπε...

θυμασαι τον Κέφη που ειχε η Συραγώ στην κουζίνα της? Μα τι εγινε, τον ειχες παιξει στην ποκα με τον Γκέτζ?

συλλογη απο Κέφηδες εκανε η μανα αυτου του κουλτουριαρη μορφονιού που εβγαινε παλια στην τηλεοραση,
και δεν καταλαβαινε κανεις τι ελεγε, Βάλτσος, Βλέτσος, να δεις πως το λεγανε...
sundul
-καπιο μεσον εχουν τα βουστασια και βγαινουν τοσο ευκολες λεκτικες επαληθευσεις... ακου sundul!!-

Λεό είπε...

Γιατί έπεσε λογοκρισία στα βουστάσια, δεν κατάλαβα. Ή μάλλον κατάλαβα, αλλά κάνω το χαζό.